Αριστοφάνης

 Η ζωή του
Ο μεγαλύτερος από τους αρχαίους Έλληνες κωμωδιογράφους, o Αριστοφάνης, γιος του Φιλίππου, γεννήθηκε ίσως στην Αίγινα το 450 π.Χ. (ή 452) και πέθανε το 385 πΧ (ή 380). Γενικά οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του είναι ελάχιστες και αλληλοσυγκρουόμενες. Ο πατέρας του ήταν γνήσιος Αθηναίος από το δήμο Κυδαθηναίων κι έτσι τον θεωρούσαν ντόπιο. Πήγε όμως στην Αίγινα για να καλλιεργήσει κάτι κτήματα που μοιράστηκαν σε κληρούχους πολίτες και έμεινε στο νησί αυτό αρκετά χρόνια. Μπορεί λοιπόν να γεννήθηκε εκεί και ο Αριστοφάνης, αλλά μπορεί να γεννήθηκε και στην Αθήνα, όπως και ο ίδιος και μερικοί σχολιαστές υποστηρίζουν. Παρόλα αυτά είναι γνωστό ότι ο αντίζηλός του ποιητής Εύπολις και πολιτικός Κλέωνας, που τόσο άγρια τον σατίρισε ο Αριστοφάνης στις κωμωδίες του Ιππής και Βαβυλώνιοι, κίνησαν εναντίον του κωμωδιογράφου "γραφήν ξενίας", δηλ. ζήτησαν να χαρακτηριστεί ο Αριστοφάνης ξένος και να πάψει να έχει δικαιώματα Αθηναίου πολίτη. Τρεις φορές κινήθηκε τέτοια διαδικασία, μα ο Αριστοφάνης και στις τρεις κέρδισε και παρέμεινε Αθηναίος πολίτης.

Από τα έργα του φαίνεται ότι είχε εξαιρετική μόρφωση, γενική και ειδική. Εκτός από την καθολική μόρφωση, την οποία η Αθήνα του Περικλή έδινε στους νέους, γνώριζε άριστα τα έργα των προηγούμενων ποιητών και φρόντισε να τελειοποιηθεί στη σκηνική τέχνη.

Μέσα από τα έργα του επίσης φαίνεται ότι γνώριζε πολύ καλά τις τραγωδίες του Αισχύλου, τον οποίο θαύμαζε για τη συντηρητικότητά του και στον οποίο, στους Βατράχους, ύστερα από μεγάλη διαδικασία, που γίνεται στον Άδη, δίνει τα πρωτεία της ποίησης. Επίσης είναι άριστος γνώστης των ωδών του Πίνδαρου και του Στησίχορου. Εκείνος όμως που επέδρασε πολύ στο ύφος, στην τεχνική και στη γλώσσα του Αριστοφάνη ήταν ο Ευριπίδης, παρόλο που αποτελούσε το μόνιμο στόχο των επιθέσεων και των διακωμωδήσεών του. Ο Κρατίνος, για να χαρακτηρίσει την προσκόλληση αυτή του Αριστοφάνη στον Ευριπίδη, έπλασε το ρήμα ευριπιδαριστοφανίζειν. Ο Αριστοφάνης, όπως φαίνεται στους Όρνιθες (στίχ. 690), είχε μελετήσει τις θεωρίες των Ορφικών, τις οποίες και πίστευε.

Από την Αίγινα, όπου ήταν εγκαταστημένος, παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον την πολιτική κίνηση των Αθηνών και σατίριζε τα τρωτά της. Αλλά ο ίδιος ζούσε στην αφάνεια μια ήσυχη ζωή και, για να προστατεύσει αυτή του τη γαλήνη, παρουσίαζε τις περισσότερες από τις κωμωδίες του με το όνομα άλλων ποιητών και ηθοποιών. Για την υπόλοιπη ιδιωτική του ζωή ελάχιστα είναι γνωστά. Πιστεύεται ότι ο ερημίτης αυτός ποιητής ήταν ηθικός, σεμνός, συντηρητικός, αφοσιωμένος στην τέχνη και στις ιδέες του, για τις οποίες αγωνιζόταν σ' όλη του τη ζωή.

Η πρώτη εμφάνιση έργου του Αριστοφάνη στο αθηναϊκό κοινό είναι βέβαιο ότι έγινε το 427 π.Χ. Παίχτηκε τότε στο θέατρο η πρώτη του κωμωδία Δαιταλής (γλεντοκόποι).

Ο Αριστοφάνης νυμφεύτηκε νωρίς και απέκτησε τρεις γιους, το Φίλιππο, το Νικόστρατο και τον Αραρότα. Ο τελευταίος ήταν και αυτός κωμικός ποιητής και με το όνομά του ο Αριστοφάνης δίδαξε στα τελευταία χρόνια της ζωής του τις κωμωδίες του Κώκαλον και Αιολοσίκωνα. Ο Αραρότας δίδαξε και δικά του πρωτότυπα έργα.

Το έργο του

Είναι γνωστό ότι έγραψε 44 κωμωδίες, από τις οποίες αμφισβητούνται τέσσερις: Ποίησις, Ναυαγός, Νήσοι και Νίοβος, που από πολλούς αποδίδονται στον Άρχιππο. Από τα γνήσια έργα του σώζονται 11, τα οποία κατά χρονολογική σειρά παρουσιάζουμε πιο κάτω με μια σύντομη περίληψη:

1) Αχαρνείς (425 π.Χ.). Είναι μία από τις καλύτερες κωμωδίες του Αριστοφάνη. Σ' αυτήν ο ποιητής με κάθε τρόπο ζητά την ειρήνη. Με τον πρωταγωνιστή της κωμωδίας, τον αγρότη και ειρηνόφιλο Δικαιόπολη, έρχεται σε αντίθεση ο τολμηρότατος πολεμιστής Λάμαχος, που τραυματισμένος στη μάχη επιστρέφει σε άθλια κατάσταση και προκαλεί το γέλιο των θεατών. Η κωμωδία πήρε το όνομά της από το χορό, που τον αποτελούν χωρικοί Αχαρνείς.

2) Ιππής (422 π.Χ.). Εδώ σατιρίζεται ο δημαγωγός Κλέων. Ο πολιτικός αυτός παρουσιάζεται ως δούλος του δήμου με το όνομα Παφλαγών. Η ονομασία της κωμωδίας οφείλεται στους ιππείς, που αποτελούσαν την τάξη η οποία εχθρευόταν πολύ το δημαγωγό. 3) Νεφέλαι (423 π.Χ.). Η κωμωδία σατιρίζει τους σοφιστές και ιδιαίτερα το Σωκράτη, που διαφθείρει δήθεν τους νέους με την καλή του διδασκαλία. Το όνομα η κωμωδία το πήρε από τις νεφέλες, τις οποίες ο Σωκράτης, κατά τον κωμικό, θεωρεί θεές και μ' αυτές αντικαθιστά τους θεούς της πόλης.

4) Σφήκες (422 π.Χ.). Με την κωμωδία αυτή σατιρίζει ο Αριστοφάνης τα οχλοκρατικά δικαστήρια των Αθηνών και τους δικαστές, οι οποίοι δικάζοντας σύμφωνα με τα συμφέροντα και τα πάθη τους, απεικονίζονται σαν σφήκες, που με το κεντρί τους χτυπούν τους ανθρώπους.

5) Ειρήνη (421 π.Χ.). Το θέμα της είναι ίδιο με το θέμα της κωμωδίας "Αχαρνείς". Σ' αυτήν, διακωμωδώντας την πολυπραγμοσύνη και τη φιλοπόλεμη τάση των Ελλήνων, υποστηρίζει την Ειρήνη, την οποία διαπραγματεύονταν οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι μετά το θάνατο του Κλέωνα και του Βρασίδα και η οποία πραγματοποιήθηκε ύστερα από λίγο με το Νικία.

6) Όρνιθες (414 π.Χ.). Σ' αυτή δύο πολίτες Αθηναίοι, για να αποφύγουν τους συκοφάντες και τους δημαγωγούς της πατρίδας τους, προσφεύγουν στους όρνιθες (πουλιά) και προσπαθούν να κατασκευάσουν ανάμεσα στη Γη και στον Ουρανό μια φανταστική πόλη, τη "Νεφελοκοκκυγίαν". Αλλά, κατά τον κωμικό, στην Αθήνα τόσο αφθονούσαν οι φαύλοι και διεφθαρμένοι, ώστε και την εναέρια αυτή πόλη θα γέμιζαν, αν δε διώχνονταν από αυτήν. Έτσι ο ποιητής διακωμωδεί τους συκοφάντες και τους κόλακες του δήμου, καθώς και τις θεωρίες για νέα πολιτεύματα.

7) Λυσιστράτη (411 π.Χ.). Η ηρωίδα αυτή, της οποίας το όνομα είναι πλαστό, θέλοντας να συμφιλιώσει τους Έλληνες που αλληλοσκοτώνονται, συγκάλεσε συνέλευση γυναικών από την Πελοπόννησο και τη Βοιωτία. Γιατί, κατά τη γνώμη της, η σωτηρία της Ελλάδας εξαρτάται από την ικανότητα των γυναικών, αφού οι άνδρες αποδείχτηκαν ανίκανοι να σταματήσουν τον αιματηρό πόλεμο.

8) Θεσμοφοριάζουσαι (411 π.Χ.). Πήραν το όνομα από τη γιορτή της Δήμητρας, Θεσμοφόρια, την οποία μόνο οι γυναίκες γιόρταζαν. Κατά τη διάρκεια της γιορτής αυτής οι γυναίκες σκέφτονται την καταστροφή του Ευριπίδη, γιατί αυτός ήταν μισογύνης και συκοφαντούσε το γυναικείο φύλο. Σ' αυτή διακωμωδεί την τραγωδία του Ευριπίδη και το θηλυπρεπή τραγικό Αγάθωνα.

9) Βάτραχοι (405 π.Χ.). Στην κωμωδία αυτή ο Αριστοφάνης μετά το θάνατο των τριών μεγάλων τραγικών, διοργανώνει στον Άδη ποιητικό διαγωνισμό, στον οποίο, με πρόεδρο το Διόνυσο, διεκδικούν τα πρωτεία της τραγικής τέχνης ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης. Ο Αριστοφάνης με πολλή λεπτότητα κρίνει τους δύο τραγικούς. Τελικά ο Διόνυσος ανακηρύσσει νικητή τον Αισχύλο, τον οποίο φέρνει στο φως της ζωής, αντί του Ευριπίδη.

10) Εκκλησιάζουσαι (392 π.Χ.). Εδώ διακωμωδεί τις ιδέες για χειραφέτηση των γυναικών και για κοινοκτημοσύνη, τις οποίες μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο παρουσίασαν διάφοροι ευφάνταστοι πολιτικοί. Οι γυναίκες συγκεντρώνονται σε "εκκλησία", κατά την οποία ψηφίζουν την κοινοκτημοσύνη και στο εξής να διευθύνουν αυτές τα δημόσια πράγματα αντί των ανδρών, των οποίων οι ανοησίες πολλές συμφορές προκάλεσαν ως τώρα.

11) Πλούτος (388 π.Χ.). Εδώ διακωμωδείται η κακή διανομή του Πλούτου, που, επειδή είναι τυφλός, πηγαίνει στους κακούς. Αλλά ένας χρηστός πολίτης, ο Χρεμύλος, συναντά τον τυφλό θεό, θεραπεύει τα τυφλά του μάτια και εκείνος δίνει τα πλούτη του στους αγαθούς και τους κακούς τους κάνει φτωχούς. Στην κωμωδία αυτή ο ποιητής δε διακωμωδεί ορισμένα πρόσωπα, αλλά καταστάσεις και άτομα, όπως στις "Εκκλησιάζουσες". Γι' αυτό με τις δύο αυτές κωμωδίες ο Αριστοφάνης περνά από την αρχαία στη μέση κωμωδία.

Από τα έργα του Αριστοφάνη που δε σώθηκαν και από τα οποία έχουμε μικρά ή μεγάλα αποσπάσματα είναι γνωστά κατά χρονολογική σειρά τα εξής: Δαιταλείς, Βαβυλώνιοι, Ολκάδες, Γήρας, Αμφιάραος, Τρυφάλης, Λήμνιαι, Γηριτάδης, Φοίνισσαι, Κώκαλος, Αιολοσίκων. Από τα υπόλοιπα, που δε σώθηκαν, γνωρίζουμε τους τίτλους μερικών, όπως Ανάργυρος, Δαναΐδαι, Πελαργοί, Προάγων κλπ.


Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία

Πριν από τουλάχιστον 15.000 χρόνια στην περιοχή της ανατολικής μεσογείου είχε αναπτυχθεί ένας μεγάλος Ηλιολιθικός πολιτισμός. Οι περιοχές αυτές ήταν οι μόνες εύφορες στην Ευρώπη που σχεδόν όλη ήταν καλυμμένη με πάγους. Ο πολιτισμός αυτός είχε έδρα την αρχαία Αθήνα και συγκρούστηκε με αυτόν της Ατλαντίδος τον οποίο και τελικά νίκησε. Δεδομένου ότι ο πολιτισμός της Ατλαντίδος ήταν τεχνολογικά προηγμένος είναι σαφές ότι και αυτός της ανατολικής μεσογείου θα ήταν τουλάχιστον ισάξιός του. Ο επόμενος μεγάλος, ο Αιγυπτιακός, ήταν δημιούργημα αυτού. Με βάση όσα είπε ο Αιγύπτιος ιερέας στον Σόλωνα, ο Αιγυπτιακός ήταν κατά 1000 χρόνια νεώτερος. Όταν ξεκίνησαν οι κατακλυσμοί (σύμφωνα με τελευταίες μελέτες αυτό έγινε περί το 12.500 π.Χ) ο πολιτισμός αυτός υπέστη μεγάλη καταστροφή και ουσιαστικά αυτό που απέμεινε ήταν μια αντανάκλασή του στους αρχαίους έλληνες, που σώθηκαν σε ορεινές περιοχές. Το λιώσιμο των πάγων άρχισε σταδιακά να ανεβάζει το επίπεδο των θαλασσών (ατλαντικός, ειρηνικός και λοιποί ωκεανοί) αλλά, αρχικά, δεν είχε επίδραση στις (τότε) δύο μεγάλες λίμνες που σήμερα ενωμένες αποτελούν την μεσόγειο. Σταδιακά τα μεγάλα ποτάμια που πέφτουν στην Μαύρη θάλασσα την πλημμύρισαν, καταστρέφοντας τους παράκτιους πολιτισμούς (σήμερα πολλές αρχαίες πόλεις / οικισμοί βρίσκονται στον βυθό της). Όταν τα νερά ανέβηκαν αρκετά βρήκαν διέξοδο στην θάλασσα του Μαρμαρά και τελικά μέσω των (αρχικά κλειστών) στενών των Δαρδανελίων έπνιξαν τις παράκτιες (και όχι μόνο) ακτές της ανατολικής μεσόγειου. Σταδιακά και μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε (όχι όμως σιγά, σιγά αλλά με διαδικασίες τύπου τσουνάμι) στο σημερινό της επίπεδο, ενώνοντας τελικά και την μεσόγειο με τον ατλαντικό. Μετά την καταστροφή και οπισθοδρόμηση του πρώιμου αυτού ελληνικού πολιτισμού αναπτύχθηκε ο Αιγυπτιακός πολιτισμός ο οποίος όμως στηρίχθηκε στις γνώσεις αρχαίων ελλήνων. Αυτό φαίνεται καθαρά στην κατασκευή των πυραμίδων οι οποίες σχεδιάστηκαν από Έλληνες. Αυτό δεν αποτελεί εικασία αλλά αποδεικνύεται διότι αφενός μεν οι μαθηματικοί υπολογισμοί δείχνουν ότι (και κυρίως η μεγάλη πυραμίδα) φτιάχτηκαν με βάση τους γεωμετρικούς και γεωδαιτικούς υπολογισμούς που οι αρχαίοι έλληνες έφτιαχναν τις πόλεις και τα ιερά τους, αφετέρου δε οι ίδιοι, οι Αιγύπτιοι, δεν μπορούσαν ούτε το ύψος της να μετρήσουν και κάλεσαν τον Θαλή για τον σκοπό αυτό.

Ομοίως και οι υπόλοιποι πολιτισμοί της ευρύτερης περιοχής (όπως προκύπτει από την ελληνική μυθολογία και ιστορικά στοιχεία) αντανάκλαση του πολιτισμού των αρχαίων ελλήνων ήταν.

Όσον αφορά, τώρα, τους αρχαίους έλληνες, αυτοί και πάλι πρώτοι δημιούργησαν εκτός των άλλων και τεχνολογικό πολιτισμό ανώτερο κάθε άλλου της εποχής. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελούν.

  • η μαθηματική συγκρότηση της ελληνικής γλώσσας της οποίας, στο Δισπηλιό της Καστοριάς, βρέθηκε το αρχαιότερο στον κόσμο - αφού ανάγεται στο 5.260 π.Χ – δείγμα γραφής μη σχετιζόμενο με ιδεογράμματα. Εδώ οφείλουμε να τονίσουμε ότι η γραφή στην Ελλάδα είναι δημιούργημα των Ελλήνων και η ελληνικότητα των γραμμικών α και β – όταν αυτές αποκρυπτογραφήθηκαν - απλά επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

  • οι πρώτοι (σύμφωνα με τις περιγραφές) αυτόματοι μηχανισμοί από τον Ήφαιστο με πιο ενδεικτική την κατασκευή «τραπεζιών» τα οποία είχαν ρόδες και πήγαιναν και γύριζαν μόνα τους στις συνελεύσεις των Θεών.

  • η πτητική μηχανή του Δαίδαλου. Ο μύθος όπου αυτός και ο γιος του ο Ίκαρος δραπέτευσαν από την Κρήτη είναι σαφής και ξεκάθαρος. - το πρώτο ρομπότ (ο Ταλώς), το οποίο προστάτευε την Μινωική Κρήτη. Ο τρόπος με τον οποίο οι αργοναύτες το εξουδετέρωσαν (ο Ποίας τόξευσε το χάλκινο καρφί στην φτέρνα του και το έβγαλε. Έτσι χύθηκε το υγρό – ιχώρ – το οποίο έδινε ζωή στο Ταλώ και αυτό χάλασε) δεν αφήνει αμφιβολία για παρερμηνείες.

  • το πρώτο μεταλλείο ασημιού στο Θορικό Αττικής αναγόμενο στο 3.000 π.Χ

  • η ναυπηγική τέχνη (αργοναυτική εκστρατεία, Θήρα – κυκλαδικός πολιτισμός, Μινωικός πολιτισμός) που επέτρεψε στους αρχαίους Έλληνες να κυριαρχήσουν στις θάλασσες. Μάλιστα η ανωτερότητα τους ήταν τέτοια που, οι Κυκλαδίτες και οι Μινωίτες, ούτε τείχη έφτιαχναν στις πόλεις τους.

  • τα αρδευτικά έργα της Κωπαίδας (περί το 1.450 π.Χ) τα οποία είναι και τα μεγαλύτερα της αρχαίας Ευρώπης

  • η παραγωγή ελαιολάδου τουλάχιστον από το 3.000 π.Χ

  • η δημιουργία του πρώτου χάρτη στον κόσμο, από τον Αναξίμανδρο το 550 π.Χ.

  • η Ευπαλίνιος σήραγγα στην Σάμο το 520 π.Χ.

  • το 425 π.Χ καταγράφεται ιστορικά η πρώτη πτήση (περί τα 200 μέτρα) μηχανής πιθανόν με χρήση συμπιεσμένου αερίου. Κατασκευαστής της ο Αρχύτας και το όνομα της μηχανής αυτής περιστερά ή πετομηχανή.

  • τα λαμπρά επιτεύγματα του μεγάλου μηχανικού Αρχιμήδη (287-212 π.Χ)

  • τέλος ο υπολογιστής των Αντικυθήρων που αναπαριστά την κίνηση των πλανητών περί τον ήλιο. Ο εν λόγω μηχανισμός αποτελούσε την καλύτερη περιγραφή του ηλιακού συστήματος για τουλάχιστον 2.000 χρόνια!

  • (τα ανωτέρω δεν είναι τα μόνα αλλά τα πλέον εντυπωσιακά παραδείγματα τα οποία δείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν φιλοσοφούσαν απλώς, αλλά και η τεχνολογική τους υπεροχή ήταν αναμφισβήτητη).

    Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και τις αστρονομικές παρατηρήσεις των Ορφικών οι οποίες ανάγονται από, τουλάχιστον, το 11.500 π.Χ! , μπορεί κάποιος να καταλάβει την τεχνολογική πρόοδο των αρχαίων ελλήνων σε σχέση με όλους τους άλλους λαούς της τότε εποχής αλλά και για πάρα πολλούς αιώνες μετά.


    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, επαφή της ελληνικής με τις προελληνικές διαλέκτους

    Η συγκριτική φιλολογία έδειξε καθαρά τρία πράγματα:

    1.οι καλούμενες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ήταν κάποτε, στην αρχαιότερη μορφή τους, διάλεκτοι που διαφοροποιήθηκαν η μια με την άλλη, τις μιλούσαν λαοί που, σε όποια φυλετική ομάδα κι αν ανήκαν από ανθρωπολογική άποψη, ζούσαν κοντά ο ένας στον άλλο, σε μια περιοχή, που αν κι εκτεταμένη, είχε, παρόλα αυτά, καθορισμένα όρια

    2.οι λαοί αυτοί είχαν φθάσει, σχεδόν όλοι, στο ίδιο επίπεδο πολιτισμού

    3.όταν οι πολλές κι αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις οδήγησαν τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς σε διασπορά, η διάλεκτος τους άρχισε να διαφοροποιείται βαθμιαία, εν μέρει από δική τους πρωτοβουλία κι εν μέρει εξαιτίας των επαφών τους με λαούς που είχαν άλλου τύπου γλώσσα.

    Η αρχικά ομογενής ινδοευρωπαϊκή ομάδα με τις συνεχείς μεταναστεύσεις της, που ουσιαστικά κράτησαν από την αρχή της εποχής των Μετάλλων ως το τέλος του Μεσαίωνα, διασπάστηκε σε δύο υποομάδες, τις εξής:

    Η ανατολική ή «ΆAρια» ομάδα περιλαμβάνει πιθανότατα τους λαούς που μιλούσαν ιρανικές διαλέκτους (παλαιοϊρανική, μηδική, σκυθική και μεσοϊρανική) καθώς και ινδικές διαλέκτους. Η δυτική ομάδα από την άλλη μεριά, περιλαμβάνει τη νεοχιττιτική διάλεκτο, την ελληνική, την ιλλυρική, την ιταλική, την κελτική, τη γερμανική και άλλες. Οι μαρτυρίες που διατηρήθηκαν ως σήμερα για τις πρώτες περιόδους των διαφόρων ινδοευρωπαϊκών διαλέκτων είναι σχετικά νέες, μόνο για τη νεοχιττιτική και την ελληνομυκηναϊκή μπορούμε να ανατρέξουμε στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας. Τα πρώτα ινδοϊρανικά, ιταλικά και παλαιοφρυγικά κείμενα ανήκουν στην πρώτη χιλιετία π.Χ. Για όλες τις άλλες διαλέκτους, τα αρχαιότερα κείμενα που διασώθηκαν προέρχονται από τις περιόδους της χριστιανικής και της βουδιστικής επέκτασης.

    Οι ινδοευρωπαϊκοί λαοί που κατέβηκαν στη κεντρική κι ανατολική Μικρά Ασία κι ανήκαν στην δυτική ομάδα συνάντησαν εκεί παλαιότερα φύλλα επηρεασμένα από την ανατολική ομάδα, όπως οι Χάλδοι, οι Ουρρίτες, οι Ελαμίτες κι οι Κασσίτες. Παράλληλα με αυτή τη διείσδυση διεξάγονταν άλλες δύο κινήσεις προς τα μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου, αυτή των Θρακοφρυγών και των Ελλήνων.

    Οι Θράκες μιλούσαν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, πιθανώς κάποια που ανήκε στην ανατολική ομάδα. Κατά τον Ηρόδοτο (5,3), οι Θράκες ήταν ο πιο πολυάριθμος λαός της γης, μετά τους Ινδούς («ΘΡΗΙΚΩΝ δε έθνος μέγιστον εστι μετά γε Ινδούς πάντων ανθρώπων»). Το κομμάτι τους που πέρασε τον Ελλήσποντο κι έμεινε στην Μ. Ασία ονομάστηκε Φρύγες. Από τους τελευταίους κατέχουμε δύο σειρές επιγραφών, σε μια παλαιοφρυγική επιγραφή είναι φανερή η επίδραση της ελληνικής γλώσσας, που προερχόταν από τις επαφές τους με τους έλληνες αποίκους.

    Αρκετοί από τους ασιατικούς λαούς της δυτικής αυτής χώρας της Μ. Ασίας υπέκυψαν σε νέες φυλετικές επιμειξίες και δέχθηκαν τις επιδράσεις των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών που μιλούσαν οι Φρύγες κι οι Έλληνες γείτονες τους κι άλλες, λιγότερο καθορισμένες, ινδοευρωπαϊκές ομάδες. Διατήρησαν παρόλα αυτά την αρχική μικρασιατική βάση της λαλιάς τους. Οι λαοί αυτόι ήταν οι Λύδιοι, ή Μαίονες κατά τον Όμηρο, οι Μυσοί, οι Κάρες προς τα νότια, ή οι «βαρβαρόφωνοι» κατά τον Όμηρο,οι Λύκιοι κι οι Πισιδοί.

    Όταν οι δύο βασικές ινδοευρωπαϊκές ομάδες χωρίσθηκαν, θα γνώριζαν ήδη, ασφαλώς, μερικά είδη μετάλλων, γιατί οι γλώσσες τους χρησιμοποιούν συγγενείς όρους για κάτι που είναι άλλοτε χαλκός, άλλοτε ορείχαλκος κι άλλοτε σίδηρος. Επομένως, ο αρχαιότεροι περίοδοι του πολιτισμού της Λίθινης Εποχής, που λείψανα τους ανακαλύφθηκαν στην Ελλάδα, υπήρξαν, χωρίς αμφιβολία, έργο όχι των Ελλήνων, αλλά αυτόχθονων λαών που ζούσαν εκεί πριν από αυτούς. Κλασικοί συγγραφείς στηριζόμενοι κυρίως σε πρόχειρα συμπεράσματα από τοπωνύμια, αναφέρονταν συχνά στις αρχαίες φυλές, που, όπως υπέθεταν, κατοικούσαν ανέκαθεν στην ελληνική χερσόνησο, στους Πελασγούς, τους Λέλεγες, τους Κάρους κ.λπ.

    Οι έλληνες υποδούλωσαν αυτούς τους προελληνικούς πληθυσμούς αλλά δεν τους εξόντωσαν τελείως. Δεν μπορούμε να καθορίσουμε πλήρως ως ποιο βαθμό οι πληθυσμοί αυτοί επηρέασαν τις σωματικές, ηθικές και πνευματικές ιδιότητες των ελληνικών λαών, στην ηπειρωτική Ελλάδα ή στον κόσμο των ελληνικών αποικιών, αλλά οι μαρτυρίες που έχουμε δείχνουν πως η επίδραση πάνω στα ήθη και έθιμα τους, μαζί και στη γλώσσα και και στη θρησκεία τους, ήταν σημαντική. Σε πλήρως κλασσικούς χρόνους, ομάδες από μη έλληνες ζούσαν ακόμη - και μιλούσαν μη ελληνικές γλώσσες - σε περιοχές των κρητικών νήσων, της Καρπάθου και της Κύπρου.

    Οι πιο παλαιές και βασικές αυτές διαφορές επιτρέπουν την ταξινόμηση των ελληνικών διαλέκτων σε τρεις κατηγορίες, που η καθεμιά τους έχει δύο υποδιαιρέσεις: στην ιωνική, που περιλαμβάνει την αττική και την κυρίως ιωνική, στην αιολική, που η βόρεια υποδιαίρεση της περιλαμβάνει τη βοιωτική και τη θεσσαλική κι η νότια έχει τυποποιηθεί στην αρκαδικά. Τέλος στη δωρική, όπως τη μιλούν στη βορειοδυτική Ελλάδα και στις περιφερειακές περιοχές της Πελοποννήσου.

    Οι διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας, διαφοροποιημένες ήδη στην ηπειρωτική χώρα, διαφοροποιήθηκαν φυσικά ακόμη περισσότερο στις αποικίες. Κάθε αποικία είχε μικτό πληθυσμό, γιατί ήταν καταφύγιο μεταναστών από διάφορα μέρη και ήταν πιο εκτεθειμένη στις «βάρβαρες» επιρροές από ότι η μητροπολιτική Ελλάδα.

    Μόνο μετά την εποχή του Περικλή απέκτησε η αττική διάλεκτος την υπεροχή της, με μια κοινή που χρησιμοποιήθηκε σε όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας.

    Γραφή στον ελληνικό χώρο

    Το πρώτο πράγμα που πρέπει να αναφερθεί για τις μεθόδους γραφής κατά την περίοδο 1200-500 π.Χ. είναι πως οι τρόποι γραφής που επικρατούσαν κατά τους προηγούμενους αιώνες διατηρήθηκαν σε μεγάλη έκταση της Ανατολικής Μεσογείου. Τα δύο αιγυπτιακά συστήματα γραφής ήταν επί 500 χρόνια τα μόνα διαδεδομένα στην κοιλάδα του Νείλου. Το ιερογλυφικό και το ιερατικό που δε διαδόθηκαν έξω από την κοιλάδα του Νείλου. Ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι στην Αίγυπτο τον 7ο αιώνα π.Χ. δημιουργείται άλλος ένας κοινής γραφής της Δημοτικής. Ούτε, όμως, αυτή καταφέρνει να βγει έξω από τα όρια του αιγυπτιακού κράτους. Το φοινικικό αλφάβητο ήταν αυτό που κατάφερε να περάσει στον ελληνικό κόσμο κι έτσι έμμεσα να αποτελέσει την βάση της σύγχρονης γραφής αφού οι Έλληνες επηρέασαν με τη σειρά τους τη γραφή όλου του σύγχρονου κόσμου.

    Στον ελληνικό χώρο έχουμε από τα μινωικά και τα μυκηναϊκά χρόνια ακόμα την ανάπτυξη κάποιου είδους γραμμικής γραφής. Θα πρέπει να αναφέρουμε τη Γραμμική που χρησιμοποιήθηκε τόσο στην Κρήτη, όσο κι από τους έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Γραμμική, που τα 48 από τα 64 σημεία της προέρχονται από την Γραμμική, εμφανίζεται στη Κνωσό, στις Μυκήνες και στην Πύλο. Η τελευταία επινοήθηκε από έναν προελληνικό λαό, είναι γραμμένη στην ελληνική γλώσσα κι αργότερα υιοθετήθηκε από τους Έλληνες. Ήταν, επομένως, ένα σύστημα γραφής που το κατείχαν ήδη οι Έλληνες, όταν άρχισαν να καταλαμβάνουν τις νήσους του Αιγαίου και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Προαλφαβητικές γραφές αναφέρονται αναμφίβολα σε ένα χωρίο της Ιλιάδας (Ζ, 166 κ.ε.), όπου θεωρούνται από τους συγχρόνους του ποιητή ακατανόητες.


    Αντιστοιχίες στα διαφορετικά αλφάβητα

    Τα ιερογλυφικά ήταν για αιώνες το μέσο γραφής στην Aίγυπτο κι αλλού

    Την περίοδο, όμως, του ελληνικού μεσαίωνα για λόγους που μας είναι άγνωστοι, αλλά που θα πρέπει να έχουν άμεση σχέση με την γενικότερη παρακμή που παρουσιάζει ο ελληνικός χώρος την περίοδο αυτή, η γραφές αυτές εγκαταλείπονται τελείως. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για το φοινικικό αλφάβητο, να δείξει τα προτερήματα της αλφαβητικής γραφής.

    Ακόμα και κατά τους αρχαίους χρόνους, η παράδοση απέδιδε στο ελληνικό αλφάβητο φοινικική προέλευση και δεν αμφισβητείται η άποψη πως έφθασε στους έλληνες μέσω των αλφαβήτων της Μικράς Ασίας. Έχουμε τρεις τύπους ελληνικού αλφαβήτου: πράσινος, αυτός που προέρχεται από τις νήσους του νότιου Αιγαίου, κόκκινος, ο προερχόμενος από τη δύση και γαλάζιος από την ανατολή. Είναι πιθανό πως ο πράσινος τύπος, που περιλαμβάνει τις επιγραφές από τη Θήρα, την Κρήτη και τη Μήλο, είναι ο πιο αρχαίος και πλησιάζει περισσότερο προς το φοινικικό αρχέτυπο. Στα κείμενα της Θήρας έχει μόνο 22 γράμματα, ενώ στα κρητικά έχει προστεθεί το δίγαμμα και τα γράμματα του γίνονται 23.

    Το ελληνικό αλφάβητο θα εδραιωθεί για τα καλά στο χώρο του Αιγαίου και αφού περάσει από διάφορες φάσεις και αλλαγές στα αρχαϊκά χρόνια, με τις αναγκαίες παραλλαγές σε κάθε κομμάτι του ελληνικού κόσμου, την περίοδο των κλασσικών χρόνων θα πάρει μια περισσότερο ομογενοποιημένη μορφή.

    Τα υλικά γραφής στη Μέση Ανατολή και στον κλασσικό κόσμο ήταν πολλά και ποικίλα. Ένας λόγος για αυτό ήταν πως, μετά την εφεύρεση και τη διάδοση αλφαβητικών μεθόδων, η χρήση της γραφής αυξήθηκε ανάλογα και χρειαζόταν, επομένως, φθηνό υλικό, έστω και πιο φθαρτό. Φυσικά, η αύξηση των γραπτών κειμένων κι η χαμηλότερη τιμή του υλικού γραφής προχωρούσε παράλληλα με την αύξηση του αριθμού των αναγνωστών.

    Στην αρχαία Αίγυπτο υπήρχε ήδη το έθιμο, όταν ήθελε κανείς να γράψει ένα πλήρες κείμενο ή ένα οριστικό κομμάτι από κάποιο έργο, να κολλάει πεπιεσμένο φύλλο παπύρου (βύβλος) επάνω σε άλλο κι έτσι να κατασκευάζει μακρές ταινίες, αυτές τυλίγονται σε κύλινδρο συγγραφής και φυλάγονταν σε μια θήκη. Ο Ηρόδοτος (2,92) κάνει λόγο για αυτή την εφεύρεση, αν και δεν μας λέει πότε την απέκτησε η Ελλάδα, εισήχθη πιθανώς στην Ιωνία κατά τους χρόνους του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, τον 6ο αιώνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα περίπου το 500. Όπου χρησιμοποιούσαν πινακίδες ή περγαμηνές, τις ένωναν μαζί σε κώδικες και επειδή οι κώδικες αυτοί κόστιζαν πολύ, τους χρησιμοποιούσαν συνήθως περισσότερο από μία φορά ξύνοντας τα αρχικά κείμενα και γράφοντας άλλα επάνω στην ίδια επιφάνεια (παλίμψηστα).

    Πορεία της ελληνικής γλώσσας στο χρόνο

    Οι ελληνικές διάλεκτοι που μεταφέρθηκαν στις αποικίες δεινοπάθησαν για πολλούς λόγους. Οι ίδιοι οι άποικοι αποτελούσαν ένα φυλετικό μείγμα, επειδή και πολλές διαφορετικές γενιές πήραν μέρος στην ίδρυση των αποικιών και ξένοι ήρθαν αργότερα εκεί. Επιπρόσθετα, με το πέρασμα των αιώνων, αναπτύχθηκε όλο και μεγαλύτερη οικειότητα με τους ιθαγενείς κατοίκους, που εξελληνίσθηκαν αλλά με τη σειρά τους επηρέασαν κι αυτοί τους Έλληνες. Αυτό είναι φανερό στη γλώσσα των διαφόρων λαών με τους οποίους ήρθαν οι Έλληνες σε επαφή στις αποικίες. Εκεί σχηματίσθηκαν καινούρια παρακλάδια των ελληνικών διαλέκτων, ιδιαίτερα στη λαϊκή γλώσσα π.χ. στον Πόντο.

    Στο τέλος του 5ου αιώνα, πάντως η αττική έγινε η κοινή γλώσσα, εν μέρει εξαιτίας της πνευματικής υπεροχής της Αθήνας κι ακόμη επειδή το κίνημα των σοφιστών δημιουργούσε μια ομοιόμορφη πνευματική ατμόσφαιρα.

    Οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου συνετέλεσαν αποφασιστικά στη χρήση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας της μακεδονικής κοσμοκρατορίας. Όχι μόνο σε περιοχές όπως η Μικρά Ασία που περιβρέχεται από το Αιγαίο, όπου τη μιλούσαν ήδη από αιώνες οι Έλληνες άποικοι αλλά επιβλήθηκε και σε ιθαγενείς λαούς παράλληλα με την αραμαϊκή, που είχα απλωθεί με την περσική κυριαρχία. Τη μιλούσαν ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατούσε το ιρανικό στοιχείο, όπως στον Πόντο και στην Καππαδοκία, στις ζώνες της Συρίας και της Μεσοποταμίας όπου κυριαρχούσαν οι σημιτικές γλώσσες, ιδιαίτερα η αραμαϊκή, στην Αίγυπτο και μέχρι τη μακρινή Ινδία. Βέβαια, έπειτα από λίγες δεκαετίες αποσπάσθηκαν πολιτικά τρεις χώρες, η Ινδία, η Βακτριανή κι η Παρθία. Όμως, στα λιγότερο απομακρυσμένα σημεία αυτών των περιοχών, η ελληνική διατηρήθηκε ως γλώσσα των ανώτερων τάξεων, των μορφωμένων και του λαού των ελληνικών πόλεων, σε πείσμα των παλαιότερων γλωσσών και διαλέκτων που τις χρησιμοποιούσαν οι απλοί άνθρωποι των πόλεων κι οι χωρικοί.

    Αυτή η ελληνική, η αττική «κοινή», ήταν σε χρήση παντού μέσα στον ελληνικό κόσμο. Εισδύει στη Μακεδονία και με τις κατακτήσεις των Μακεδόνων μεταφέρεται από άκρη σε άκρη της απέραντης αυτοκρατορίας τους, πράγμα που επιτυγχάνεται και με τη χρήση της από την αυλή αλλά κι εξαιτίας των μακεδονικών αποικιών. Ήταν μια αττική αρκετά διαφορετική από τη γνήσια, όπως δηλαδή εκείνη που μιλούσαν στην Αθήνα, ενώ είχε χάσει κάποιες ιδιομορφίες της, είχε επηρεαστεί από τις άλλες ελληνικές διαλέκτους, ιδιαίτερα από την ιωνική κι επιπλέον είχε δανειστεί κάποιους βαρβαρικούς νεολογισμούς. Όλες οι άλλες διάλεκτοι, που μιλούσε ο ελληνισμός του Αιγαίου υποχώρησαν μπροστά στην αργή επέκταση της κοινής αυτής που γνωρίζουμε και από τη μετάφραση της Βίβλου των «Εβδομήκοντα».

    Όταν η Ρώμη άπλωσε βαθμιαία την κυριαρχία της στον ασιατικό και στο μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού κόσμου, δεν επιχείρησε το ακατόρθωτο έργο να αντικαταστήσει την ελληνική με τη λατινική ως γλώσσα των μορφωμένων. Βλέποντας στις περισσότερες περιοχές την αναβίωση των παλαιότερων γλωσσών και πολιτισμών, όσων είχαν ιρανικές, σημιτικές, συριακές κι αιγυπτιακές ρίζες, αρκέσθηκε να προστατεύσει τον ελληνικό πολιτισμό των ανώτερων τάξεων.

    Πορεία της ελληνικής γραφής μέσα στο χρόνο

    Στην περίοδο μετά το 500 π.Χ. συνεχίζεται η εξάπλωση των ελληνικών αλφαβήτων από τις ελληνικές αποικίες σε γειτονικές χώρες με ξένη γλώσσα. Αλλά μερικές φορές αλφάβητα διαφορετικών αποικιών έχουν παρόμοια εξέλιξη, ενώ σε άλλες ελληνικές περιοχές γεννιούνται μεικτά συστήματα γραφής που επιβάλλονται είτε δυναμικά, άνωθεν, είτε, όπως γινόταν στις αποικίες, από φυλετική επιμειξία. Στην ίδια την Ελλάδα, το 403 π.Χ., οι Αθηναίοι αποφάσισαν να υιοθετήσουν επίσημα το ιωνικό αλφάβητο αν κι η χρήση του δεν γενικεύτηκε παρά έπειτα από πολλά χρόνια. Μέσα σε λίγες δεκαετίες είχε γίνει το αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν γενικά όλοι οι Έλληνες και τα ποικίλα συστήματα των περασμένων αιώνων λησμονήθηκαν, ταυτόχρονα αναπτύχθηκαν τόσο η κεφαλογράμματος όσο κι η επισεσυρμένη γραφή προκειμένου για χειρόγραφα.

    Από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ύστερα οι αλλαγές που υφίστανται η ελληνική επισεσυρμένη γραφή μπορούν να βοηθήσουν ώστε τα ελληνικά κείμενα να προσδιοριστούν χρονολογικά με ακρίβεια μιας γενιάς, αν όχι μιας δεκαετίας. Άλλες αλλαγές στα γράμματα έγιναν για καλλιγραφικούς σκοπούς όπως η προσθήκη λοφίων (κορυφών-άκρων) κι άλλων διακοσμητικών στοιχείων κι η χρησιμοποίηση συνδετικών σημείων, της «σίγλης» κι άλλων συντμήσεων. Οι τόνοι κι άλλα φωνητικά σύμβολα εφευρέθηκαν το 200 περίπου π.Χ.


    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Μορφές στην αρχαία ελληνική ιστορία (12)

    ΣΕΞΤΟΣ (3ος αιώνας μ.Χ.)
    Ήταν ένας αξιόλογος Έλληνας φιλόσοφος και εμπειρικός γιατρός, απολογητής της λεγόμενης Σχολής των ¨΄σκεπτικιστών` φιλοσόφων. Τα έργα του αποτελούν πηγή πληροφοριών για το είδος αυτό της φιλοσοφικής σκέψης. Ειδικότερα φρονούσε πως η απόδειξη της αλήθειας στην ουσία είναι αδύνατη και, παράλληλα, αρνιόταν το νόμο της αιτιότητας, υποστηρίζοντας ότι η σχέση μεταξύ αίτιου και αποτελέσματος του δεν είναι πραγματική, αντικειμενική, αλλά καθαρά υποκειμενική του κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Τέλος, δεν παραδεχόταν ούτε τις αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού και της Θείας Πρόνοιας, για το λόγο ότι η αντίστοιχη ύπαρξη του κακού αποτελεί σαφή αντίθεση και προς την ιδέα της ύπαρξης του αγαθού, δηλαδή του Θεού.

    ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ (556 ? 468 π.Χ.)
    Ο Σιμωνίδης ο `Κείος` γεννήθηκε στη νήσο Κέω (τη σημερινή Τζια) και πέθανε στις Συρακούσες της Σικελίας, σε ηλικία 88 ετώνΧ ήταν δε ονομαστός Έλληνας λυρικός ποιητής της αρχαιότητας και θαμαστότατος επιγραμματοποιός. Ασχολήθηκε με όλα γενικά τα είδη της λυρικής ποίησης. Έτσι, στο ενεργητικό του διαθέτει: ύμνους, παιάνες, διθυράμβους, εγκώμια, θρήνους, ελεγείες, επιγράμματα κ.α. Ιδιαίτερα τα τελευταία, δηλαδή τα επιγράμματα, τα είχε αναγάγει σε μέγιστη τελειότητα, λόγω της απλότητάς τους, της ασύγκριτης φραστικής τους συμπύκνωσης και του ύψους των περιεχομένων σ` αυτά νοημάτων. Από τα πιο γνωστά στην ιστορία επιγράμματά του είναι κατά περίφημα: `Ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι`, (που το έκανε για να χαραχτεί επάνω στο μνημείο των τριακοσίων του Λεωνίδα, στις Θερμοπύλες) και `Ελλήνων προμαχούντες, Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν`, που το συνέθεσε προς τιμή των μαραθονομάχων. Εξάλλου μετά τη νίκη κατά των Περσών στο Μαραθώνα, έγραψε (επίσης για τους μαραθωνομάχους) και μια ελεγεία του, με την οποία μάλιστα πέτυχε να νικήσει και αυτόν το γίγαντα Αισχύλο στο διαγωνισμό που σχετικά προκηρύχτηκε και ενεργήθηκε. Για δεύτερη δε φορά αναγορεύθηκε νικητής, σε ανάλογο διαγωνισμό, κατά το έτος 476 π.Χ. Ο Σιμωνίδης έχαιρε άκρας εκτίμησης στον αρχαιοελληνικό χώρο και μεγάλοι άνδρες της εποχής του, όπως ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Παυσανίας και πλείστοι όσοι άλλοι, τον τιμούσαν με τη θερμή φιλία τους. Από τα έργα του λίγα μόνο διασώθηκαν. Μετά το θάνατό του, το 468 π.Χ., στην Αυλή του τυράννου των Συρακουσών Ιέρωνα, ο οποίος τον φιλοξενούσε, οι Συρακούσιοι του έστησαν λαμπρό μνημείο μπροστά στην κεντρική πύλη της Ελληνικής τους (τότε) πολιτείας.

    ΣΟΛΩΝ (639 ? 559 π.Χ.)
    Ο διασημότατος νομοθέτης, φιλόσοφος και ποιητής Σόλων, ο επονομαζόμενος και `¨Αθηναίος`, ένας από τους εφτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, γεννήθηκε στην πόλη των Αθηνών, όπου και πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Η οικογένειά του ήταν πλούσια, με αριστοκρατική καταγωγή. Του έδωσε δε μια άριστη παιδεία και ανατροφή. Ο ίδιος, από πολύ μικρός, υπήρξε τρομερά φιλομαθής. Ταξίδευε στην Αίγυπτο, τη Φοινίκη, τη Μ. Ασία και την Κύπρο, φροντίζοντας εκεί να σπουδάσει τη νομοθεσία και την όλη πολιτικοοικονομική ζωή των παραπάνω χωρών, που επισκέφθηκε. Την πρώτη φήμη του στο Αθηναϊκό κοινό την κέρδισε με ποιήματά του (κυρίως `ελεγεία` και `ιάμβους`). Αργότερα ? και πιο συγκεκριμένα το 594 π.Χ. ? εκλέχθηκε άρχοντας της Αθήνας, με εντολή να λάβει μέτρα αναμόρφωσης και εκσυγχρονισμού της πόλης. Τα οποία αυτός και στη συνέχεια έλαβε. Τα μέτρα, που νομοθέτησε, μπορούμε αν τα συνοψίσουμε στην εισαγωγή τολμηρών και ριζοσπαστικών ? για την εποχή του ? λύσεων στα διάφορα αθηναϊκά προβλήματα, που ήταν περίπου οι εξής: 1) Απελευθέρωσε όλους όσους είχαν περιπέσει σε κατάσταση δουλείας για τα χρέη τους. 2) Απαγόρευσε τη μελλοντική δουλοποίηση των οφειλετών και των οικογενειών τους. 3) Ελάττωσε τα φορολογικά και άλλα βάρη των πολιτών. 4) Χορήγησε γενική αμνηστία για τα προγενέστερα των νόμων του εγκλήματα και ανακάλεσε όλους τους εξόριστους πολίτες της Αθήνας. Οι δύο πρώτες πολιτικές επιτυχίες του Σόλωνα, στην αρχή της σταδιοδρομίας του, ήταν η ανάκτηση της Σαλαμίνας από τους Μεγαρείς, που την είχαν πάρει πριν από τους Αθηναίους, και ο πειθαναγκασμός των Αλκμεωνιδών να υπαχθούν στην κρίση του δικαστηρίου της Αθήνας. Στα πιο χαρακτηριστικά ρητά και αποφθέγματα του συγκαταλέγονται και τα εξής: 1) `Γηράσκω δ` αεί πολλά διδασκόμενος` = `Προχωρώ σε ηλικία, πάντα πολλά νέα πράγμα μαθαίνοντας`, 2) `Συμβούλευε μη τα ήδιστα, αλλά τα άριστα` = `Ας συμβουλεύεις στους άλλους όχι τα πιο πολύ ευχάριστα, αλλά τα καλύτερα`. 3) `Νουν ηγεμόνα ποιού` = `Κάνε το νου σου κυρίαρχο` (επάνω σε όλα γενικά τα πράγματά σου).

    ΣΟΦΟΚΛΗΣ (496 ? 406 π.Χ.)
    Ο Σοφοκλής υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους σατυρικούς ποιητές της αρχαίας Ελλάδας και, συγχρόνως, δημιουργός σπουδαίων έμμετρων σατυρικών δραμάτων. Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και πέθανε, σε ηλικία 90 ετών, από ατύχημα που κατά τους ιστορικούς, ήταν πνιγμονή από μια ρόγα σταφυλιούΧ τάφηκε δε στη Δικελεία (το σημερινό Τατόϊ). Έγραψε περί τα 130 έργα, από τα οποία διασώθηκαν μόνο 7, τα οποία είναι και τα εξής: `Αντιγόνη`, `Οιδίπους Τύραννος`, `Οιδίπους επί Κολωνώ`, `Ηλέκτρα`, `Φιλοκτήτης`, `Αίας` και `Τραχίνιαι`. Σαν ποιητής ήταν ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της κλασσικής Αθηναϊκής Σχολής, του λεγόμενου `Αττικισμού` του 5ου π.Χ. αιώνα. Η ποίηση του είναι η τελειότερη μορφή του ιδεώδους και της Αττικής ψυχής (τόσο κατά τη σύλληψη όσο και κατά την έκφραση). Εξάλλου, συνέχισε και τελειοποίησε την ελληνική τραγωδία, όπως την αντιλήφθηκε και τη διαμόρφωσε, πριν απ` αυτόν, ο άλλος γίγαντας του είδους, ο Αισχύλος. Με το έργο του Σοφοκλή η δραματική τέχνη έφθασε , χωρίς καμία υπερβολή, σε ύψη δυσθεώρητα. Έφθασε στο πραγματικό αποκορύφωμά της. Επίσης εισήγαγε και αρκετές καινοτομίες, καθώς είναι λόγου χάρη η αύξηση του αριθμού των ηθοποιών και του χορού από 12 σε 15 μέλη κ.λπ. Μετά το θάνατό του τιμήθηκε τα μέγιστα από τους συμπολίτες του Αθηναίους, οι οποίοι πρώτα-πρώτα έστησαν πάνω στον τάφο του μια σειρήνα και χάραξαν σε αυτόν επίγραμμα, που έλεγε: `Κρυπτώ τώδε τάφω Σοφοκλή πρωτεία λαβόντα τη τραγική τέχνη, σχήμα το σεμνότατον`, που σημαίνει: `Μέσα στο σεμνότατο αυτό τάφο κρύβω τον Σοφοκλή, που έλαβε την πρώτη θέση στην τέχνη του τραγικού` (του δραματουργού). Επίσης κάθε χρόνο προσέφεραν προς τιμήν του διάφορες θυσίεςΧ τέλος δε την από χαλκό εικόνα του την είχαν αναρτήσει μπροστά στην είσοδο του αρχαίου Αθηναϊκού `Διονυσιακού Θεάτρου`.

    ΣΤΟΒΑΙΟΣ (5ος αιώνας μ.Χ.)
    Ο Ιωάννης Στοβαίος ήταν Έλληνας συγγραφέας, με καταγωγή από τους Στόβους της Μακεδονίας, από όπου και πηγάζει το όνομά του. Το έργο του είναι προϊόν ερανισμού και αποτελείται από δύο τμήματα. Το ένα από αυτά τιτλοφορείται `Εκλογαί` και το άλλο `Ανθολόγιον`. Για τη σύνταξή του, ο Στοβαίος έλαβε υπόψιν του 204 φιλοσόφους και ιστορικούς, 150 ποιητές και 120 ρήτορες όλων των εποχών, από τον Όμηρο μέχρι και τον καιρό που έζησε. Το έργο του αυτό περιλαμβάνει, κατά βάση, διάφορα ηθικά διδάγματα και γνωμικά, θεωρείται δε σαν ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά ως σήμερα γνωμολογικά έργα και συγχρόνως πολυτιμότατο βοήθημα ,που πέτυχε να διασώσει ως τις μέρες μας ολόκληρο πλήθος από αποσπάσματα έργων πεζογράφων και ποιητών της αρχαιότητας, τα οποία έχουνε απωλέσθη κατά το μεταξύ διάστημα.

    ΣΤΡΑΒΩΝ (65 π.Χ. ? 25 μ.Χ.)
    Γεννήθηκε στην Αμάσσεια του Πόντου, όπου και πέθανε, σε ηλικία 90 περίπου ετών. Υπήρξε γεωγράφος, ιστορικός και στωικός φιλόσοφος. Ειδικότερα, ως γεωγράφος, θεωρείται σαν ο διασημότερος της αρχαίας εποχής. Ταξίδεψε σε πάρα πολλά μέρη, γνωρίζοντας έτσι καλά τον κόσμο του καιρού του, αφού πιο πριν είχε σπουδάσει και αποχτήσει μόρφωση εξειδικευμένη κι εκλεκτή σε Σχολές της Νύδσσας, της Ρώμης και της Αλεξάνδρειας. Στο διάστημα των ταξιδιών του φρόντισε να συλλέξει όλο το απαιτούμενο υλικό, το οποίο τον βοήθησε μετά τη συγγραφή των δύο μεγάλων έργων ου, που είναι: 1) Τα `Ιστορικά υπομνήματα`, σε 47 συνολικά βιβλία (λίγα μόνο αποσπάσματα από αυτά έχουν ως σήμερα διασωθεί) και 2) Τα περίφημα `Γεωγραφικά` του, σε 17 βιβλία. Το δεύτερο αυτό έργο του Στράβωνα διασώθηκε σχεδόν ολόκληρο, χαρίζοντας του τη φήμη και τη δόξα στους κατοπινούς αιώνες. Πρόκειται για ένα περιληπτικό μεν, αλλά σαφέστατο και μεθοδικό σύγγραμμα, όχι απλά και μόνο χρήσιμο, αλλά και πραγματικά πολύτιμο σε ότι αφορά την πληροφόρηση για τα πράγματα της εποχής του.

    ΣΥΡΟΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
    Ο Πόπλιος Σύρος ήταν Ρωμαίος μιμογράφος και ηθοποιός, που καταγόταν από τη Συρία (απ` όπου και το όνομά του). Έγραψε πολλούς πετυχημένους μίμους, τους οποίους και ανέβασε κατόπιν σε θέατρα του Ρωμαϊκού κράτους, περιοδεύοντας γι` αυτό σε ολόκληρη την Ιταλία. Από όλες γενικά τις συγγραφές του διασώθηκαν μόνο γύρω στα 700 γνωμικά και αποφθέγματά του, τα οποία είχε γράψει με βάση το αποκαλούμενο `ιαμβικό τρίμετρο`.

    ΣΩΚΡΑΤΗΣ (469 ? 399 π.Χ.)
    Ο διασημότερος φιλόσοφος όλων των αιώνων και των εποχών Σωκράτης, γιος του Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης, γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου, μετά από μια ζωή πλουσιότατη σε δράση και διδασκαλία, φιλοσοφική, πέθανε το 399 π.Χ. πίνοντας το κώνειο, ύστερα απ` τη γνωστή θανατική καταδίκη του, σε ηλικία 70 ετών. Πριν απ` όλα τα άλλα θεωρούμε απαραίτητο να υπενθυμίσουμε εδώ τον χρησμό εκείνο του αρχαίου μαντείου, ο οποίος έλεγε, όπως έχουμε αναφέρει και σε άλλο σημείο,: `Σοφός Σοφοκλής, σοφότερος Ευριπίδης, ανδρών δ` απάντων Σωκράτης σοφότατος`. Αρχικά ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν γλύπτηςΧ αλλά σε λίγο το παράτησε κι άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με τη φιλοσοφία, την οποία θεράπευσε σε όλο το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του. Μαθήτευσε κοντά στον Αναξαγόρα και άλλους φιλοσόφους του και τού τουΧ το αποτέλεσμα ήταν να αναδειχτεί πολύ σύντομα σαν λίαν σπουδαίος και μεγάλος φιλόσοφος των Αθηνών, που, με τη διαλεκτικά διατυπωμένη περίφημη διδασκαλία του, συνάρπαζε κυριολεκτικά τους μαθητές του και τον κόσμο, ο οποίος συνέρεε και κατανυχτικά τον άκουγε. Από τη στιγμή, που αποφάσισε να αφοσιωθεί στις φιλοσοφικές του διατριβές, δεν ασκούσε κάποιο άλλο επάγγελμα καθαρά βιοποριστικόΧ αλλά, ελεύθερος, γυρνούσε στις όχθες του Ιλισσού, τα καταστήματα και τις διάφορες στοές της πόλης, άσχημος γενικά κατά την όψη, ξυπόλητος και κακοφορεμένος, διδάσκοντας, παροτρύνοντας, συμβουλεύοντας και καυτηριάζοντας (ανάλογα με την περίσταση) τους οπαδούς του κι όσους άλλους τον περιστοίχιζαν. Δεν έγραψε κανένα έργο, ότι δε γνωρίζουμε σχετικά με αυτόν αντλείται από συγγράμματα των μαθητών του Πλάτωνα, Ξενοφώντα και Αριστοτέλη. Με τη διδασκαλία του προσπάθησε να διορθώσει τα `κακώς κείμενα` της κοινωνίας, κηρύσσοντας συνέχεια την αλήθεια και την αρετή. Δίδασκε πάντα δωρεάν και ποριζόταν τα αναγκαία για το `ζην` μόνο από τις προσφορές των οπαδών του. Ξεκινούσε τη διδασκαλία του από τα Γυμνάσια κάθε πρωί και την παρέτεινε το απόγευμα στους περιπάτους και ως αργά το βράδυ. Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται πλείστοι όσοι υστερότερα σπουδαίοι και ισχυροί παράγοντες των γραμμάτων και της αθηναϊκής πολιτικής, σαν τον Πλάτων, τον Αλκιβιάδη, τον Αισχίνη, τον Αντισθένη, τον Ευκλείδη, τον Κρίτωνα, τον Φαίδωνα κ.α. Πρέσβευε και δίδασκε ότι υπάρχει ένα υπέρτατο ον, το οποίο το ονόμαζε `δαιμόνιον μεγίστης σοφίας και αγαθότητας`. Από το σημείο αυτό ξεκινώντας μερικοί εχθροί του, που δεν τον χώνευαν γιατί έλεγχε συνέχεια το βίο και την πολιτεία του, ως παραγόντων της δημόσιας αθηναϊκής ζωής, τον κατηγόρησαν πως στρέφεται δήθεν εναντίον στους αναγνωρισμένους θεούς, εισάγοντας `καινά δαιμόνια` και παραβιάζοντας έτσι το νόμο, ο οποίος, με ποινή θανάτου, απαγόρευε κάθε προσβολή των καθιερωμένων θεοτήτων της εποχής. Και συνάμα ότι με τον τρόπο του αυτό διαφθείρει τη νεολαία της πόλης και διαδίδει μεταξύ της νέες ανατρεπτικές ιδέες. Μετά την κατηγορία, ο ρήτορας Λυσίας προσφέρθηκε να τον υπερασπιστεί δωρεάνΧ αλλά ο Σωκράτης δεν το δέχθηκε αυτό κι ανέλαβε από μόνος του την υπεράσπισή του μπροστά στο από 500 μέλη δικαστήριο, που τον δίκασε. Παρότι στην απολογία του απέδειξε περίτρανα την αθωότητά του, με δύναμη και διαλεκτική δεινότητα πραγματικά ασύγκριτες, εντούτοις, η απόφαση βγήκε τελικά καταδικαστική σε βάρος του (με πλειοψηφία 283 ψήφων, σε σύνολο 500). Όταν, αμέσως μετά, του είπαν να υποβάλει αίτηση μετατροπής της ποινής του σε εξορία ή πρόστιμο, αυτός πάλι αρνήθηκε να το κάνει, λέγοντας πως, αν το έκανε αυτό, θα ήταν σαν παραδεχόταν ο ίδιος την ενοχή του. Όταν επίσης, κατά τις τελευταίες μέρες πριν απ` τη θανάτωσή του, ο μαθητής του Κρίτωνας του υπέδειξε να δραπετεύσει (είχε δωροδοκήσει του φύλακές του) και στη συνέχεια να φυγαδευτεί μακριά, εκείνος ξανά αρνήθηκε, λέγοντας ότι χρέος του πολίτη είναι να υπακούει στους κείμενους νόμους της πατρίδας του. Την ημέρα της εκτέλεσής του, αφού έκανε πιο πριν στους μαθητές του μια υπέροχη διδασκαλία, σχετική με την αθανασία της ψυχής, με θαυμαστή κι απόλυτη αταραξία, πήρε από το δεσμοφύλακα του το φλιτζάνι με το κώνειο και, όταν το ήπιε. `εξεμάρτησε το ζήν`, δίνοντας με τον τρόπο τούτο, στον κόσμο ένα ισχυρότατο παράδειγμα φιλοπατρίας, αρετής και τέλειας προσήλωσης στους νόμους και τις πεποιθήσεις του. Μεταξύ των γνωμικών και αποφθεγμάτων του Σωκράτη ξεχωρίζουν, κατά τη γνώμη μας, τα παρακάτω τρία: 1) `Εν οίδα ότι ουδέν οίδα`, που σημαίνει: `Ένα ξέρω, πως τίποτα δεν ξέρω` (μπροστά στον απέραντο ωκεανό της ανθρώπινης γνώσης). 2) `Αρχή σοφίας της αγνοίας η γνώσις`, δηλαδή: `Η γνώση της άγνοιας του συνιστά την αφετηρία της (αληθινής) σοφίας για έναν άνθρωπο`. 3) `Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τ` αγαθά φέρει`, που σημαίνει: `Όπως ακριβώς μια εύφορη χώρα, έτσι κι η παιδεία μας φέρνει όλα τα εν γένει καλά`.

    ΤΑΚΙΤΟΣ (1ος ? 2ος αιώνας μ.Χ.)
    Ο Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος είναι ίσως ο διασημότερος ιστορικός της Αρχαίας Ρώμης. Το πότε όμως γεννήθηκε πέθανε δεν μας είναι σήμερα επακριβώς γνωστά. Πάντως η ζωή του τοποθετείται μεταξύ του 50 και του 150 μ.Χ. Από τα έργα του διασώθηκαν μόνο 5, μεταξύ των οποίων είναι οι `Διάλογοι περί των ρητόρων`, τα `χρονικά`, τα `Ήθη των Γερμανών` κ.α.

    ΥΠΕΡΕΙΔΗΣ (389 - 232 π.Χ.)
    Υπήρξε ένας από τους δέκα κορυφαίους Αθηναίους ρήτορες, εκλεκτός μαθητής του Πλάτωνα και του Ιπποκράτη, καταγόταν από το Δήμο Κολλυτού. Ήταν σύμμαχος του Δημοσθένη και δραστήριο στέλεχος της `αντιμακεδονικής μερίδας` της Αθήνας, της οποίας, λίγο αργότερα, έγινε και αρχηγός. Λόγω της δράσης του αυτής καταδιώχθηκε από τους `μακεδονίζοντες` και αναγκάσθηκε να καταφύγει στο Αιάκειο της Αίγινας, για να σωθεί. Αλλά και από εκεί οι πράκτορες των Μακεδόνων (ο Αρχίας) τον απέσπασαν, παρά το ιερό και απαραβίαστο του χώρου, και τον παρέδωσαν στο στρατηγό Αντίπατρο, που, στη συνέχεια τον θανάτωσε. Από τους συνολικά 77 λόγους του, λίγοι μόνο σώθηκαν, που είναι οι εξής: ο `Κατά Δημοσθένους`, ο `Υπέρ Λυκόφροντος απολογία`, ο `Επιτάφιος`, ο `Κατά Αθηνογένους`, ο `Υπέρ Ευξενείπου απολογία` και ο `Κατά Φιλιππίδου`. Σαν κλύτερος απ` αυτούς λογίζεται ο `Επιτάφιος`, στον οποίο εγκωμιάζονται ο στρατηγός Λεωσθένης και οι συμπολεμιστές του, που έπεσαν ηρωικά στη διάρκεια του `Λαμιακού πολέμου` κατά των Μακεδονικών δυνάμεων.



    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Μορφές στην αρχαία ελληνική ιστορία (11)

    ΠΟΛΥΒΙΟΣ (203 - 120 π.Χ.)
    Ο Πολύβιος ήταν μεγάλος και πολυγραφότατος Έλληνας ιστορικός της αρχαιότητας. Γεννήθηκε στη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας, όπου και πέθανε σε ηλικία 84 ετών. Μετά την ήττα του Περσέα από τους Ρωμαίους, χίλιοι πολίτες της `Αχαϊκής Συμπολιτείας` σύρθηκαν ως όμηροι στη Ρώμη, μεταξύ τους δε και ο ιστορικός, για τον οποίο τώρα γίνεται εδώ ο λόγος. Το 150 π.Χ. γύρισε στην πατρίδα του Χ αλλά ξαναπήγε μετά στη Ρώμη, όπου μετά διετία, ακολούθησε τον περίφημο Ρωμαίο στρατηγό Σκιπίωνα (τον επιλεγόμενο και `Αφρικανό`), που πολιόρκησε και τελικά κατέστρεψε συθέμελα την αρχαία Καρχηδόνα. Έγραψε πέντε συγγράμματα, το σπουδαιότερο απ` τα οποία υπήρξε το υπό τον τίτλο `Αι ιστορίαι`, απαρτιζόμενο από 40 συνολικά βιβλία. Από αυτά όμως μόνο τα πέντε πρώτα έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τον Μόμμιο (το 146 π.Χ.) και λόγω και των γνωριμιών που είχε συνάψει, κατά το διάστημα της παραμονής του στη Ρώμη, με εξέχουσες προσωπικότητες της, οι Ρωμαίοι του ανέθεσαν το έργο της σύνταξης του πολιτεύματος της `Νέας Αχαϊκής Συμπολιτείας`.

    ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ (483 - 425 π.Χ.)
    Γεννήθηκε στα άβδηρα της Θράκης, όπου και αρχικά άσκησε το επάγγελμα του αχθοφόρου. Πέθανε δε από πνιγμό όταν το πλοίο, που τον μετέφερε στη Σικελία, καθοδόν βούλιαξε. Ήταν διάσημος σοφιστής και παιδαγωγός. Κοντά στα άλλα παρέδινε μαθήματα και στα παιδιά του μεγάλου Περικλή, του τότε αρχηγού της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Πίστευε πως η αλήθεια είναι έννοια ρευστή και σχετική, γιατί τα πάντα εξελίσσονται και μεταβάλλονται συνέχεια. Εφόσον δε η πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, δεν είναι δυνατή κι η ύπαρξη μιας σταθερής αλήθειας. Το συμπέρασμά του απ` αυτή τη θεωρία συνοψίσθηκε στο γνωστό εκείνο απόφθεγμά του: `Πάντων χρημάτων μέτρον έστω άνθρωπος, των μεν όντων ως έστι, των δε μη όντων, ως ουκ έστι`, που σημαίνει ότι: `Όλων των πραγμάτων αξιολογικό κριτήριο είναι ο άνθρωπος ο ίδιος, για τα όσα μεν υπάρχουν, ότι υπάρχουν, για τα όσα δε δεν υπάρχουν, ότι δεν υπάρχουν`. Η αρχαιότητα γνώριζε πολλά συγγράμματα του Πρωταγόρα, όπως τα `Αλήθεια ή καταβαλλόντες`, `Αντιλογίες`, `Περί της εν αρχή καταστάσεως`, `Περί Θεών`, `Μέγας λόγος`, `Περί του όντος` κ.α. Από αυτά όλα, όμως, μόνο ελάχιστα αποσπάσματά τους διασώθηκαν. Γεγονός είναι πάντως, ότι ο σοφιστής Πρωταγόρας άσκησε μεγάλη επίδραση στην εποχή του και σε αρκετούς από τους μεταγενέστερούς του. Σαν δείγμα δε της αξίας του είναι και η έντονη πολεμική που του άσκησε ο Πλάτωνας, καθώς και το ότι μεταξύ των θαυμαστών του υπήρξαν και άνδρες ? κολοσσο, σαν τον Ευρυπίδη, τον Περικλή και αρκετά πολλούς άλλους. Η κάθε αξία όμως, καθώς διαπιστώθηκε πολλές φορές ως τώρα, δημιουργεί στους ανθρώπους το μικρόβιο του φθόνου. Έτσι δε ακριβώς έγινε και στην περίπτωση του Πρωταγόρα. Οι αντίπαλοί του κι ένα τμήμα του Αθηναϊκού λαού δεν χώνευαν τη μεγάλη ακτινοβολία τουΧ και γι` αυτό τον μήνυσαν `επί ασέβαια` οπότε αυτός, για να μπορέσει να σωθεί, βρέθηκε στην ανάγκη να φυγαδευθεί κρυφά απ την πόλη. Αλλά, καθώς προαναφέραμε, στο δρόμο το καράβι, που τον έφερε στη Σικελία, βούλιαξε κι ο Πρωταγόρας, πνίγηκε το 415 π.Χ. σε ηλικία 68 ετών.

    ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ (580 - 490 π.Χ.)
    Καταγόταν από τη Σάμο, όπου και γεννήθηκεΧ πέθανε σε ηλικία 90 ετών στο Μεταπόντιο της Νότιας Ιταλίας από βίαιο θάνατο (συγκεκριμένα μια αντίπαλη φατριά, με επικεφαλή τον Κύλωνα, έβαλε φωτιά στο σπίτι στο οποίο έμενε, με αποτέλεσμα να καεί μέσα σ` αυτό και ο ίδιος ο Πυθαγόρας). Ήταν μέγιστος Έλληνας μαθηματικός επιστήμονας φιλόσοφος και ηγέτης ιδιαίτερα σημαντικής πολιτικό-θρησκευτικής κίνησης της εποχής του, θεωρούμενος και ως ο ιδρυτής της μαθηματικής επιστήμης, μάλιστα δε σε διεθνές επίπεδο. Σε ηλικία 18 ετών μόνο κέρδισε μια πρώτη νίκη και στέφθηκε Ολυμπιονίκης στο αγώνισμα της πυγμαχίας, που τότε λογιζόταν απ` τα σπουδαιότερα του στίβου. Η διδασκαλία του Πυθαγόρα υπήρξε μόνο προφορικήΧ και γι` αυτό είναι δύσκολη η ακριβής γνώση όλων γενικά των φιλοσοφικό-επιστημονικών δοξασιών του. Η Σχολή του αποτελούσε `κλειστό κύκλωμα` κι ένα είδος μυστικισμού κυριαρχούσε επάνω στα διδασκόμενα μέσα σ` αυτή. Σχετικά πρέπει να λεχθεί ότι οι οπαδοί και μαθητές του έπαιρναν όρκο πως θα τηρήσουν αυστηρή εχεμύθεια, κρατώντας απόρρητα απ` τους αμύητους τα όσα μάθαιναν εκεί. Υποστηρίζεται από πολλούς (και είναι μάλλον το πιθανότερο) η γνώμη, κατά την οποία η οργάνωση του Πυθαγόρα δεν ήταν καθαρά θρησκευτική, αλλά περισσότερο πολιτική, στρεφόμενη κατά των δημοκρατικών της νήσου του. Γι` αυτό άλλωστε, και οι τελευταίοι αυτοί με πραγματική μανία αντιμετώπισαν τον Πυθαγόρα και τους οπαδούς του, τους οποίους λίγο αργότερα κατάσφαξαν στην κυριολεξία. Οπωσδήποτε η προσωπικότητα του Πυθαγόρα έχει έκτοτε περιβληθεί με τον πέπλο του μυστηρίου και του θρύλου. Το μόνο σίγουρο σχετικά είναι ότι άσκησε λίαν σημαντική επίδραση για την ανάπτυξη, στα πλαίσια του Ελληνικού χώρου, της φιλοσοφίας των `μερικών` λεγόμενων επιστημών, ιδιαίτερα δε της επιστήμης των μαθηματικών. Σαν μέθοδο έρευνας του μεταχειρίσθηκε την παρατήρηση, πιστεύοντας συνάμα, πως τα όντα δεν εξαντλούνται μ` όσα υποπίπτουν στις αισθήσεις μας, αλλά πως, πέρα από αυτά, υπάρχει και μια ουσία `αϊδιός`, η οποία ναι μεν είναι άμεσα αντιληπτή, αλλά ενυπάρχει σ` όλα γενικά τα πλάσματα, εξασφαλίζοντας την τάξη και την αρμονία και σ` όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή και στα `μη όντα`. Την δε ουσία αυτή ο Πυθαγόρας την είχε επονομάσει `αριθμό` (όχι βέβαια υπό τη μαθητική της έννοια, αλλά υπό ευρύτερη φιλοσοφική και καθαρά συμβολική της σημασία). Έτσι φέρεται στο συμπέρασμα ότι, εκτός από τον κόσμο των όντων, υπάρχει και ο υπερβατικός κόσμος των `αριθμών`, που δεν είναι δυνατόν να τον αντιληφθούμε με τα αισθητήρια όργανά μας, αλλά μόνο με την ονομασθείσα από αυτόν τον ίδο `διαίσθηση`. Παράλληλα, ο Πυθαγόρας δίδαξε ότι η ψυχή είναι αθάνατη και ότι υπάρχουν μεταθανάτιος: τόσο επιβράβευση, για τους ενάρετους ανθρώπους, όσο και ποινές για τους μη ενάρετους (δηλαδή αμαρτωλούς ανθρώπους). Μετρικά από τα πιο χαρακτηριστικά του αποφθέγματα είναι και τα εξής: 1) `Μη εν πολλοίς ολίγα λέγε, αλλ` εν ολίγοις πολλά`, δηλαδή: `Ας μη λες λίγα με πολλά λόγια, αλλά πολλά (και ζουμερά) πράγματα, με λίγα μόνο λόγια`. 2) `Εν οργή μήτε τι λέγειν μήτε τι πράττειν`, δηλαδή: `Όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση οργής, ούτε να λες ούτε και να πράττεις κάτι`. 3) `Δικαιοσύνην ασκίν λόγβ τε και έργω`, δηλαδή: `Με λόγια και με έργα (έμπρακτα) να εφαρμόζεις τη δικαιοσύνη`. 4) `Διπλούν ορώσιν οι μαθόντες γράμματα`, δηλαδή: `Οι μορφωμένοι βλέπουν διπλά` (σε σύγκριση με τους απαίδευτους ανθρώπους).

    ΣΑΠΦΩ (628 - 563 π.Χ.)
    Η Σαπφώ ήταν μεγάλη ποιήτρια της Ελληνικής αρχαιότητας, γεννημένη στη Μυτιλήνη, όπου και πέθανε, σε ηλικία 65 ετών. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα ποιήτρια σ` ολόκληρο τον κόσμο. Και επειδή συνάμα ήταν πολυγραφότατη, ο Πλάτωνας την είχε επονομάσει `Δεκάτη μούσα`, άλλοι δε την είπαν `Θηλυκό Όμηρο`, `Θαυμαστό τέρας`, `Τιμή των Λεσβίων γυναικών` και `Πιερία μέλισσα`. Στη Μυτιλήνη, μεταξύ άλλων, είχε ιδρύσει και μια ονομαστή για τότε γυναικεία ποιητική σχολή. Ο σοφός Πιττακός, σαν κυβερνήτης της κοινής νησιώτικης πατρίδας τους, της Λέσβου, την είχε εξορίσει απ` αυτήν για πολιτικούς λόγους. Εξάλλου, την κατηγόρησαν και ως `λεσβία`, δηλαδή ομοφυλόφιλη, με αποτέλεσμα να γίνει αντικείμενο σατιρισμών εκ μέρους πλείστων όσων κωμικών της εποχής της. Από τα έργα της τίποτε σχεδόν δεν σώθηκε, εκτός απ` την περίφημη `Ωδήν` της προς την Αφροδίτη, τη θεά του έρωτα. Μετά το θάνατο της Σαπφώς, η μεν πατρίδα της Μυτιλήνη χάραξε την προσωπογραφία της επάνω σε νομίσματα της, οι δε πόλεις της Περγάμου και των Συρακουσών έστησαν αγάλματά της, για να τη δοξολογήσουν, εξάλλου, περισσότεροι από εκατό αρχαίοι ποιητές και συγγραφείς έγραψαν και ύμνησαν, σε υπέρτατο βαθμό, το όλο έργο της και την προσωπικότητά της. Σαν αιτία του θανάτου της αναφέρεται η αυτοκτονία. Και πιο ειδικά λέγεται ότι κρεμάστηκε από το ακρωτήριο Λευκάτα, εξαιτίας μιας σφοδρότατης ερωτικής απογοήτευσης, στην οποία είχε τότε περιέλθει. Τα λυρικά ποιήματα της Σαπφώς αποτελούσαν κατ` άλλους μεν 7, κατ` άλλους δε 9 βιβλία, από τα οποία όμως, καθώς προαναφέραμε, ελάχιστα μόνο μικρά αποσπάσματά τους έχουν διασωθεί.

    ΣΕΝΕΚΑΣ (2 ? 66 μ.Χ.)
    Υπήρξε διάσημος Ρωμαίος φιλόσοφος ποιητής και δραματουργός, γιος του ρήτορα και αξιόλογου λογίου Μάρκου Σενέκα. Γεννήθηκε στην Κορδούη της Ισπανίας και πέθανε στη Ρώμη, σε ηλικία 64 ετών. Έτυχε άριστης ανατροφής και παιδείας. Ο πατέρας του ο ίδιος του είχε διδάξει τη ρητορική. Αρχικά άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, στη συνέχεια δε ίδρυσε δική του φιλοσοφική Σχολή στη Ρώμη, η οποία σύντομα απέκτησε μεγάλη φήμη, συγκεντρώνοντας ότι το εκλεκτό είχε να επιδείξει ο κόσμος των τότε Λατίνων. Ο αυτοκράτορας Καλιγούλας όμως, με αφορμή μια υπόθεση σκανδάλου ? στο οποίο ο Σενέκας αποδείχθηκε πως ήτανε αμέτοχος ? τον εξόρισε, επί οκταετία, στη νήσο Κορσική. Αλλά το 49 μ.Χ. ανακλήθηκε από την εξορία του και η αυτοκράτειρα Αγριππίνα του ανέθεσε την εκπαίδευση του νεαρού γιου της Νέρωνα. Το αποτέλεσμα απ` αυτό υπήρξε διττό: από τη μια μεριά μεν ο Σενέκας, με τις πλάτες του Νέρωνα, απόχτησε μεγάλη δύναμη κι ακόμα μεγαλύτερη περιουσία, από την άλλη δε βρέθηκε στην ανάγκη να συμβιβασθεί και να υμνήσει αρκετές φορές τις τερατώδεις πράξεις του ανθρωπόμορφου αυτού και λίαν αποκρουστικού Ρωμαϊκού θηρίου. Το τέλος του υπήρξε τραγικό. Διότι ο φιλόσοφος όντας αναμεμειγμένος σε μια συνωμοσία κατά του Νέρωνα, που έγινε μετά γνωστή, διατάχθηκε από αυτόν να αυτοκτονήσει, κόβοντας τις φλέβες του, πράγμα το οποίο κι αναγκάσθηκε να το κάνει ο Σενέκας το 66 μ.Χ. Τα κυριότερα έργα του είναι: 1) `Διαλόγων, βιβλία 12`, `Περί φυσικών ζητημάτων`, `Περί γαλήνης της ψυχής`, `Περί προνοίας`, `Περί ευτυχούς ζωής` κ.λπ. Επίσης έγραψε ορισμένες τραγωδίες, σάτιρες και λίαν σημαντικό αριθμό επιστολών του.



    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Μορφές στην αρχαία ελληνική ιστορία (10)

    ΠΛΑΤΩΝ (427 - 345 π.Χ.)
    Υπήρξε ο διασημότερος μαθητής του Σωκράτη, ο δάσκαλος του Αριστοτέλη και μιας ολόκληρης πλειάδας άλλων φιλοσόφων και πνευματικών δημιουργών ένας γίγαντας πραγματικός της παγκόσμιας σκέψης, που εξάσκησε πελώρια, πράγματι, επιρροή στα πνεύματα κάθε κατοπινού αιώνα, κάθε χώρας και κάθε γενικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Γεννήθηκε στο `δαιμόνιον πτολίεθρον` των Αθηνών, όπου και πέθανε, σε ηλικία 82 ετών. Αρχικά λεγόταν Αριστοκλής, αλλά ο ίδιος μετέτρεψε λίγο μετά το όνομά του σε Πλάτων, λόγω της ευρύτητας του στήθους του και του μετώπου του. Ταξίδεψε πολύ στη Σικελία, τη Μικρά Ασία, την Κυρήνη, την Αίγυπτο κι αλλού, γυρίζοντας δε, σε ηλικία 40 ετών, στην Αθήνα, ίδρυσε εκεί τη διάσημη Σχολή του, που, λόγω της γειτνίασης της με το ιερό του Ακαδήμου, πήρε την επωνυμία `Ακαδημία Πλάτωνος`. (Πάνω στην Ιερά οδό, όπου ως τώρα ακόμη σώζεται και η περίφημη `ελιά του Πλάτωνα`). Στην είσοδο της είχε γράψει την επιγραφή `Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω`, δηλαδή: `Κανένας ας μη μπαίνει εδώ, που να μην ξέρει γεωμετρία` και κατ` επέκταση, τα μαθηματικά, που ήταν τότε ένας κλάδος της φιλοσοφίας. Έγραψε πλείστα όσα μεγάλα έργα, μεταξύ των οποίων και τα εξής: `Απολογία Σωκράτους`, `Κρίτων`, `Φαίδων`, `Συμπόσιον`, `Φαίδρος`, `Αλκιβιάδης`, `Λάχης`, `Πρωταγόρας`, `Γοργίας`, `Μένων`, `Ίων`, `Μενέξενος`, `Πολιτεία`, `Νόμοι` , `Χαρμίδης`, `Τίμαιος`, `Επιστολαί` και πολλά άλλα. Πίστευε στην αθανασία της ψυχή, μετά το θάνατο του ανθρώπου. Το πολιτικό σύστημα του Πλάτωνα, που το εκθέτει βασικά στην ιδανική και ? σε μεγάλο βαθμό ? ουτοπιστική `Πολιτεία` του, ήτανε αριστοκρατικό και αντιδημοκρατικό. Πρόβλεπε την ύπαρξη τριών κύριων κοινωνικοπολιτικών τάξεων: Των αρχόντων, των γενναίων πολιτών (επιφορτισμένων με την ασφάλεια του κράτους και την εκτέλεση των αποφάσεων των αρχόντων) και τέλος των γεωργοεπαγγελματιών. Εξάλλου, στους `Νόμους` του, κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προβλέπει μέτρα για τη διαίρεση των κρατικών λειτουργιών, τη δίωξη των άθεων και τη συντήρηση της τότε ισχύουσας δουλοκτησίας. Με λίγα λόγια, μέτρα αντιδημοκρατικά και ως ένα σοβαρό βαθμό, ανελεύθερα. Την πιο κολοσσιαία όμως γενική επίδραση πάνω στους μεταγενέστερους (ανθρώπους, λαούς, κοινωνίες, θρησκείες, κοσμοθεωρίες και πολιτικές ιδεολογίες) την άσκησε αναμφίβολα η περίφημη διδασκαλία του περί ιδεών. Πρώτος αυτός, άλλωστε, χρησιμοποίησε τον όρο `Ιδέα`, σα μια έννοια όμως υπερβατική. Ειδικότερα δε δίδαξε πως: ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας είναι κάτι το μεταβλητό και το διαρκώς εξελισσόμενο, υποκείμενο στον νόμο της γένεσης και της φθοράς. Πάνω απ` αυτό όμως υπάρχει κάτι άλλο ανώτερο και τέλειο, που συνιστά το αποκαλούμενο `ιδεώδες`, δηλαδή τον κόσμο των ιδεών, ο οποίος είναι άφθαρτος, αιώνιος και αναλλοίωτος από το πέρασμα του παντόφθορου χρόνου. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα συνιστά τη συνέχιση, έξαρση, συμπλήρωση και συστηματοποίηση εκείνης του Σωκράτη. Αλλά, εκτός από τη φιλοσοφία, ο μέγιστος αυτός Αρχαιοέλληνας είχε και άλλες επιδόσεις. Έτσι π.χ. διέπρεψε και στα μαθηματικά, τη γεωγραφία, την αστρονομία, τη λογική και την ψυχολογία, όπου επίσης το διάβα του άφησε μια πραγματικά μεγάλη εποχή. Στον τάφο του επάνω χάραξαν το ακόλουθο επίγραμμα: `Σώμα μεν εν κόλποις κατέχει τόδε γαία Πλάτωνος, ψυχή δ` ισοθέων τάξιν έχει μακάτων`, που σημαίνει ότι: `Η γη μεν κατέχει αυτό εδώ του Πλάτωνα το σώμα, αλλά η ψυχή του βρίσκεται ανάμεσα στους ισοθέους μάκαρες`.

    ΠΛΑΥΤΟΣ (251 - 184 π.Χ.)
    Ο Τίτος Μάκκιος Πλαύτος θεωρείται σαν ο εξοχότερος μεταξύ άλλων, κωμικός ποιητής της αρχαίας Ρώμης. Γεννήθηκε στην Ομβρική και πέθανε στη Ρώμη, σε ηλικία 65 ετών. Έγραψε μεγάλο αριθμό από κωμωδίες, που, κατά την παράδοση, ανέρχονταν σε 130, πλην αρκετών από αυτές αμφισβητήθηκε μετά η γνησιότητα τους. Σήμερα διασώζονται μόνο 20 από τα παραπάνω έργα του, τα οποία και, κατά κανόνα, θεωρούνται ως απομιμήσεις παλαιότερων ελληνικών κωμωδιών. Πάντως, στην εποχή που έζησε, οι κωμωδίες του Πλαύτου έχαιραν σημαντικής δημοτικότητας κι εξακολούθησαν να παίζονται επί πολλούς αιώνες ύστερα απ` το θάνατό του.

    ΠΟΛΥΚΛΕΙΤΟΣ
    O Πολύκλειτος (ήκμασε γύρω στο 450-420 π.X.), ο πιο ξακουστός γλύπτης της αρχαιότητος μαζί με τον σύγχρονο του Φειδία, γεννήθηκε στην Σικυώνα γύρω στο 480 π.X. Και οι δύο υπήρξαν μαθητές του φημισμένου Αγελάδα. Ο Πολύκλειτος εργάσθηκε στο Άργος και αργότερα έγινε πρύτανης της Γλυπτικής σχολής εκεί. Τα έργα του είχαν μεγάλη επιρροή σε όλους τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Περισσότερο από εκατό χρόνια μελετούσαν και έκαναν αντίγραφα τα γλυπτά του. Σύμφωνα με τον Πλίνιο "αυτός μόνο από το ανθρώπινο γένος θεωρείται να έχει ενσωματώσει τις αρχές της τέχνης του σε ένα έργο". Ο Πλίνιος αναφέρεται στο φημισμένο έργο του "ο Κανών" (Δορυφόρος), στο οποίο είχε χαράξει τις ιδεώδεις διαστάσεις του ανθρωπίνου σώματος. Άλλα έργα του είναι ο Διαδούμενος, το καλύτερο αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο μουσείο των Αθηνών, το κολοσσιαίο άγαλμα της καθισμένης θεάς Ήρας στο Άργος, κατασκευασμένο από χρυσό και ελεφαντοστούν, εθεωρείτο ισότιμο με τον Δία του Φειδία στην Ολυμπία. Μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα του αγάλματος από Αργικά νομίσματα της εποχής που δείχνουν ολόκληρη την θεά Ήρα ή το κεφάλι της. Ένα άλλο έργο του Πολύκλειτου είναι η Πληγωμένη Αμαζόνα.

    ΠΛΙΝΙΟΣ (23 - 79 μ.Χ.)
    Ο Πλίνιος γεννήθηκε στην πόλη Κόμο της Βόρειας Ιταλίας και πέθανε, σαν θύμα και αυτός της μεγάλης έκρηξης του Βεζούβιου, το έτος 79 μ.Χ., που καθώς είναι γνωστό, έθαψε με τη λάβα του τις πόλεις Πομπηία και Ηράκλειο. Πιο συγκεκριμένα ο σοφός Λατίνος, για τον οποίο πρόκειται, είχε τότε την αρχηγία του Ρωμαϊκού στόλου ο οποίος έτυχε να βρίσκεται αγκυροβολημένος στην περιοχή. Οπότε ο Πλίνιος βλέποντας τα φαινόμενα της έκρηξης, μπήκε σ` ένα ελαφρύ πλοιάριο και πλησίασε ακόμη πιο πολύ, με αποτέλεσμα να πάθει ασφυξία από τις θειούχες αναθυμιάσεις του ηφαιστείου και να πεθάνει, σε ηλικία μόνο 56 ετών. Το σπουδαιότερο από τα έργα του (και το μοναδικό που διασώθηκε) είναι η μεγάλη συγγραφή του `Historia naturalis`, δηλαδή `Φυσική ιστορία`, την οποία, βάση των στοιχείων του, την εξέδωσε μετά το θάνατό του ο ανιψιός και θετός γιος του Πλίνιος ο νεώτερος. Στο έργο αυτό, που για την εκπόνησή του ο σοφός άνδρας είχε συγκεντρώσει πριν 160 τόμους σημειώσεων, θίγονται 20.000 σημαντικά θέματα: αστρονομίας, μετεωρολογίας, γεωγραφία, ορυκτολογίας, ζωολογίας, βοτανικής, εφευρέσεων, νομικών θεσμών και ιστορίας των Καλών Τεχνών. Καθώς και ο ίδιος μας πληροφορεί, στον πρόλογο του έργου του: όλα τα στοιχεία αυτά τα μάζεψε από 2.000 βιβλία των 100 κυριότερων γνωστών τότε συγγραφέων, πάνω στους αντίστοιχους τομείς της ανθρώπινης γνώσης. Εκτός από τη `Φυσική ιστορία`, έγραψε και την `Ιστορία των Γερμανικών πολέμων της Ρώμης`, σε 20 συνολικά βιβλία κ.α.

    ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (46 - 127 μ.Χ.)

    Ο Πλούταρχος γεννήθηκε στη Χαιρώνια της Βοιωτίας και πέθανε στους Δελφούς, σε ηλικία 81 ετών. Υπήρξε βιογράφος, ιστορικός και ηθικολόγος φιλόσοφος της μετακλασικής Ελλάδας, `πάσης σοφίας οφθαλμός`, όπως χαρακτηριστικά τον έχει αποκαλέσει ο σπουδαίος αρχαϊστής Σκάλιγκερ. Ταξίδεψε πολύ ανά τον τότε γνωστό κόσμο, έζησε δε και επί αρκετό διάστημα στη Ρώμη, όπου σπούδασε λατινική λογοτεχνία και φιλοσοφία. Ο Σουϊδας αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Τραϊνός τον έκανε και Ύπατο, διατάζοντας συνάμα τους άρχοντες να μην πράττει κανένας τους κάτι, χωρίς να ζητά πιο πριν τη γνώμη του Πλούταρχου. Έγραψε 133 έργα, τα οποία, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Το σπουδαιότερο μεταξύ αυτών, είναι οι περίφημοι `Παράλληλοι βίοι` του, που περιλαμβάνουν 23 ζεύγη βιογραφούμενων προσώπων. Σε καθένα από αυτά βιογραφούνται δύο επιφανείς άνδρες, ένα Έλληνας και ένας Ρωμαίος, τους οποίους τελικά συγκρίνει μεταξύ τους. Γι` αυτό άλλωστε, και τιτλοφορούνται `Παράλληλοι` οι βίοι τους. Εκτός όμως από τους 46 παράλληλους, έγραψε και 4 μεμονωμένους βίους Ελλήνων και Ρωμαίων διασήμων ανθρώπων, δηλαδή, στο σύνολό τους βιογράφησε 50 διακεκριμένους άνδρες. Εξάλλου, τα `ηθικά` του Πλούταρχου αποτελούν μια πράγματι ακένωτη πηγή ηθικό-φιλοσοφικών παραγγελμάτων, είτε υπό μορφή πραγματειών είτε υπό τύπο διαλόγων, κατά μίμηση των Πλατωνικών διαλόγων. Όλα τα έργα του (που διασώθηκαν) καλύπτουν 11 συνολικά τόμους, από τους οποίους 4 καταλαμβάνουν οι `Παράλληλοι βίοι` και οι υπόλοιποι 7 αναφέρονται κυρίως στα `Ηθικά` του. Το τεράστιο αυτό έργο του Πλουτάρχου είχε για τους νεώτερους ανυπολόγιστη αξία, ιδιαίτερα λόγω της συστηματικής ταξινόμησης και επεξεργασίας του πολύτιμου αυτού θησαυρού της όλης μας πνευματικής κληρονομιάς. Τα συγγράμματά του μαρτυρούν τη μεγάλη πνευματική γονιμότητα και την απέραντη ευρυμάθειά του, αν μάλιστα αναλογισθούμε πως τα έγραψε σε μια Βοιωτική κωμόπολη, τη Χαιρώνεια, μακριά απ` τις βιβλιοθήκες και την πνευματική ζωή αξιόλογων αστικών κέντρων. Τα έργα του Πλούταρχου μεταφράσθηκαν σ` όλες σχεδόν τις γλώσσες όλων των χωρών και των λαών. Αποσπάσματά τους έχουν εισαχθεί και ως μάθημα, όχι μόνο σε ελληνικά, αλλά και σε πλείστα όσα από τα σχολεία προηγμένων πολιτιστικά κρατών του κόσμου.

    ΠΛΩΤΙΝΟΣ (205 - 270 μ.Χ.)
    Ήταν ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, (της ιδρυθείσας από τον Αμμώνιο Σακκά) συνάμα δε κήρυκας του μονοθεϊσμού. Ταξίδεψε στην Περσία, την Αντιόχεια, και τη Ρώμη, όπου και ίδρυσε Σχολή, διδάσκοντας ολόκληρη την πνευματική `ελίτ` της `αιώνιας πόλης`, με επικεφαλής τον αυτοκράτορά της Γαληνό. Κατά τις θεωρίες του Πλωτίνου: το `Α` και το `Ω` της ύπαρξης μας είναι ο Θεός, που αποτελεί έννοια υπερβατική, απρόσιτη στο πνεύμα του ανθρώπου και που βρίσκεται παντού. Από αυτόν πλάσθηκε το Σύμπαν και κάθε γενικά μορφή ζωής. Τα πάντα από αυτόν απορρέουν και σ` αυτόν πρόκειται να καταλήξουν. Η ψυχή μας, για να ενωθεί μαζί του, είναι υποχρεωμένη να αγωνισθεί πιο πριν, για να νικήσει το `ασιθητόν` και να ανυψωθεί ψηλά, στον κόσμο του `υπεραισθητού`, δηλαδή του Θεού, από όπου και κατάγεται και για όπου τελικά έχει προορισθεί. Έσχατος στόχος της φιλοσοφίας είναι η όψη του `Ενός` (του Θεού), πράγμα στο οποίο ο νους δεν μας βοηθά, διότι το `Ένα` αυτό βρίσκεται πέρα κι επάνω από τη νόησή μαςΧ μόνο δε με τη `μυστική θέα`, δηλαδή με την ψυχική ενόραση, μας είναι δυνατόν να φθάσουμε στο χώρο του μοναδικού Θεού, απ` όπου όλα γενικά τα όντα και τα πράγματα πηγάζουν. Σαν σκοπό του βίου μας ο Πλωτίνος τάσσει την ? κατά το μέτρο του δυνατού ? προς το θεό εξομοίωση του κάθε ανθρώπου.


    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Μορφές στην αρχαία ελληνική ιστορία (9)

    ΟΜΗΡΟΣ (800 - 724 π.Χ.)

    Ο θείος ποιητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, γνωστός απ` άκρη σ` άκρη του πλανήτη μας, αποτελεί τον ασύγκριτο και υπέρτατο τεχνίτη του εμμέτρου λόγου όλων των αιώνων και των εποχών. Κατά μια παράδοση γεννήθηκε στη Σμύρνη, κατ` άλλη δε (μεταλαμπαδευμένη από το Σιμωνίδη) στη Χίο, χωρίς μ` αυτό να εξαντλείται ο κατάλογος των όσων πόλεων διεκδικούσαν την καταγωγή του, σύμφωνα και με το γνωστό εκείνο: `Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Ομήρου: Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, ?ργος, Αθήναι`. Για τη ζωή του μόνο μυθώδεις παραδόσεις διασώθηκαν και τίποτε σχεδόν το πλήρως εξακριβωμένο. Σύμφωνα με μια από αυτές τις παραδόσεις ο μεγάλος ποιητής ήταν τυφλός και περιφερόταν, ως ραψωδός στις πόλεις του καιρού του, απαγγέλλοντας εκεί τα έπη του. Κατά μια άλλη παράδοση, που την αναφέρει ο Παυσανίας, πέθανε στην Κω από τη θλίψη του, λόγω του ότι δεν πέτυχε να λύσει ένα αίνιγμα, που του έβαλαν παιδάρια του νησιού. Κατά την επικρατέστερη όμως εκδοχή πέθανε στην Ίο των Κυκλάδων το 724 π.Χ., σε ηλικία 76 ετών. Τα έπη του Ομήρου μορφοποιήθηκαν οριστικά κατά τον 6 π.Χ. αιώνα (ενώ, ως τότε, υπήρχαν δεξιά ? αριστερά αρκετές παραλλαγές τους), διασώθηκαν δε τόσο σ` ένα μέγα πλήθος χειρογράφων, όσο και σε αρκετούς παπύρους. Η πρώτη τυπογραφική έκδοση των Ομηρικών επών έγινε το 1488 στη Φλωρεντία, από τον Δημήτριο Χαλκοκονδύλη. Οι νεώτερες αρχαιολογικές έρευνες ? και προ παντός οι περίφημες ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν στους χώρους της αρχαίας Τροίας και των Μυκηνών ? απέδειξαν περίτρανα πως η υπόθεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας έχει σοβαρό πυρήνα αλήθειας, βασιζόμενο επάνω σε πραγματικότητες και όχι μόνο σε ονειροφαντασίες και κατασκευές `ποιητική αδεία`. Στον τάφο του Ομήρου χάραξαν το εξής επίγραμμα: `Ενθάδε την ιεράν κεφαλήν κατά γαία καλύπτει ανδρών ηρώων κοσμήτορα θείον Όμηρον`.

    ΟΡΑΤΙΟΣ (65 π.Χ. - 28 μ.Χ.)
    Γεννήθηκε στην Απουλία της Κάτω Ιταλίας, από πλούσιο απελεύθερο πατέρα. Το 45 π.Χ. ήρθε στην Αθήνα για ευρύτερες σπουδές, όπου γνωρίσθηκε και συνδέθηκε στενά με τον από τους αρχηγούς της δημοκρατικής μερίδας της Ρώμης Μάρκο Βρούττο, τον μετέπειτα δολοφόνο του θετού πατέρα του Ιούλιου ΚαίσαραΧ πήρε δε μέρος ? σαν χιλίαρχος ? στη μάχη των Φιλίππων, που, ως γνωστόν, κατέληξε στην ήττα της παράταξής του. Το 41 π.Χ., όμως, ο Οράτιος, επωφελούμενος της αμνηστίας, γύρισε στη Ρώμη, όπου και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα υπό τον τίτλο `Σάτιρες`, με τα οποία έγινε γνωστός στους κύκλους των τότε ασχολούμενων με τα γράμματα Λατίνων. Αργότερα ήρθε σ` επαφή με και γνώρισε τον ισχυρότατο φίλο του αυτοκράτορα Αυγούστου, πάμπλουτο προστάτη των γραμμάτων, τον διάσημο Μαικήνα, του οποίου λίαν σύντομα έγινε ο καθ` ολοκληρίαν ευνοούμενος. Σαν πιο σημαντικά από τα έργα του Οράτιου μπορούμε να υπολογίσουμε τα παρακάτω: 1) Τις περίφημες `Ωδές` του, σε 4 βιβλία. 2) Τις 17 `Επωδές` του, τις περιεχόμενες σ` ένα μόνο βιβλίο. 3) Τις 18 `Σάτιρες`, που διαιρούνται σε 2 βιβλία. 4) Τις `Επιστολές` του, ανήκουσες σε 2 επίσης βιβλία. Ο Οράτιος είναι μοναδικός σ` όλη τη λογοτεχνία των αρχαίων Λατίνων, διακρινόμενος ιδιαίτερα για την καλαισθησία του ποιητικού του λόγου και το χαριτωμένο υπεργλαφυρό του ύφος.

    ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ (2ος αιώνας π.Χ.)
    Ο Παυσανίας υπήρξε αξιόλογος Έλληνας περιηγητής της αρχαιότητας, που καταγότανε από την πόλη Μαγνησία της Μ. Ασίας. Το σπουδαιότερο έργου του, που διασώθηκε, έχει τον τίτλο `Ελλάδος περιήγησις` και μας παρέχει πλήθος πολύτιμων πληροφοριών για τα μνημεία, τη μυθολογία, ιστορία, γεωγραφία και τοπογραφία του αρχαίου κόσμου, ειδικότερα δε της αρχαίας χώρας των Ελλήνων. Παρότι αρκετοί μεταγενέστεροι έχουν κατηγορήσει τον Παυσανία για διάφορες ασύγγνωστές ου παραλείψεις, ανακρίβειες ή και διαστροφές της αλήθειας, εν τούτοις άλλοι (και συγκεκριμένα ο σπουδαίος ?γγλος ειδικός Φράζερ) δέχθηκαν τελικά πως: ναι μεν υπήρξε λίαν μέτριος ως συγγραφέας, πλην το έργο του κρίθηκε, στο σύνολό του, σαν καλόπιστο και οι περιεχόμενες σε αυτό πληροφορίες ως πραγματικά πολύτιμες από άποψη αρχαιολογική, γεωγραφική και ιστοριολαογραφική. Ο Παυσανίας είχε ταξιδέψει σ` ολόκληρο σχεδόν το Μεσογειακό χώρο, εκτός της Ισπανίας (Αίγυπτο, Λιβύη, Συρία, Παλαιστίνη, Μ. Ασία, Σαρδηνία, Ιταλία, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο κ.λπ).

    ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ (668 - 584 π.Χ.)
    O τύραννος της αρχαίας Κορίνθου Περίανδρος, ένας από τους εφτά Αρχαιοέλληνες σοφούς, είχε διττή προσωπικότητα, για την οποία κι έμεινε το όνομά του χαραγμένο στα δελτάρια της ιστορίας. Πιο συγκεκριμένα διακρίθηκε για τα εξής δύο ετερόκλητα πράγματα: 1) Για την ανείπωτη σκληρότητα της πολιτικής διοίκησής του και 2) Για τη μεγαλοπραγμοσύνη και την πραγματικά απέραντη σοφία του. Ο πατέρας του Κύψελος χρημάτισε, πριν απ` αυτόν, στην ηγεσία της Κορίνθου. Ο Περίανδρος γεννήθηκε στην Κόρινθο, όπου και πέθανε, αυτοκτονώντας από αηδία προς τη ζωή του, σε ηλικία 83 ετών. Διέθετε οξύτατο πνεύμα, θυμοσοφία και υψηλή διανοητικότητα. Δημιούργησε Βουλή, κατάργησε τους βάρβαρους θεσμούς που ίσχυαν ως τότε στην Κόρινθο, απαγόρευσε την αγοροπωλησία των δούλων κι έκανε το στενό του περιβάλλον κέντρο πνευματικής και καλλιτεχνικής κίνησης. Παράλληλα, αντιμαχόταν την πολυτέλεια, την ασωτία και τη μαλθακότητα (επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους οκνηρούς και φυγόπονους), υποστήριξε τα ειρηνικά έργα κι έδωσε ζωή στη ναυτιλία, το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Έτσι, στο διάστημα της εξουσίας του, η πόλη της Κορίνθου έφθασε στο αποκόρυφο της δύναμης και της ακμής της. Από άλλη πλευρά, όμως, ο Περίανδρος μαστιζόταν από πάθη φοβερά και ισχυρές αδυναμίες. Για παράδειγμα αναφέρεται πως, πάνω σε μια έκρηξη της οργής του, που του την είχαν προκαλέσει οι διαβολές των παλλακίδων του, σκότωσε κλωτσώντας, την έγκυο συμβία του Λυσίδη. Κατόπιν δε, και αφού μετάνιωσε για τη βάρβαρη εκείνη πράξη του: 1) Αγκάλιασε το σώμα της συζύγου του και συνευρέθηκε μ` αυτή, παρότι ήταν νεκρή, 2) διέταξε να ξεγυμνώσουν, μπροστά σ` όλον τον κόσμο, τις γυναίκες που τον είχαν διαβάλει, και μετά να ρίξουν στη φωτιά τα ρούχα τους και τα κοσμήματά τους. Ο βιογραφούμενος εδώ κορίνθιος σοφός έγραψε το μεγάλο ποίημα `Υποθήκαι εις τον ανθρώπινον βίον`, (του οποίου έχουν διασωθεί λίγα μόνο αποσπάσματα), καθώς και τα εξαίρετα ρητά και αποφθέγματά του, που αποπνέουν γνήσια ελευθεριότητα, ευγένεια αισθημάτων, μεγάλη πείρα και σοφία πρακτική πολυτιμότατη για τους συγχρόνους και τους μεταγενέστερούς του.

    ΠΕΡΙΚΛΗΣ (490 - 429 π.Χ.)
    Ήταν ο πιο διαπρεπής πολιτικός της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Κυβέρνησε την πόλη της Αθήνας επί 14 συνεχή χρόνια, από το 443 π.Χ., μέχρι το θάνατό του. Χρημάτισε ειδικότερα άρχοντας, στρατηγός και ρήτορας ασύγκριτος που ήξερε να συναρπάζει και να συγκλονίζει το ακροατήριό του. Δασκάλους του είχε τους φιλοσόφους Αναξαγόρα και Ζήνωνα τον Ελεάτη. Έτσι, κατόρθωσε να εξασφαλίσει σπάνια μόρφωση και ανεπανάληπτη καλαισθησία, την οποία μας αποδείχνουν τα σπουδαία έργα του, με πρώτο απ` όλα το υπέροχο επίτευγμα του ανθρώπινου μυαλού, τον ασύγκριτου μεγαλείο Παρθενώνα. Εξάλλου μεταρρύθμισε, πάνω σε κατευθύνσεις δημοκρατικές, το Αθηναϊκό πολίτευμα, αναδιοργάνωσε σε νέες βάσεις, το στρατό και τη δημόσια διοίκηση, προστάτεψε τις τέχνες και τα γράμματα, ανοικοδόμησε τα λεγόμενα `μακρά τείχη` της Αθήνα, εξωράισε την πόλη ? και ιδίως την Ακρόπολη της ? με θαυμαστά οικοδομήματα και γενικά δημιούργησε μια καινούργια εποχή, που δίκαια επονομάσθηκε από την ιστορία ο `χρυσός αιώνας του Περικλή`. Εκτός από τα παραπάνω, πρώτος αυτός καθιέρωσε τις αμοιβές των πολτών για τις υπηρεσίες τους απέναντι στην πολιτεία, τη δωρεάν είσοδο τους στα θέατρο και δικαίωμα κάθε Αθηναίου (ανεξάρτητα από την καταγωγή και την οικονομική του κατάσταση) να ανέλθει στα ύπατα αξιώματα του κράτους, όταν από την όλη αξία του το δικαιούται κάτι τέτοιο. Η μοναδική κατηγορία, την οποία οι ιστορικοί προσάπτουν στο μεγάλο τούτο τέκνο της Αθήνα, είναι πως με την πολιτική που εφάρμοσε, συντόμευσε την έκρηξη του ολεθριότατου για τον ελληνισμό Πελοποννησιακού πολέμου, τον οποίο όμως δεν πρόφθασε να τον δει ολόκληρο, γιατί 2 ½ χρόνια μόνο αργότερα από την έναρξή του, πέθανε από προσβολή πανώλης, σε ηλικία μόνο 61 ετών, επάνω στην ακμή της ακτινοβολίας του, της δύναμης και της απόδοσής του.

    ΠΙΝΔΑΡΟΣ (522 - 442 π.Χ.)
    Ο εκλεκτός των Μουσών Πίνδαρος λογίζεται σαν ο πιο μεγάλος λυρικός αρχαίος ποιητής, που, με το στίχο του, σαγήνευσε κυριολεκτικά τους συγχρόνους του, αλλά και τους μεταγενέστερούς του πνευματικούς ανθρώπους, μαζί τους δε και τον λαό ολόκληρο. Γεννήθηκε στην περιοχή της Θήβας (Κυνός Κεφαλές) και πέθανε στο ?ργος σε ηλικία 80 ετών. Στην προώθηση της φήμης του συντέλεσαν αρκετά πολύ οι μεγάλοι Πανελλήνιοι αγώνες, στους οποίους πάντοτε πήγαινε κι απάγγελνε ποιήματά του, δημιουργώντας εκεί και σχέσεις με τους `επαινόντες` τόσο της Βοιωτίας, όσο και άλλων πόλεων Ελληνικών. Συχνά δε είχε συνοδεύσει ως την πατρίδα τους τους βραβευμένους νικητές των αθλητικών αγωνισμάτων, όπου και πρωτοστατούσε στις καθιερωμένες `φιέστες` της υποδοχής τους, τα λεγόμενα `Επινίκια`. Έγραψε σε σύνολο 17 έργα, από τα οποία σώθηκαν μόνο τα 4, που αντιστοιχούν σε νικητήρια ποιήματα του, τα εξής: `Ολυμπιονίκες`, `Ισθμιονίκες`, `Πυθιονίκες` και `Νεμεονίκες`. Ορισμένα από τα ποιήματά του, διακρινόμενα για την υψηλή πηγαία έμπνευση και τη μεγαλοπρέπεια του ύφους του σπουδαίου αυτού ποιητή, αποτελούν πραγματικά μνημεία στον τομέα τους και τραγουδιόντουσαν επί πολλούς αιώνες ύστερα απ` το θάνατό του. Η μούσα του Πίνδαρου εξύμνησε θεούς, ημίθεους, ήρωες, αθλητές, αλλά κι απλούς ανθρώπους του λαού (παρότι ο ίδιος είχε τόσο την προέλευση, όσο και τις πολιτικές του αντιλήψεις καθαρά ολιγαρχικές). Πήγε στη Σικελία, στην Αυλή του τυράννου, Ιέρωνα, όπου και παρακολούθησε ? στη δε συνέχεια έψαλλε ? τη μεγάλη έκρηξη της Αίτνας, που συνέβη κατά το έτος 472 π.Χ. Εξάλλου τον θεωρούσαν και σαν θρησκευτικό (κατά κάποιον τρόπο) ποιητή, προσηλωμένο ιδιαίτερα στο μαντείο των Δελφών, για το οποίο έγραψε κατά καιρούς θαυμάσιους ύμνους και παιάνες. Ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν, μετά τη νίκη του στη Βοιωτική Χαιρώνεια, κατέστρεψε ολοκληρωτικά τη Θήβα, έδωσε εντολή στους στρατηγούς του να μην πειραχθεί μόνο και μόνο το σπίτι του `μουσοποιου` Πίνδαρου. Στα ποιήματά του βρίσκονται διάσπαρτα και αρκετά αποφθέγματα πολιτικό-ηθικού, κατά κανόνα, χαρακτήρα.

    ΠΙΤΤΑΚΟΣ (640 - 569 π.Χ.)
    ?λλος ένας από τους εφτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, ο Πιττακός, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, όπου και πέθανε σε ηλικία 71 ετών. Πλείστοι μεγάλοι άνδρες, σύγχρονοι και μεταγενέστεροι του (ανάμεσά στους οποίους ο Ηρόδοτος, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος κ.α.) μίλησαν με ενθουσιασμό για τη σοφία, την ικανότητα, τη στρατηγική πείρα και την πάνω σε πολιτικά ζητήματα μεγάλη σύνεση του Πιττακού. Με την υποστήριξη του ποιητή Αλκαίου απελευθέρωσε τη Μυτιλήνη από τη τυραννία του Μελέαγρου και πήρε ορισμένα αξιώματα στο νέο καθεστώς της. Μεταξύ αυτών ήταν και εκείνο του στρατηγού, στο οποίο ο σοφός διέπρεψε, κατανικώντας και φονεύοντας τον στρατηγό των Αθηναίων Φρύνωνα. Έγραψε περί τα 600 `Ελεγεία` και `Ωδές` από τα οποία όμως τίποτα δεν σώζεται. Επίσης δεν σώθηκε και το βασικό του βιβλίο , που έφερε τον τίτλο `Περί νόμων σύγγραμμα`. Από τα περίφημα του γνωμικά και αποφθέγματα, που τον έκαναν αθάνατο, είναι και τα εξής πέντε: 1) `Αρχή άνδρα δείκνυσι` = Η εξουσία δείχνει την ποιότητα του ανθρώπου. 2) `Μέτρω χρω` = Σ` όλα τα πράγματα να χρησιμοποιείς μέτρο. 3) `Μη πλουτεί κακώς` ? Ναμην πλουτίζεις κατά τρόπο ανέντιμο. 4) `Ανάγκα και θεοί πείθονται` = Στη δύναμη της ανάγκης κι αυτοί ακόμη οι θεοί υποτάσσονται και 5) `Μη σπεύδε, αλλών` = Όταν μιλάς, μη βιάζεσαι.


    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Μορφές στην αρχαία ελληνική ιστορία (8)

    ΚΡΑΤΗΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
    Ο Κράτης ήταν κυνικός φιλόσοφος και ο σπουδαιότερος από τους μαθητές του περίφημου Διογένη. Γεννήθηκε στη Θήβα, γύρω στο 330 π.Χ. Η οικογένειά του υπήρξε πλούσια, αλλά ο ίδιος αυτός ζούσε πενιχρά, φρονώντας ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να έχουν την ανάγκη των χρημάτων. Επισκέφθηκε πολλές φορές την Αθήνα και ήταν ένας από τους δασκάλους του μετέπειτα ιδρυτή και αρχηγού της Στωικής Σχολής ? μεγάλου φιλοσόφου Ζήνωνα του Κιτιέα. Έγραψε αρκετά έργα, μεταξύ των οποίων ποιήματα, επιστολές και τραγωδίες, με περιεχόμενο γνήσια φιλοσοφικής υφής.Πέθανε σε βαθιά γεράματα στη Θήβα, όπου και τάφηκε.

    ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ (120 - 200 μ.Χ.)
    Ήταν διακεκριμένος πολυγραφότατος σοφιστής και συγγραφέας του καιρού του, καταγόμενος από τη Συρία. Έγραψε περισσότερα από 80 έργα, όλα δε στην Αττική διάλεκτο. Ταξίδεψε σ` όλες σχεδόν τις χώρες του αρχαίου Ρωμαϊκού κράτους. Έμαθε τη ρητορική και εργάσθηκε αρχικά ως δικηγόρος. Αργότερα όμως έγινε και σοφιστής, επιδεικνύοντας την τέχνη του στα πανηγύρια και τις εορτές. Στη συνέχεια, γοητευμένος από τους πλατωνικούς, άρχισε να επιδίδεται και στη φιλοσοφία. Τα ωραιότερα από τα έργα του είναι γραμμένα διαλογικά, σ` αυτά δε ειρωνεύεται (μαστιγώνοντάς τα), τα ελαττώματα της δεισιδαιμονίας, της τυπολατρίας των γραμματιζούμενων και της προσποίησης των ασχολούμενων με τη φιλοσοφία. Έτσι, αναδείχθηκε σε ικανότητα των ανθρώπινων παθών και αδυναμιών, που με το χλευασμό τους, επεδίωξε να τα θεραπεύσει ή έστω, σε σημαντικό βαθμό, να τα περιορίσει. Αναφέρεται ότι πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, υποφέροντας από ποδάγρα.

    ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ (9ος αιώνας π.Χ.)
    Υπήρξε μεγάλος νομοθέτης της αρχαίας Σπάρτης, στη δε σιδερένια, πράγματι, νομοθεσία του αποδίδεται όλη η μετέπειτα ένδοξη εξέλιξη των Λακεδαιμονίων και της πρωτεύουσάς τους της Σπάρτης. Οι πληροφορίες μας για το Λυκούργο είναι λίαν συγκεχυμένες, οι περισσότερες δε προέρχονται απ` την προφορική μόνο παράδοση, που είχε φθάσει ως τον Ξενοφώντα και τον Πλούταρχο, οι οποίοι και έγραψαν σε σχέση μ` αυτόν. Η νομοθεσία του Λυκούργου φαίνεται ότι απαρτιζόταν από διάφορες `ρήτρες`, (δηλαδή προφορικούς νόμους), οι οποίες κατόπιν αποτέλεσαν τους βασικούς κανόνες της οργάνωσης, διάρθρωσης και λειτουργίας του πολιτικοκοινωνικού συστήματος της Σπάρτης για πολλούς αιώνες. Με τις `ρήτρες`, εκτός από τα όσα παραπάνω αναφέραμε, ρυθμιζόταν και η ανατροφή και πειθαρχία των πολιτών, επιβαλλόταν η υποταγή των νεότερων προς τους πρεσβύτερους τους κατά την ηλικία και κολάζονταν πολύ σκληρά η ανανδρία και η αγαμία. Το πολίτευμα, που διαμόρφωσε η Λυκούργειος νομοθεσία, απέβλεπε εξάλλου, στο να κάνει τον πολίτη ελεύθερο, σώφρονα, ολιγαρκή, αυτάρκη, πειθαρχικό και αφοσιωμένο `ψυχή τε και σώματι` προς την ιδέα της πατρίδας του.

    ΛΥΣΙΑΣ (450 - 371 π.Χ.)
    Ο Λυσίας, ένας απ` τους πιο μεγάλους ρήτορες της αρχαιότητας, γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και πέθανε σε ηλικία 79 ετών. Ο πατέρας του λέγεται πως ήταν Συρακούσιος. Είχε δημοκρατικό φρόνημα, γι` αυτό δε, όταν καταλύθηκε η Αθηναϊκή δημοκρατία, έφυγε στα Μέγαρα, όπου και βοήθησε τους δημοκράτες, που, στο μεταξύ, επαναστάτησαν κατά των ολιγαρχικών. Μετά την επάνοδο της δημοκρατίας στην Αθήνα ξαναγύρισε σ` αυτή και επιδόθηκε στην κατά απαγγελία εκπόνηση λόγων, που, λόγω της μεγάλης επιτυχίας , έγιναν σε λίγο περιζήτητοι. Έγραψε, κατ` άλλους 400, κατ` άλλους δε 240 λόγους, από τους οποίους όμως, διασώθηκαν ολόκληροι μόνο 34 και αποσπάσματα από τους άλλους, που χάθηκαν. Οι λόγοι του ξεχωρίζουν για τη λαμπρότητα του ύφους, τη διαλεκτική δεινότητα, τη σαφήνεια και τη δύναμη των επιχειρημάτων, τα οποία αναπτύσσονται σ` αυτούς, διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες: Τους `Επιδεικτικούς` που απαγγέλλονταν σε δημόσιες εκδηλώσεις, τους `Συμβουλευτικούς` που εκφωνούνταν μπροστά στην Εκκλησία του Δήμου και το Βουλευτήριο και τους `Δικανικούς`, που αφορούσαν σε υποθέσεις ιδιωτικές εκκρεμείς στα δικαστήρια της πόλης. Τα χαρακτηριστικά των δικανικών αγορεύσεων του Λυσία υπήρξαν η βραχυλογία, η εξαίρετη ηθοποιία του σαν ρήτορα και η εν γένει ικανότητά του στο να πείθει τους δικάζοντες και το ακροατήριό του. Σπουδαιότερος λόγος του θεωρείται ο `Κατά Ερατεσθένους`, που ως στόχο του είχε τον ομότεχνό τους ρήτορα Ερατοσθένη, έναν από τους 30 τυράννους, τους καταλύσαντες την Αθηναϊκή Δημοκρατία, που ήταν κι ο πρωταίος της άγριας δολοφονίας του αυταδελφού του Λυσία, Πολέμαρχου. Από τους λόγους του προς ιδιώτες, δηλαδή του δικανικούς, έγινε σε λίγο πολύ πλούσιος και έζησε με άνεση οικονομική, παρότι, μετά την επιστροφή του από τα Μέγαρα, ήταν μόνο μέτοικος κι όχι απόλυτα ενεργός πολίτης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

    ΛΥΣΙΠΠΟΣ
    Ο Λύσιππος γεννήθηκε στην Σικυώνα γύρω στο 390 π.X. Εργάτης του χαλκού στα νεανικά του χρόνια, αυτοδιδάχθηκε την τέχνη της γλυπτικής, και αργότερα ηγήθηκε της σχολής του Άργους και της Σικυώνος και έγινε ο προσωπικός γλύπτης του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εδημιούργησε, σύμφωνα με την μαρτυρία από τον Πλίνιο, περισσότερα από 1500 έργα, όλα σε χαλκό. Κανένα από τα έργα του δεν έχει διασωθεί, παρά μόνο ορισμένα αντίγραφα.

    ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ (342 - 291 π.Χ)
    Ο Μένανδρος ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής της νεώτερης Αθηναϊκής κωμωδίας, συνάμα δε φιλόσοφος και χρονογράφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και πέθανε σε ηλικία 51 ετών. Κατά μία παράδοση πνίγηκε στον Πειραιά, όπου είχε πάει με άλλους για να κολυμπήσει. Προερχόταν από λίαν εύπορη οικογένεια των Αθηνών και σπούδασε φιλοσοφία. Συνδέθηκε στενά με τον Θεόφραστο και το συνομήλικό το υδιάσημο φιλόσοφο Επίκουρο. Έγραψε παραπάνω από 100 κωμωδίες, από τις οποίες όμως μόνο 8 βραβεύτηκαν σε διαγωνισμούς, καθώς μας αναφέρει σχετικά ο Απολλόδωρος. Από το σύνολο δε των έργων του μόνο λίγα αποσπάσματά τους έχουν ως σήμερα διασωθεί. Μετά το θάνατό του οι Αθηναίοι έστησαν τον ανδριάντα του στο χώρο, όπου βρισκόταν τότε το θέατρο. Οι κωμωδίες του Μενάνδρου ανέβαιναν στις Αθηναϊκές σκηνές μέχρι τα χρόνια του Πλούταρχου (40 ? 20 μ.Χ.) και ήταν πολύ δημοφιλείς, κυρίως μεταξύ των μορφωμένων λαϊκών τάξεων.

    ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ (394 - 314 π.Χ.)
    Υπήρξε φιλόσοφος της Ελληνικής αρχαιότητας. Είχε γεννηθεί στη Χαλκηδόνα και πέθανε στην Αθήνα, σε βαθιά γεράματα (80 και πλέον ετών). Πρώτος αυτός διαίρεσε τη φιλοσοφία γενικά και συστηματικά σε τρία τμήματα ή μέρη: Τη διαλεκτική, τη φυσική και την ηθική. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών ζούσε βίο άσωτο, ανάμεσα σε κάθε λογής απολαύσεις και διασκεδάσεις. Όταν όμως μπήκε στην Ακαδημία για να σπουδάσει τη φιλοσοφία άλλαξε ριζικά και έγινε λίαν εγκρατής και ηθικός (μπορεί να πει κανείς ασκητικός). Χαρακτηριστικά αναφέρεται πάνω σ` αυτό πως η Λαϊδα, η γνωστή διάσημη εταίρα, χρησιμοποίησε κάθε γνωστή της τεχνική και κάθε ερωτικό της φίλτρο, προκειμένου να τον σαγηνεύσειΧ αλλά δίχως κάποιο αποτέλεσμα. Μετά δε από αυτό τον είχε σκωπτικά αποκαλέσει `άνανδρο`. Ο Ξενοκράτης απολάμβανε τον σεβασμό και την αμέριστη εκτίμηση των Αθηναίων. Πρώτος αυτός, επίσης, φρόντισε να συλλέξει και να εκδώσει τα έργα του μεγάλου Πλάτωνα. Παράλληλα, όμως, έγραψε και ο ίδιος ένα πλήθος σημαντικών έργων, μεταξύ των οποίων τα εξής: 1) `Λογιστικά`, σε 9 τόμους, 2) `Φυσικήν ακρόασιν`, σε 6 βιβλία, 3) `Περί διαστημάτων`, 4) Τα `Περί αστρολογίας`, σε 6 τόμους το καθένα και 5) Διάφορα άλλα, γύρω στα 60 τον αριθμό, κυρίως ηθικού περιεχομένου. Από το σύνολο των παραπάνω έργων του Ξενοκράτη τίποτε σχεδόν δεν έχει ως σήμερα διασωθεί.

    ΞΕΝΟΦΩΝ (434 - 355 π.Χ)
    Υπήρξε μεγάλος Αρχαιοέλληνας ιστορικός, φιλόσοφος και στρατηγός. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, ήταν δε μαθητής του Σωκράτη. Σαν εθελοντής έλαβε μέρος στην εκστρατεία του Κύρου του νεώτερου κατά του αδερφού του Αρταξέρξη, ηγεμόνα των Περσών. Μετά το θάνατο του Κύρου κι αφού δολοφονήθηκαν πιο πριν οι άλλοι αρχηγοί του Ελληνικού εθελοντικού Σώματος, ο Ξενοφών έγινε στρατηγός του και με πλείστους όσους μόχθους και κινδύνους, κατόρθωσε να διασχίσει όλη τη σημερινή Τουρκία, φθάνοντας κάποτε, μαζί με το στρατό του, στα στενά της Προποντίδας, όπου το αρχαίο Βυζάντιο. Τις περιπέτειες της Οδύσσειας αυτής, (που είναι ιστορικά γνωστή και σαν η `Κάθοδος των μυρίων`), τις αφηγείται γλαφυρότατα σ` έργα του ο ίδιος ο Ξενοφών. Πιο συγκεκριμένα έγραψε τα εξής βιβλία: `Κύρου ανάβασις`, `Κύρου παιδεία`, `Ελληνικά`, `Αγησίλαος`, `Απομνημονεύματα`, `Συμπόσιον`, `Απολογία Σωκράτους`, `Αθηναίων Πολιτεία`, `Λακεδαιμονίων Πολιτεία` και αρκετά άλλα.

    ΟΒΙΔΙΟΣ (43 π.Χ. - 17 μ. Χ.)
    Ο Λατίνος ποιητής των περιώνυμων `Μεταμορφώσεων` Πόπλιος Νάσων Οβίδιος, από πολύ μικρή ακόμα ηλικία, είχε τάση ζωηρή προς την ποίηση και τη λογοτεχνία. Όταν ήταν 17 ετών ήρθε στην Αθήνα, που και τότε λογιζόταν η πνευματική πρωτεύουσα του κόσμου. Στη συνέχεια ταξίδεψε πολύ. Γυρίζοντας δε στη Ρώμη δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα, που αμέσως εκτιμήθηκαν και τον έκαμαν ευρύτερα γνωστόν. Κατά την ίδια τούτη εποχή ακμάζανε στην `Αιώνια πόλη` κι άλλοι μεγάλοι ποιητές, όπως ο Βιργίλιος, ο Οράτιος, ο Προπέρτιος κ.λπ., με τους οποίους ο Οβίδιος ήλθε σ` επαφές και σχέσεις ιδιαίτερα στενές. Από το σύνολο των έργων του, σαν σπουδαιότερα κρίνονται τα εξής: 1) Οι `Μεταμορφώσεις` (το πιο αξιόλογο απ` όλα), διαιρεμένο σε 15 βιβλία. Σε τούτο είχε περιλάβει όλο το απέραντο υλικό της παλαιότερης Ρωμαϊκής μυθολογίας. 2) Οι `Επιστολές`, 3) Τα `Ελεγεία`, σε 5 βιβλία, 4) Διάφορα άλλα καθαρά ερωτικού περιεχομένου, όπως τα υπό τους τίτλους `Έρωτες`, `Η τέχνη του έρωτα`, `Ερωτικά αντιφάρμακα` κ.α. Ο Οβίδιος άσκησε σημαντική επίδραση σ` όλους τους μεταγενέστερους του ποιητές και λογοτέχνες του αρχαίου κόσμου των Λατίνων.


    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

    Μορφές στην αρχαία ελληνική ιστορία (7)

    ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ (436 - 338)
    Ο Ισοκράτης ήταν μέγας και επιφανής ρητοροδιδάσκαλος της αρχαιότητας, ρήτορας εξαίρετος κι ο ίδιος, κατά γενική ομολογία ο τελειότερος μεταξύ όλων χειριστής του Αττικού πεζού λόγου. Γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα πλούσιο, που του έδωσε γενικά τα υλικά εφόδια για να σπουδάσει και να εκπαιδευθεί με πλήρη αρτιότητα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 98 ετών, αυτοκτονώντας μετά τη μάχη της Χαιρώνειας και την εκεί μεγάλη ήττα των συμπολιτών του Αθηναίων. (Καταδίκασε ο ίδιος τον εαυτό του στον από ασιτία θάνατο). Δάσκαλοί του ήταν οι σοφιστές Γοργίας, Πρωταγόρας και Πρόδικος. Μετέπειτα όμως μαθήτευσε και κοντά στον Σωκράτη, του οποίου η διδασκαλία και η αρετή τον γοήτευσαν κυριολεκτικά. Αργότερα ίδρυσε δική του Σχολή, αρχικά μεν στη Χίο, κατόπιν δε στην Αθήνα, όπου εκτός απ` τη ρητορική, δίδασκε και τη φιλοσοφία. Λόγω της μεγάλης φήμης, που απόχτησε σαν δάσκαλος, η Σχολή του συγκέντρωσε πλήθος μαθητών, με αποτέλεσμα να γίνει πλουσιότατος (Ας σημειωθεί πως η μεγάλη του πατρική περιουσία χάθηκε πιο πριν, στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου). Καθώς μας αναφέρει ο Κικέρωνας, από τη Σχολή του Ισοκράτη ξεπήδησαν πλείστοι όσοι υπέροχοι άνδρες, που, εξοπλισμένοι με μεγάλες αρετές και πλούτο γνώσεων, διέπρεψαν πολύ κατόπιν, είτε ως πνευματικοί άνθρωποι (ρήτορες, ιστορικοί και ποιητές) είτε ως πολιτικοί είτε ως πολέμαρχοι της πόλης τους. Από τα 26 συνολικά έργα του διασώθηκαν μόνο τα 21, καθώς και 10 επιστολές του, απευθυνόμενες σε διακεκριμένα πρόσωπα της εποχής του. Περίφημοι από τους διασωθέντες δημόσιους λόγους του θεωρούνται οι εξής: Ο `Αρειοπαγήτικος`, ο `Πανηγυρικός`, ο `Παναθηναϊκός`, ο `Περί ειρήνης`, ο `Προς Φίλιππον`, ο `Προς Νικοκλέα`, ο `Προς Ευαγόραν`, ο `Πλαταιϊκός`, ο `Περί αντιδόσεως` κ.α. Ως ρήτορας ο Ισοκράτης επεδίωκε την ευφωνία, απέφευγε τις χασμωδίες, μεταχειριζόταν αρκετά από τα σχήματα λόγου του Γοργία και των άλλων ρητόρων ή σοφιστών, συναρμόζοντας τις λέξεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε φράση του να είναι αρμονική, αλλά συνάμα πομπώδης και εντυπωσιακή. Από την πλευρά του περιεχομένου τους οι λόγοι του αποσκοπούσαν όχι μόνο στο να μορφώσουν επιστημονικά τους μαθητές του, αλλά και στο να τους οπλίσουν με ορθή κρίση, αυτοκυριαρχία και χαρακτήρα σταθερό, δημιουργώντας τους έτσι ως πολίτες έντιμους και αγαθούς. Τους ήθελε `ικανούς εις το νοείν και πράττειν τα δέοντα`. Στο πολιτικό πεδίο ο Ισοκράτης, λόγω της φυσικής του ατολμίας και της αδύνατης φωνής του, δεν έλαβε άμεση ανάμιξη. Πάντως, σε ότι αφορά τις ατομικές του πεποιθήσεις, υπήρξε θερμός υπέρμαχος της ενότητας του Ελληνισμού και με επιστολές προς τον Φίλιππο τον ενθάρρυνε και τον παρότρυνε προς την κατεύθυνση αυτή. Πίστευε, δηλαδή, πως ήταν αναγκαίο να συνενωθούν όλοι οι Έλληνες κάτω από τη νέα ισχυρή Μακεδονική ηγεσία, για να εκστρατεύσουν στη συνέχεια εναντίον των κοινών εχθρών τους, των Περσών. Οι Αθηναίοι, τιμώντας τη μνήμη του, τον κήδεψαν με δημόσια δαπάνη και πάνω στον τάφο του τοποθέτησαν μια σειρήνα, ως σύμβολο, κατά κάποιον τρόπο, της τεράστιας ρητορικής σαγήνης του Ισοκρατείου λόγου.

    ΚΑΙΣΑΡ (102 - 44 π.Χ.)
    Ο Γάϊος Καίσαρ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στρατηλάτες όλων των αιώνων και των εποχώνΧ παράλληλα ήταν και πολιτικός, γενικά δε χαρακτηρίζεται ως μια από τις πιο εξέχουσες μορφές, που επηρέασαν δυναμικά την ιστορία του καιρού τους και των μεταγενέστερων τους ανθρώπων. Το όνομα του ¨Καίσαρ` ήταν επώνυμο ενός κλάδου του αρχαιότατου ρωμαϊκού `Ιούλιου γένους`, που καυχιόταν ότι καταγότανε από τον γιο του Πριάμου και της Εκάβης, τον Αινεία. Ανδρώθηκε στο διάστημα του μεγάλου εμφυλίου Ρωμαϊκού πολέμου μεταξύ Σύλλα και Μαρίου. (Του τελευταίου μάλιστα υπήρξε και ανιψιός). Όταν μια φορά, στα Γάδειρα, αντίκρισε τον ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η παράδοση μας αναφέρεις πως ανέκραξε: `Στην ηλικία μου ο Αλέξανδρος ήταν κοσμοκράτηςΧ κι εγώ τίποτε το ξεχωριστό δεν έχω επιτύχει ακόμη`. Για πρώτη φορά ο Καίσαρας διακρίθηκε στην Ισπανία, όπου έδειξε τις μεγάλες οργανωτικές και στρατιωτικές του αρετές. Στη συνέχεια, ανέλαβε τον πόλεμο κατά των Γαλατών, κατά τον οποίο κυριολεκτικά θαυματούργησε. Επίσης κατέλαβε την Βρετανία, κατανίκησε τα στρατεύματα του θείου του Πομπηίου, που συνωμότησε σε βάρος του, και τέλος, στη μάχη της Θάψου (το 46 π.Χ.), σύντριψε κυριολεκτικά τους επαναστατήσαντες εχθρούς του Μέτελλο, Σκιπίωνα, Κάτωνα και Ιόβα. Ενώ όμως ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει και κατά των Πάρθων, το 44 π.Χ. δολοφονήθηκε στα σκαλοπάτια της ρωμαϊκής Συγκλήτου από ορισμένους νεαρούς πολιτικούς, μεταξύ των οποίων και ο θετός του γιος Μάρκος Βρούττος, ο Κάσσιος, ο Κάσκας κ.α. Οι τελευταίοι προήλθαν στην πράξη τους αυτή, δίδοντας πίστη σ` όσα διαδίδονταν πως τάχα ο Καίσαρ ήταν έτοιμος να καταλύσει τη δημοκρατία και να ανακηρυχθεί ο ίδιος σε αυτοκράτορα της Ρώμης. Ο Καίσαρ υπήρξε, παράλληλα, περίφημος ρήτορας, ιστορικός και ποιητής. Τα απομνημονεύματά του και τα άλλα έργα του διακρίνονται για τη μεγάλη τους σαφήνεια, τη γλαφυρότητα και την κλασσική, πράγματι, λιτότητα του ύφους, το οποίο μεταχειρίσθηκε κατά τη συγγραφή τους. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ισχυρής προσωπικότητας του ήταν η προβλεπτικότητά, η τόλμη, η σύνεση και η ασύγκριτη ευφυΐα που αναμφισβήτητα διέθετε.

    ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ (310 - 240 π.Χ.)
    Ήταν επιφανής ελεγειακός ποιητής της Αλεξανδρινής περιόδου, έλκοντας την καταγωγή του από ευγενή οικογένεια της πόλης Κυρήνη της Βόρειας Αφρικής. Από εκεί δε αργότερα πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου και ίδρυσε Σχολή. Μεταξύ των μαθητών του υπήρξαν ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης, ο Βυζάντιος, ο Απολλώνιος, ο Ρόδιος κ.α. Υπολογίζεται ότι τα έργα του ανέρχονται συνολικά σε 800. Την κυριότερη όμως φήμη του, σαν ελεγειακού ποιητή, την οφείλει στην ποιητική του συλλογή υπό τον τίτλο `Αίτια`, απαρτιζόμενη από 4 βιβλία. Έγραψε επίσης και πολλές δεκάδες επιγράμματα.

    ΚΙΚΕΡΩΝ (106 - 43 π.Χ.)
    Ο Κικέρων υπήρξε μεγάλος ρήτορας της εποχής του, θεωρούμενος ως ο Δημοσθένης της αρχαίας Ρώμης. Ήταν επίσης πολιτικός και συγγραφέας, με λίγα λόγια μία από τις ενδοξότερες και πιο λαμπρές φυσιογνωμίες της όλης ιστορίας των Ρωμαίων. Μετά τις σπουδές του στη Ρώμη, ήρθε επί δύο χρόνια στην Αθήνα για ευρύτερη κατάρτιση, κατόπιν δε ταξίδεψε στη Ρόδο, τη Μ. Ασία και άλλα μέρη του αρχαίου κόσμου. Στις πολιτικές διαμάχες του καιρού του αναμίχθηκε αργότερα. Πρώτα ? πρώτα αυτός ανακάλυψε τη διαβόητη `συνωμοσία του Κατιλίνα`. Ύστερα πήρε το μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής μερίδας του Πομπηίου, μετά την ήττα του οποίου στην πεδιάδα των Φαρσάλων, γύρισε στη Ρώμη όπου έπειτα από το θάνατο του Καίσαρα, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ των δημοκρατικών και κατά του Μάρκου Αντώνιου. Εναντίον του τελευταίου εκφώνησε τότε 14 λόγους, αποκαλούμενους `Φιλιππικούς`, σε αντιστοιχία προς εκείνους του μεγάλου προκατόχου του, του Δημοσθένη. Αυτό όμως είχε σαν συνέπεια το να δολοφονηθεί από εγκάθετους πράκτορες της τριανδρίας Αντωνίου ? Οκταβιανού ? Λεπίδου.Ο Κικέρωνας ήταν πολυγραφότατος και συνάμα ο εκλεκτότερος απ` τους Λατίνους πεζογράφους, ένας πραγματικός αριστοτέχνης του καλάμου.Έγραψε 107 λόγους (ρητορικούς και δικανικούς), συγγράμματα περί ρητορικής τέχνης, φιλοσοφικές πραγματείες πάνω σε έργα Ελλήνων φιλοσόφων, επιστολές, ιστορικό-γεωγραφικές μελέτες, ποιήματα και αρκετά ανέκδοτα. Από αυτά όλα όμως τα πιο πολλά δεν έχουν διασωθεί. Ο μεγάλος αυτός Ρωμαίος υπήρξε και πραγματικός ελληνολάτρης, πράγμα το οποίο, εκτός των άλλων, αποδεικνύεται θαυμάσια και από το επόμενο απόφθεγμά του: `Nihil Graecia humanius, nihil sandtius`, δηλαδή: `Δεν υπάρχει κάτι το ανθρωπινότερο και ιερότερο απ` την Ελλάδα`.

    ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ (600 - 530 π.Χ.)
    Ο από τη Λίνδο της Ρόδου καταγόμενος Κλεόβουλος, ένας από τους επτά Αρχαιοέλληνες σοφούς, δοξάστηκε πάρα πολύ από τα ασύγκριτα του γνωμικά και αποφθέγματα, στον κύκλο των οποίων ανήκουν και τα εξής τέσσερα: `Παν μέτρον άριστον`, `Ο συ μισείς, έτερω μη ποιήσης`, `Ηδονής κρατείν`, `Βία μηδέν πράττειν`. Κατά την επικρατέστερη άποψη ο σοφός είχε Δωρική προέλευση, ο ίδιος δε έλεγε πως έλκει την καταγωγή του απευθείας από τον Ηρακλή. Πέθανε στη Λίνδο, σε ηλικία 70 ετών, και στο μνήμα του επάνω οι Ρόδιοι, χάραξαν το επίγραμμα: `?νδρα σοφόν Κλεόβουλον αποφθίμενον καταπένθει ηδε πατρίς Λίνδος, πόντω αγαλλόμενην`, που σημαίνει: `Τον σοφό Κλεόβουλο κλαίει αυτή εδώ η πατρίδα του, η Λίνδος, η από τη γύρω θάλασσά της λαμπρυνόμενη`. Μεταξύ των άλλων ο Κλεόβουλος έγραψε ? κατά τη σχετική παράδοση ? και 3.000 γρίφους (αινίγματα), καθώς και πλήθος επιγράμματα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο χρημάτισε και τύραννος της πόλης του, της Ροδιακής Λίνδου.


    Απο ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ