Showing posts with label Μυκήνες. Show all posts
Showing posts with label Μυκήνες. Show all posts

Οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου 02

ΤΕΥΚΡΟΣ

Ο Τεύκρος, γιος του Τελαμώνα και της Ησιόνης, ήταν νόθος αδερφός του Αίαντα του Τελαμώνιου. Ήταν ο καλύτερος από τους Αχαιούς στην τέχνη του τόξου. Πολλοί Τρώες σκοτώθηκαν από τα βέλη του. Γενικά προτιμούσε τη μάχη από απόσταση, όσες φορές όμως του δόθηκε η ευκαιρία, απέδειξε ότι ήξερε να αγωνίζεται και σώμα με σώμα με το κοντάρι. Όταν ο Δίας του σπάζει τη νευρά του τόξου του, για να μην πετύχει τον Έκτορα με τα βέλη του, δε δίστασε ο Τεύκρος να πάρει ασπίδα και κοντάρι και να συνεχίσει τη μάχη σώμα με σώμα κοντά στον αδερφό του. Στους επιτύμβιους αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου ηττήθηκε από τον Μηριόνη στη σκοποβολή, γιατί δεν είχε τάξει θυσία στον Απόλλωνα.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ

Ο Νέστορας, ο γιος του Νηλέα, ήταν βασιλιάς της Πύλου και είχε ακολουθήσει τους Αχαιούς στον πόλεμο, αν και ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Ο δικός του ρόλος στη διεξαγωγή του πολέμου δεν είναι να πολεμά με το σώμα αλλά με το μυαλό, με την πολύχρονη πείρα του. Είναι ο συμβουλάτορας, ο καθοδηγητής, ο άνθρωπος που προσπαθεί να αμβλύνει τις διαφορές μεταξύ των Αχαιών ηγεμόνων. Έφερε μαζί του στην Τροία ενενήντα πλοία, αλλά πιο πολύ υπολογίζουν οι Αχαιοί σ' αυτόν τον ίδιο, στην προσωπικότητά του.

Όταν ξέσπασε η κρίση ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και στον Αχιλλέα, ο Νέστορας ρίχνει το φταίξιμο και στους δύο και τονίζει πως η στάση τους αυτή μόνο τους Τρώες ωφελεί και κανέναν άλλο. Όταν αργότερα οι Τρώες εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Αχιλλέα περνούν στην αντεπίθεση και στριμώχνουν τους Αχαιούς, ο Νέστορας έπεισε τον Αγαμέμνονα να στείλει πρεσβεία στον Αχιλλέα προσφέροντάς του απόλυτη ικανοποίηση για την προσβολή που του έγινε. Όταν ο Έκτορας προκάλεσε έναν από τους Αχαιούς ηγεμόνες να μονομαχήσει μαζί του και κανένας δεν τολμούσε, ο Νέστορας με τα εύστοχα λόγια του κατάφερε να ξεσηκώσει εννιά από αυτούς να τον αντιμετωπίσουν. Ο Νέστορας πρότεινε ακόμη να κάνουν ανακωχή με τους Τρώες για να θάψουν τους νεκρούς, αλλά και για να προλάβουν οι Αχαιοί να χτίσουν τείχος γύρω από τα καράβια τους.

Όταν πάλι οι Αχαιοί κινδύνεψαν πολύ σοβαρά, ο Νέστορας ζήτησε από τον Πάτροκλο να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ή τουλάχιστον να πολεμήσει ο ίδιος ο Πάτροκλος με τα όπλα του Αχιλλέα και το στρατό των Μυρμιδόνων, για να ανακόψουν την ορμή των Τρώων.

Αλλά και στους επιτύμβιους αγώνες για τον Πάτροκλο έδωσε ακριβείς οδηγίες στον Αντίλοχο, το γιο του, για να προβάλει σοβαρές αξιώσεις για νίκη στην αρματοδρομία. Ο ίδιος δεν μπορεί βέβαια να λάβει μέρος στους αγώνες λόγω της ηλικίας του. Ο Αχιλλέας του χαρίζει ωστόσο τιμητικά μια κούπα.

Αν και ο ίδιος ο Νέστορας δεν μπορούσε να πολεμήσει, είχε φέρει μαζί του το γιο του, τον Αντίλοχο, που συμμετέχει στις μάχες και σκοτώνει αρκετούς Τρώες. Ο Αντίλοχος ανακοινώνει στον Αχιλλέα το χαμό του Πάτροκλου. Στους επιτάφιους αγώνες που ακολουθούν καταφέρνει να ξεπεράσει με δόλο τον Μενέλαο στην αρματοδρομία. Με τους εξαίρετους τρόπους του όμως καταφέρνει να τον εξευμενίσει. Μετά το θάνατο του Πάτροκλου ο Αντίλοχος γίνεται ο πιο στενός φίλος του Αχιλλέα.

ΙΔΟΜΕΝΕΑΣ

Ο Ιδομενέας, γιος του Δευκαλίωνα και εγγονός του Μίνωα, είχε έρθει από την Κρήτη. Ήταν αρχηγός ογδόντα πλοίων επανδρωμένων από τις εκατό πολιτείες της Κρήτης. Αν και ήταν ήδη μεσήλικας, συνέβαλε σημαντικά στην απόκρουση της επίθεσης κατά του στόλου των Αχαιών σκοτώνοντας πολλούς Τρώες.

Συναρχηγός του κρητικού στόλου ήταν ο ανιψιός του Ιδομενέα, ο Μηριόνης. Σκότωσε κι αυτός πολλούς Τρώες. Ιδιαίτερα όμως ξεχώρισε, όταν σήκωσε το νεκρό Πάτροκλο μαζί με τον Μενέλαο, για να τον μεταφέρει στο στρατόπεδο. Στους επιτάφιους αγώνες που ακολούθησαν, ήρθε πρώτος στην τοξοβολία και τέταρτος στην αρματοδρομία.

Ο Μαχάονας και ο Ποδαλείριος ήταν γιοι του Ασκληπιού. Είχαν αναλάβει την ιατρική περίθαλψη των Αχαιών πολεμιστών. Φαίνεται ότι η ειδικότητα του Μαχάονα ήταν η τραυματολογία, ενώ ο Ποδαλείριος είχε ειδικευτεί στη γενική παθολογία. Όταν λοιπόν πληγώθηκε ο Μενέλαος από τα βέλη του Πάνδαρου, έστειλε αμέσως ο Αγαμέμνονας τον κήρυκα Ταλθύβιο να φέρει τον Μαχάονα για να περιποιηθεί το τραύμα. Κι εκείνος έβγαλε το βέλος από την πληγή, ρούφηξε το αίμα κι έβαλε καταπραϋντικά βότανα στο τραύμα.Τα δυο αδέρφια ωστόσο δεν περιορίζονταν μόνο στα ιατρικά τους καθήκοντα. Είχαν άλλωστε έρθει στην Τροία ως αρχηγοί τριάντα πλοίων. Η θέση τους όμως στο αχαϊκό στρατόπεδο ήταν ξεχωριστή και οι Αχαιοί έτρεμαν στη σκέψη ότι θα μπορούσαν να χάσουν τον έναν από τους δυο γιατρούς τους. Έτσι, όταν ο Πάρης πλήγωσε τον Μαχάονα στον ώμο με βέλος, τον φορτώνει αμέσως ο Ιδομενέας στο άρμα του Νέστορα για να μεταφερθεί γρήγορα σε ασφαλές μέρος και να περιποιηθούν το τραύμα του.

ΠΡΙΑΜΟΣ

Ο Πρίαμος, γιος του Λαομέδοντα, ήταν βασιλιάς της Τροίας. Το κανονικό του όνομα ήταν Ποδάρκης. Μετονομάστηκε σε Πρίαμο από το ρήμα πρίαμαι που σημαίνει αγοράζω, όταν η αδερφή του, η Ησιόνη, τον εξαγόρασε από τον Ηρακλή. Γυναίκα του ήταν η Εκάβη, με την οποία απόχτησε δεκαεννιά γιους. Ο Πρίαμος είχα ακόμα άλλους τριάντα ένα γιους και δώδεκα κόρες.Ο ρόλος του στη διεξαγωγή του πολέμου είναι μάλλον διακοσμητικός. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει πολύ ηλικιωμένο, με ξεχωριστή αρχοντιά και ευγένεια, όπως αρμόζει άλλωστε στη θέση του. Κανείς ωστόσο δε φαίνεται να θέλει να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις και την πολύχρονη πείρα του σε λεπτά πολιτικά ή σε δύσκολα στρατιωτικά θέματα. Όταν αποφασίζεται από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα να αφήσουν τον Πάρη και τον Μενέλαο να λύσουν μόνοι τους τις διαφορές τους με μονομαχία και συμφωνείται επίσημα ανακωχή από τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα και το βασιλιά Πρίαμο, ο τελευταίος δεν αντέδρασε καθόλου, όταν μετά τη νίκη του Μενέλαου οι Τρώες πάτησαν τους όρκους και όχι μόνο δεν έδωσαν πίσω την Ελένη αλλά τραυμάτισαν και τον Μενέλαο, ενώ οι σπονδές ίσχυαν ακόμη. Μόνο μετά το θάνατο του γιου του Έκτορα φαίνεται η μαχητικότητα και η αποφασιστικότητα του γέρου βασιλιά. Για πρώτη φορά τότε τον βλέπουμε να χάνει και την ψυχραιμία του και τη συνηθισμένη ευγένεια που τον διέκρινε, όταν συντετριμμένος από το χαμό του γιου του τα βάζει με όποιον βλέπει μπροστά του και φέρεται άπρεπα. Μετά από αυτή την έκρηξη οργής και πόνου κάνει κάτι που απαιτεί πραγματικά πολύ θάρρος. Πηγαίνει μέσα στη νύχτα στο στρατόπεδο των Αχαιών, για να ζητήσει από τον Αχιλλέα να του δώσει το νεκρό Έκτορα για να τον θάψει μ' όλες τις πρέπουσες τιμές. Μπροστά στην τόση γενναιότητα ακόμη και ο ίδιος ο Αχιλλέας έμεινε άφωνος.

ΠΑΡΗΣ

Ο Πάρης, γιος του Πρίαμου, ήταν εκείνος που με την ασέβειά του έδωσε την αφορμή για την κήρυξη του Τρωικού πολέμου. Όταν ήταν να γεννηθεί ο Πάρης, οι θεοί αποκάλυψαν στους γονείς του με σημαδιακό όνειρο ότι θα γινόταν αιτία να καταστραφεί η Τροία. Το όνειρο ερμήνευσε έτσι ο νόθος γιος του Πρίαμου, ο Αίσακος.Έτσι ο Πρίαμος, μόλις γεννήθηκε το παιδί, το έδωσε σ' ένα δούλο με την εντολή να το σκοτώσει πάνω στην Ίδα. Φτάνοντας στο βουνό, ο δούλος το λυπήθηκε και το παράτησε εκεί, αλλά το βρήκε ένας βοσκός, ο Αρχέλαος, και το πήρε στην οικογένειά του. Το παιδί μεγάλωνε και κάποτε ήρθαν ληστές να κλέψουν τα κοπάδια. Ο Πάρης τους έδιωξε και έτσι οι άλλοι βοσκοί του έδωσαν τιμητικά το όνομα Αλέξανδρος. Ο Πάρης είχε πια ανδρωθεί, όταν έφτασαν στο σπίτι της οικογένειάς του άνθρωποι του Πρίαμου. Έψαχναν για έναν ταύρο, που θα αποτελούσε το έπαθλο των αγώνων που διοργάνωναν κάθε χρόνο οι γονείς του Πάρη σε ανάμνηση του χαμένου τους παιδιού. Ήταν όμως ο αγαπημένος του ταύρος, γι' αυτό έλαβε μέρος στους αγώνες για να τον ξανακερδίσει, πράγμα που κατάφερε. Είχε νικήσει όμως και τα πραγματικά του αδέρφια, που προσβλήθηκαν, επειδή είχαν χάσει από έναν ταπεινό βοσκό και θέλησαν να τον σκοτώσουν. Τότε ο Πάρης κατέφυγε στο βωμό του Δία, όπου η αδερφή του η Κασσάνδρα τον αναγνώρισε. Ξέροντας τι συμφορές θα φέρει, προσπαθεί κι εκείνη να τον σκοτώσει, αλλά δεν τα καταφέρνει. Οι γονείς αγνοούν τις προειδοποιήσεις της Κασσάνδρας και καλοδέχονται το γιο τους. Ο Πάρης πρέπει να ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ήρωες των Τρώων παρά τα όποια ελαττώματά του. Διαθέτει το απαραίτητο κύρος, για να επιβάλει σε ολόκληρο λαό να πολεμήσει και να καταστραφεί για χάρη του. Η πρόταση του Αντήνορα να δώσουν πίσω την Ελένη απορρίπτεται, χωρίς να τολμήσει κανείς να φέρει την παραμικρή αντίρρηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι ο Πάρης είναι αυτός που σκότωσε τον Αχιλλέα, το φόβο και τον τρόμο των Τρώων. Στην Ιλιάδα ωστόσο, ο Πάρης, αν και σκοτώνει ή τραυματίζει πολλούς Αχαιούς με τα βέλη του, δεν είναι από εκείνους που πρωτοστατούν στις μάχες. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει φαφλατά, ανεύθυνο, ανέντιμο και δειλό. Δείχνει πραγματικά να αδιαφορεί τελείως για τους τόσους πολλούς ανθρώπους που σκοτώνονται εξαιτίας του και το μόνο που τον ενδιαφέρει, ακόμη και μετά από τη μονομαχία του με τον Μενέλαο, είναι ο έρωτας με την Ελένη. Πρέπει να ήταν πολύ όμορφος άνδρας και φαίνεται πως είχε κι άλλες ερωτικές περιπέτειες. Όταν ήταν ακόμη βοσκός, αγάπησε με πάθος τη νύμφη Οινώνη, την κόρη του ποταμού Κεβρήνα. Ο Πάρης όμως, γοητευμένος από την υπόσχεση της Αφροδίτης, θέλησε να πάει στη Σπάρτη για να αρπάξει την Ελένη. Μάταια προσπάθησε η Οινώνη να τον αποτρέψει από αυτό το ταξίδι προειδοποιώντας για τις συμφορές που θα προκαλούσε η αρπαγή της Ελένης. Τότε του υποσχέθηκε πως εκείνη θα τον γιάτρευε, αν τύχαινε να πληγωθεί ποτέ. Όταν είκοσι χρόνια μετά ο Πάρης πληγώθηκε βαριά από τον Φιλοκτήτη, θυμήθηκε την υπόσχεση της Οινώνης. Όταν έστειλε να τη φωνάξουν, εκείνη αρνήθηκε λέγοντάς του να τον γιατρέψει η Ελένη. Ο Πάρης πέθανε και η Οινώνη μετανιωμένη αυτοκτόνησε. Η Κασσάνδρα ήταν κόρη του Πρίαμου. Η φυσική ομορφιά της ήταν ξεχωριστή και την ερωτεύτηκε αμέσως ο Απόλλωνας, όταν την είδε. Για να ενδώσει στον έρωτά του, του ζήτησε να της διδάξει την τέχνη της μαντικής. Εκείνος δέχτηκε, αλλά η Κασσάνδρα τον ξεγέλασε. Όταν ο Απόλλωνας κατάλαβε την απάτη, την καταράστηκε -σύμφωνα μ' άλλους την έφτυσε στο στόμα, για να χάσουν τα λόγια της την πειστικότητά τους- να μην πιστέψει ποτέ κανείς τις μαντείες της. Έτσι δεν την πίστεψε κανείς, παρόλο που είχε δίκιο, όταν προειδοποιούσε για τις συμφορές που θα έβρισκαν την Τροία, αν ο Πάρης πήγαινε στην Ελλάδα, αν οι Τρώες έφερναν τον Δούρειο Ίππο μέσα στην Τροία κλπ. ’λλη εκδοχή του μύθου: Η Κασσάνδρα και ο Έλενος ήταν δίδυμα αδέρφια. Μια φορά που γιόρταζαν τα γενέθλιά τους τα δυο παιδάκια, βρέθηκαν πάνω στο παιχνίδι τους μέσα στο ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, κάθησαν να ξεκουραστούν εκεί και τα πήρε ο ύπνος. Καθώς κοιμούνταν, φίδια τα πλησίασαν και άρχισαν να τους γλείφουν τα αυτιά, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Έτσι, τα δυο αδέρφια εξοικειώθηκαν από παιδιά με τη μαντική τέχνη.

ΕΚΤΟΡΑΣ

Ο Έκτορας, ο μεγαλύτερος γιος του Πρίαμου, ήταν ο αρχηγός του στρατού των Τρώων. Γυναίκα του ήταν η Ανδρομάχη, κόρη του βασιλιά των Κιλίκων Μετίωνα. Απόχτησαν μαζί ένα γιο, τον Σκαμάνδριο, τον οποίο οι Τρώες έλεγαν Αστυάνακτα για να τιμήσουν τον πατέρα του, που προστάτευε την πόλη. Και πραγματικά ο Έκτορας είναι για τους Τρώες ό,τι ο Αίας ο Σαλαμίνιος για τους Αχαιούς: το προπύργιο της άμυνάς τους. Είναι κυριολεκτικά ο φόβος και ο τρόμος των Αχαιών. Στις συγκρούσεις που γίνονται, ιδιαίτερα μετά την αποχή του Αχιλλέα από τη μάχη, σκοτώνει αναρίθμητους επώνυμους και ανώνυμους Αχαιούς. Το δέος που προκαλούσε στις τάξεις των Αχαιών φαίνεται από την αντίδρασή τους στην πρόκληση του Έκτορα να μονομαχήσει μαζί του ένας από τους Αχαιούς ήρωες, όποιος ήθελε. Κανένας δεν τολμά στην αρχή να παραβγεί μαζί του και μόνο μετά την προσπάθεια του Νέστορα να κεντρίσει τη φιλοτιμία τους, ανταποκρίνονται εννιά από τους πιο γενναίους ήρωες στην πρόκλησή του. Στην κλήρωση που ακολουθεί, ορίζεται ο Αίας ο Σαλαμίνιος να εκπροσωπήσει τους Αχαιούς. Και καθώς φαινόταν στη μονομαχία που ακολούθησε, πως κανείς δεν πρόκειται να αναδειχτεί νικητής, σταμάτησε ο αγώνας και σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής αντάλλαξαν δώρα. Ο Έκτορας χάρισε το αργυροκαρφωμένο ξίφος του και ο Αίας τη λαμπροπόρφυρη ζώνη του. Ο Έκτορας είναι ένας γνήσιος πολεμιστής. Πιστεύει ότι οι μάχες κερδίζονται με κριτήριο τον προσωπικό δυναμισμό των μαχητών. Δεν πιστεύει σε δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, σε καλά ή κακά σημάδια. Το πιο καλό σημάδι γι' αυτόν είναι να υπερασπίζεται κανείς την πατρίδα του. Σέβεται και τιμά ωστόσο όλους τους θεούς. Και οι θεοί, όμως, ιδιαίτερα ο Απόλλωνας και ο ’ρης, τον προστατεύουν σε κάθε του προσπάθεια. Ακόμη και ο ίδιος ο Δίας δείχνει να τον αγαπά, να τον προσέχει και να τον λυπάται για τον πρόωρο θάνατο που τον βρίσκει. Πρέπει ακόμη να πούμε ότι ο Έκτορας, παρά τη σκληρότητα του χαρακτήρα του εξαιτίας της στρατιωτικής του ιδιότητας, ήταν ένας άνθρωπος με κατανόηση και ευαισθησία. Αυτό φαίνεται από τη λεπτότητα με την οποία φέρεται σε Τρωαδίτισσες γυναίκες, στον αδερφό του τον Πάρη, στη μητέρα του, στην Ελένη και στη γυναίκα του την Ανδρομάχη, όταν αφήνει για λίγο το πεδίο της μάχης. Ακόμη και στον Πάρη, που τον μέμφεται για τα τωρινά δεινά και τον καταριέται, δείχνει μια κάποια συμπάθεια. Δυστυχώς όμως για τον ίδιο τον Έκτορα και για όλους εκείνους που τον αγαπούν, οι θεοί δεν επρόκειτο να του συμπαρασταθούν για πολύ ακόμη. Μετά το φόνο του Πάτροκλου και τη σύληση της πανοπλίας του Αχιλλέα δεν του ήταν γραφτό να ζήσει πολύ. Ο Αχιλλέας, οργισμένος για το χαμό του φίλου του, τερματίζει την αποχή του από τις συγκρούσεις και βγαίνει στο πεδίο της μάχης για να εκδικηθεί. Ψάχνοντας για τον Έκτορα, σκοτώνει τόσους Τρώες, ώστε οι επιζήσαντες κατατρομαγμένοι κλείνονται στα τείχη. Μόνο ο Έκτορας μένει να τον αντιμετωπίσει, ξεπερνώντας ένα στιγμιαίο δισταγμό που του προκαλούν οι φωνές των δικών του από τα τείχη.Μπροστά στη θέα του φοβερού αντιπάλου που τον πλησιάζει, το βάζει τελικά στα πόδια. Κυνηγημένος κάνει τρεις φορές το γύρο των τειχών της Τροίας και μετά κοντοστέκεται ξεγελασμένος από την Αθηνά που έχει πάρει τη μορφή του αγαπημένου του αδερφού Δηίφοβου. Όταν η πλάνη αποκαλύπτεται, καταλαβαίνει πως η ώρα του θανάτου του έχει σημάνει πια και αποφασίζει να πέσει μαχόμενος. Και πράγματι, ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα. Το κακομεταχειρισμένο πτώμα του θα αποδοθεί τελικά στον πατέρα του μόνο μετά την παρέμβαση του Δία και τη μεσολάβηση της Θέτιδας.

ΑΙΝΕΙΑΣ

Ο Αινείας, γιος του Αγχίση και της Αφροδίτης, ήταν συναρχηγός των Δαρδάνων μαζί με τους δυο γιους του Αντήνορα, τον Αρχέλοχο και τον Ακάμαντα. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει να μονομαχεί με τον Διομήδη και τον Αχιλλέα. Ο Αινείας θέλησε να επιτεθεί μαζί με τον Πάνδαρο στον πληγωμένο από τον Πάνδαρο Διομήδη, πιστεύοντας ότι εύκολα θα μπορούσαν να τον καταβάλουν. Δεν είχαν όμως υπολογίσει την ανανεωμένη από την Αθηνά ορμή του Διομήδη, που σκότωσε πρώτα τον Πάνδαρο και στη συνέχεια με μια πέτρα τραυμάτισε κι έριξε κάτω τον Αινεία. Και ενώ ετοιμάζεται να τον σκοτώσει, παρεμβαίνει η Αφροδίτη και σώζει προς στιγμή το γιο της. Οργισμένος ο Διομήδης την τραυμάτισε στο χέρι. Η πληγωμένη θεά αποσύρθηκε, παρακαλώντας τον Απόλλωνα να σώσει το γιο της. Τρεις φορές προσπάθησε ο Διομήδης να τον σκοτώσει και τις τρεις όμως αποκρούστηκε από τη φωτεινή ασπίδα του Απόλλωνα. Τελικά ο θεός πήγε τον Αινεία στην Τροία, όπου με τις φροντίδες των θεών ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και γύρισε στη μάχη. Κατά τη συνάντηση του Αινεία με τον Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης, πριν από τη σύγκρουση οι δυο ήρωες μιλούν. Ο Αχιλλέας τον ρωτά ειρωνικά, μήπως ελπίζει να γίνει βασιλιάς τη Τροίας, αν καταφέρει να τον σκοτώσει. Ο Αινείας απαντά με έπαρση, παραθέτοντας το γενεαλογικό του δέντρο από τον Δάρδανο ως τον ίδιο. Η απάντηση του Αινεία δε φαίνεται να εντυπωσίασε όμως ιδιαίτερα τον Αχιλλέα, που κόντευε να τον σκοτώσει, όταν ο Ποσειδώνας τον άρπαξε και τον έριξε μακριά από το πεδίο της μάχης, σκορπίζοντας παράλληλα ομίχλη μπροστά στον Αχιλλέα. Έπειτα ο θεός πήγε κοντά στον Αινεία και του σύστησε να αποφεύγει στο εξής τον Αχιλλέα.

ΑΝΤΗΝΟΡΑΣ

Ο Αντήνορας, γιος του Ικετάονα, ήταν ένας από τους λίγους Τρώες που πίστευε από την πρώτη στιγμή πως ήταν σφάλμα να αιματοκυλιστεί η Τροία για χάρη του Πάρη, πως ήταν δίκαιο το αίτημα των Αχαιών για την απόδοση της Ελένης και των αρπαγμένων θησαυρών στον Μενέλαο και δεν έχανε ευκαιρία να αντιμιλήσει στον Πάρη και να εκφράσει τις απόψεις του αυτές. Όταν πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών έστειλαν οι Αχαιοί τον Οδυσσέα και τον Μενέλαο στην Τροία σε μια προσπάθεια ν' αποφευχθεί ο πόλεμος, ο Αντήνορας ανήκε σ' εκείνους που τους καλοδέχτηκαν. Δεν είναι τυχαίο ότι ανέλαβε ο ίδιος να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του. Κι όταν άλλοι Τρώες θέλησαν να τους δολοφονήσουν, ο Αντήνορας τους έσωσε τη ζωή βοηθώντας τους να φύγουν κρυφά. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει ως συνετό δημογέροντα των Τρώων, σε προχωρημένη ηλικία, έντιμο και αξιόπιστο. Στη συνέλευση των Τρώων μετά τον άνανδρο και δόλιο τραυματισμό του Μενέλαου από τον Πάνδαρο, ο Αντήνορας επαναλαμβάνει την άποψή του να δώσουν στους Έλληνες την Ελένη και τα κλεμμένα αγαθά από το παλάτι του Μενέλαου.

ΣΑΡΠΗΔΟΝΑΣ

Ο Σαρπηδόνας ήταν γιος του Δία και της Λαοδάμειας και εγγονός του Βελλεροφόντη. Στις μάχες διακρινόταν πάντα στο πλευρό του ο σύντροφός του, ο Γλαύκος. Οι δυο τους έφτασαν στην Τροία με πολύ στρατό από τη Λυκία.Ο Όμηρος παρουσιάζει τον Σαρπηδόνα να μονομαχεί με το γιο του Ηρακλή, τον Τληπόλεμο, από τη Ρόδο. Τελικά ο Σαρπηδόνας νίκησε και σκότωσε τον Αχαιό ήρωα, πληγώθηκε όμως και ο ίδιος βαριά στο πόδι. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επίθεση των Τρώων κατά του προστατευτικού τείχους των Αχαιών και μάλιστα κατάφερε να γκρεμίσει ένα μέρος του ανοίγοντας δίοδο προς τα ελληνικά πλοία. Ο Σαρπηδόνας θα βρεθεί τελικά αντιμέτωπος με τον Πάτροκλο, για να δώσει την τελευταία μάχη της ζωής του. Μέχρι την τελευταία στιγμή ο πατέρας του, ο Δίας, θέλει να τον σώσει. Τον αποτρέπει όμως η Ήρα από οποιαδήποτε παρέμβαση, υπενθυμίζοντάς του ότι και άλλοι γιοι θεών πολεμούν και δεν μπορεί να γίνει εξαίρεση για τον έναν ενάντια στα γραφτά της μοίρας. Ο Δίας πείθεται να μείνει αμέτοχος και πραγματικά ο Πάτροκλος πληγώνει θανάσιμα τον Σαρπηδόνα, που παρακαλεί τον Γλαύκο να μην επιτρέψει στους εχθρούς να πάρουν τα όπλα του. Είναι όμως κι εκείνος πληγωμένος στο χέρι και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην παράκληση του φίλου του. Προσεύχεται στον Απόλλωνα, που αμέσως τον γιατρεύει. Ακολουθεί άγρια μάχη γύρω από το νεκρό και σκοτώνονται πάρα πολλοί και από τις δυο πλευρές στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν το άψυχο κορμί. Τελικά, οι Έλληνες θα καταφέρουν να συλήσουν την πανοπλία του Σαρπηδόνα. Το σώμα του όμως θα το πάρει ο Απόλλωνας από το πεδίο της μάχης και με εντολή του Δία θα το καθαρίσει και θα το αλείψει με αμβροσία, για να παραδοθεί από τον Ύπνο και τον Θάνατο στους δικούς του, στη Λυκία.

Οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου 01

ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΣ

Ο Αγαμέμνονας, απόγονος του Πέλοπα και γιος του Ατρέα και της Αερόπης, ήταν βασιλιάς της πλούσιας πολιτείας των Μυκηνών. Γυναίκα του ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της Ελένης, η Κλυταιμνήστρα, κόρη του Τυνδάρεου και της Λήδας, που του χάρισε τέσσερις κόρες κι ένα γιο, τον Ορέστη. Θεώρησε ότι η προσβολή που έγινε στον αδερφό του, τον Μενέλαο, έθιγε και τον ίδιο, γιατί τον είχε βοηθήσει να παντρευτεί την Ελένη. Από την άλλη ήταν αρκετά φιλόδοξος και πίστευε ότι μια οργανωμένη πανελλήνια εκστρατεία θα χάριζε στους Αχαιούς μεγάλη δόξα και πολλά πλούτη, καθώς η Τροία ήταν γνωστή για τους θησαυρούς της. Επειδή ήταν ο βασικός εμπνευστής και διοργανωτής της εκστρατείας αυτής, αλλά και γιατί διέθετε την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη μέσα στους Αχαιούς, ορίστηκε αρχιστράτηγος από τους υπόλοιπους ηγεμόνες στην Αυλίδα. Διέθετε εκατόν εξήντα πλοία, από τα οποία τα εκατό επάνδρωσε ο ίδιος και τα υπόλοιπα εξήντα τα διέθεσε στους Αρκάδες, που δεν είχαν οι ίδιοι στόλο.

Η μορφή του Αγαμέμνονα παρουσίαζε, καθώς φαίνεται, αρκετές αρνητικές πλευρές. Ο Αχιλλέας δε διστάζει να τον αποκαλέσει λιγόψυχο, υστερόβουλο αλλά και πλεονέκτη, κατηγορώντας τον ότι ο ρόλος του ως αρχιστράτηγου περιορίζεται στο να κάθεται στη σκηνή του και να περιμένει το μερτικό του από τα λάφυρα, αφήνοντας τους άλλους να πολεμούν και να σκοτώνονται. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι στα λόγια του Αχιλλέα διακρίνεται κάποια εμπάθεια, ίσως εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του, ίσως πάλι εξαιτίας της διένεξής του με τον Αγαμέμνονα. Ο αλαζονικός και προσβλητικός τρόπος με τον οποίο φέρθηκε ο Αγαμέμνονας τόσο στον Χρύση, τον ιερέα του Απόλλωνα, όσο και στον Αχιλλέα, ήταν ωστόσο η αιτία για το χαμό πολλών Αχαιών καθώς και για την παρά λίγο πυρπόληση των πλοίων από τους Τρώες. Η υπέρμετρη αλαζονεία του υποχωρεί, μόνο όταν η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο. Όταν πια οι Τρώες στρατοπεδεύουν στον κάμπο της Τροίας, τότε μόνο στέλνει προτάσεις συμφιλίωσης στον Αχιλλέα. Τρεις φορές πρότεινε ο Αγαμέμνονας στους Αχαιούς να λύσουν την πολιορκία, να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Την πρώτη φορά η πρότασή του αποτελεί προσποίηση για να δοκιμάσει το ψυχικό σθένος των συντρόφων του μετά από εννιά χρόνια αγώνα. Τις άλλες δυο φορές όμως λιποψύχησε πραγματικά, οπότε ο Διομήδης στη μια και ο Οδυσσέας στην άλλη περίπτωση τον βάζουν στη θέση του. Δε λείπουν ωστόσο και τα κολακευτικά σχόλια για το άτομό του. Όταν ο Πρίαμος ρωτά την Ελένη για τον Αγαμέμνονα, εκείνη τον χαρακτηρίζει καλό βασιλιά και άξιο πολεμιστή. Ο Όμηρος μιλά για την αρχοντική ομορφιά του και παρομοιάζει τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά μ' αυτά των θεών. Πριν από τις μάχες επιθεωρεί το στρατό του και επιδιώκει να πλησιάζει τους συντρόφους του, για να εμψυχώσει εκείνους που προς στιγμή δειλιάζουν. Οι Αχαιοί έχουν εμπιστοσύνη στις πολεμικές αρετές του Αγαμέμνονα και παρακαλούν να πέσει σ' αυτόν ή στον Αίαντα ή στον Διομήδη ο κλήρος να τους εκπροσωπήσει, όταν ο Έκτορας προκαλεί έναν οποιονδήποτε Αχαιό σε μονομαχία. Σκοτώνει πολλούς Τρώες και ακόμη και πληγωμένος παραμένει στο πεδίο της μάχης, για να εμψυχώσει εκείνους που πολεμούν. Συμφιλιώνεται με τον Αχιλλέα μόνο μετά το θάνατο του Πάτροκλου κι ο νεαρός ήρωας, για να τον τιμήσει στους αγώνες γύρω από τον τάφο του νεκρού φίλου του, του δίνει χωρίς αγώνα το πρώτο βραβείο της κονταρομαχίας.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ο Μενέλαος ήταν ο νεότερος αδερφός του Αγαμέμνονα και μετά το γάμο του με την Ελένη έγινε βασιλιάς της Σπάρτης. Η Ελένη του χάρισε μια κόρη, την Ερμιόνη, ενώ μετά την αρπαγή της γυναίκας του από τον Πάρη απόχτησε κι ένα γιο, τον Μεγαπένθη, από μια σκλάβα. Σχεδίασε μαζί με τον αδερφό του την εκστρατεία κατά της Τροίας και ταξίδεψε σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, για να πείσει τους Αχαιούς ηγεμόνες να τον ακολουθήσουν. Επισκέφτηκε και τους Δελφούς, για να πάρει χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα για την εκστρατεία. Ο ίδιος επάνδρωσε εξήντα καράβια. Πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις με τους Τρώες, πήγε με τη συνοδεία του Οδυσσέα στην Τροία και ζήτησε να του δοθεί πίσω η γυναίκα του με όλους τους κλεμμένους θησαυρούς, για ν' αποφύγουν τον πόλεμο. Όχι μόνο δεν εισακούστηκαν από τους Τρώες, αλλά κινδύνεψαν κιόλας να σκοτωθούν. Σώθηκαν την τελευταία στιγμή με την παρέμβαση του Αντήνορα. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει ξανθό και ικανό πολεμιστή, συνετό, καλόκαρδο, πονετικό αλλά και πολύ φιλότιμο. Όταν ο Έκτορας προκαλεί όποιον από τους Αχαιούς ήθελε να μονομαχήσει μαζί του και όλοι τους διστάζουν, φοβούμενοι τις ικανότητες του Έκτορα, ο Μενέλαος, αν και κατώτερος στη δύναμη, δε διστάζει να απαντήσει στην πρόκληση. Την τελευταία στιγμή τον σταματά ο Αγαμέμνονας. Ο καλός χαρακτήρας του Μενέλαου φαίνεται, όταν θέλει να χαρίσει τη ζωή σ' έναν Τρώα, τον ’δραστο, που προσπέφτει ικέτης στα πόδια του και ο οποίος τελικά εκτελείται με την παρέμβαση του Αγαμέμνονα. Στις μάχες που γίνονται γύρω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου φαίνεται για μια ακόμα φορά το φιλότιμο του ήρωα. Μόνος του στην αρχή και αργότερα με τη συνδρομή άλλων ηρώων κατορθώνει τελικά να το σώσει. Κι όταν αργότερα στους αγώνες προς τιμή του νεκρού τον ξεπερνά στην αρματοδρομία ο Αντίλοχος, ο γιος του Νέστορα, με δόλο, ο Μενέλαος δε διστάζει να τον συγχωρέσει βλέποντας τη μεταμέλειά του. Αν και οι πολεμικές του ικανότητες δεν είναι ισάξιες μ' αυτές άλλων Αχαιών ηρώων, διακρίνεται ωστόσο στις μάχες και σκοτώνει πολλούς Τρώες. Τον προστατεύουν πάντα η Αθηνά και η Ήρα. Όταν μονομαχεί με τον Πάρη, καταφέρνει να τον νικήσει και μόνο χάρη στην παρέμβαση της Αφροδίτης γλιτώνει τελικά από τα χέρια του. Κι όταν αργότερα, παρά τις σπονδές που ισχύουν ακόμη, επιχειρεί ο Πάνδαρος να τον σκοτώσει, σώζεται ο Μενέλαος με την παρέμβαση της Αθηνάς.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη, ήταν ο βασιλιάς της Ιθάκης. Δεν είχε δεσμευτεί με όρκο στον Τυνδάρεο και είναι αλήθεια ότι προσπάθησε να αποφύγει τη συμμετοχή του στην εκστρατεία, γιατί υπήρχε χρησμός ότι θα γυρνούσε είκοσι χρόνια μετά ολομόναχος. Για το λόγο αυτόν προσποιήθηκε τον τρελό, το τέχνασμά του αποκαλύφτηκε από τον Παλαμήδη κι από εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην επιτυχία της εκστρατείας.

Ο Οδυσσέας έφερε μαζί του στην Τροία δώδεκα καράβια. Οι Αχαιοί όμως υπολόγιζαν πιο πολύ σ' αυτόν τον ίδιο και στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και όχι στη στρατιωτική του δύναμη. Συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τον άνθρωπο των λόγων και των έργων μαζί. Ο Όμηρος δεν κάνει οικονομία στους κολακευτικούς χαρακτηρισμούς για τον Οδυσσέα. Χρησιμοποιεί μάλιστα μερικά επίθετα αποκλειστικά για τον Οδυσσέα. Τον χαρακτηρίζει πολυμήχανο, καρτερικό, πολύβουλο, πολυπαινεμένο. Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος που δίνει τη σίγουρη λύση, κάθε φορά που οι Αχαιοί βρίσκονται σε αδιέξοδο ή αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο πρόβλημα. Η εξαιρετική ευστροφία και εφευρετικότητα του Οδυσσέα ήταν γνωστή ήδη πριν ξεκινήσει ο πόλεμος. Ο Οδυσσέας έβγαλε τον Τυνδάρεο από τη δύσκολη θέση, όταν τον συμβούλεψε να δεσμευτούν οι αμέτρητοι μνηστήρες της Ελένης με όρκο ότι θα τιμωρούσαν όποιον επιχειρούσε να την αρπάξει από τον εκλεκτό της. Αυτός είναι που ξεσκέπασε τον Αχιλλέα, που κρυβόταν ντυμένος γυναικεία στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο. Και βέβαια, ο Οδυσσέας ερμήνευσε σωστά το χρησμό και γιάτρεψε τον Τήλεφο με σκουριά από το κοντάρι του Αχιλλέα.

Αλλά και στη διάρκεια του πολέμου ο Οδυσσέας είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για λεπτές αποστολές.

Αυτός ανέλαβε να δώσει πίσω στον πατέρα της τη Χρυσηίδα και με τα κατάλληλα λόγια να εξευμενίσει την οργή του κατά των Αχαιών. Ο Οδυσσέας είναι που πηγαίνει στον οργισμένο Αχιλλέα μαζί με τον Φοίνικα και τον Αίαντα, για να μετριάσουν κάπως το θυμό του. Και φυσικά ο Οδυσσέας πήγε μαζί με τον Διομήδη στο στρατόπεδο των Τρώων για κατασκοπία και πρόκληση δολιοφθορών. Η δυσκολότερη ίσως αποστολή όμως που ανέλαβε ο Οδυσσέας ήταν, όταν, προσπαθώντας να αποφύγουν τον πόλεμο πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, πήγε μαζί με τον Μενέλαο στην Τροία, ζητώντας να τους δώσουν πίσω την Ελένη και τους κλεμμένους θησαυρούς. Μόνο χάρη στην παρέμβαση του Αντήνορα έσωσαν τότε τις ζωές τους.

Σ' όλες του τις προσπάθειες είχε φύλακα και προστάτη τη θεά Αθηνά. Ακόμη και στους επιτύμβιους αγώνες για τον Πάτροκλο τον βοηθάει να νικήσει στον αγώνα δρόμου κάνοντας τον Αίαντα το Λοκρό να γλιστρήσει και να πέσει.

Ο Οδυσσέας είναι μεταξύ των άλλων και ένας από τους πιο αντρειωμένους πολεμιστές. Στις μάχες σκοτώνει αρκετούς Τρώες, ενώ κάποια στιγμή κινδύνεψε σοβαρά να χάσει τη ζωή του, όταν τον περικύκλωσαν έξι εχθροί. Ένας μάλιστα από αυτούς τον πλήγωσε στο πλευρό, χάρη στην παρέμβαση της Αθηνάς όμως όχι πολύ σοβαρά. Τελικά σώθηκε από τον Μενέλαο και τον Αίαντα. Παρά το τραύμα του παρέμεινε στο πεδίο της μάχης, για να εμψυχώσει μαζί με τους άλλους πληγωμένους αρχηγούς, τον Αγαμέμνονα και τον Διομήδη, τους συντρόφους που εξακολουθούσαν να πολεμούν.? Μόνο ο Δία?ς κατάφερε κάποτε να σπείρει τον τρόμο στην καρδιά του, με αποτέλεσμα να αγνοήσει τις φωνές του Διομήδη να τρέξουν να βοηθήσουν τον Νέστορα που κινδύνευε άμεσα να σκοτωθεί από τον Έκτορα.

Τέλος, ο Οδυσσέας ήταν αρκετά φιλότιμος και ψυχωμένος. Έτσι, δεν ανέχεται να αμφισβητεί κανείς τη γενναιότητά του. Ακόμη και τον ίδιο τον αρχιστράτηγο τον βάζει στη θέση του, όταν εκείνος τόλμησε να τον κατηγορήσει για δειλία, επειδή δεν πρόλαβε να παρατάξει εγκαίρως το στρατό του.

Εξάλλου ο Οδυσσέας είναι ο μοναδικός από τους Αχαιούς ηγεμόνες που τολμά να αντιμιλήσει στο λυσσασμένο για εκδίκηση Αχιλλέα, που μόλις έχει μάθει για το θάνατο του Πάτροκλου. Ενώ ο Αχιλλέας θέλει να βγει με άδειο στομάχι στο πεδίο της μάχης, ο Οδυσσέας του τονίζει πως η μοίρα του πολεμιστή είναι ακριβώς αυτή: Μόλις θάψει τους συντρόφους του και τους κλάψει, να φάει και να πιει για να στυλωθεί, για να έχει δυνάμεις να συνεχίσει τον αγώνα και να εκδικηθεί για τους νεκρούς συντρόφους.

ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ

Ο Πάτροκλος, ο γιος του Μενοίτιου, ήταν ο καλύτερος φίλος του Αχιλλέα. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και ζούσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Οπούντα της Λοκρίδας, σκότωσε πάνω στο παιχνίδι ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλεισώνυμο, το γιο του Αμφιδάμαντα. Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανάθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα σαν δικό του παιδί. Όταν ο Μενοίτιος αποχαιρετούσε το γιο του, τον προέτρεψε να προσέχει και να συμβουλεύει το φίλο του, και ας ήταν η δική του καταγωγή πιο ταπεινή.

Ο Όμηρος παρουσιάζει τον Πάτροκλο αληθινό παλικάρι, γλυκομίλητο, καλοπροαίρετο με ήπιο χαρακτήρα. Όσο καιρό πολεμούσε ο Αχιλλέας, στεκόταν δίπλα του πάνω στο άρμα και το κυβερνούσε. Μετά από κάθε μάχη περιποιόταν με ιδιαίτερη αγάπη τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. Όταν ξεσπάει η κρίση ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Αγαμέμνονα, συμπαραστέκεται στο φίλο και αρχηγό του και δεν παίρνει μέρος πια σε καμιά μάχη. Μόνο όταν ο στρατός των Αχαιών κινδυνεύει με ολοκληρωτικό αφανισμό, τον πείθει να του δώσει τα όπλα του και την αρχηγία των Μυρμιδόνων. Φορώντας την πανοπλία του φίλου του, ο Πάτροκλος ανδραγαθεί. Σκοτώνει πολλούς, ανάμεσά τους και τον Σαρπηδόνα, το γιο του Δία. Λίγο ακόμα και θα πατούσε το κάστρο της Τροίας, αν δεν τον σταματούσε ο Απόλλωνας με φοβέρες.

Τρεις φορές θα ορμήσει ο Πάτροκλος στις εχθρικές γραμμές σκοτώνοντας κάθε φορά εννιά Τρώες. Κι ενώ ετοιμαζόταν να ορμήσει και τέταρτη, τον χτύπησε ο Απόλλωνας στην πλάτη με την παλάμη και του διέλυσε την πανοπλία. Καθώς ήταν ζαλισμένος από το θεϊκό χτύπημα, τον πέτυχε με το κοντάρι ανάμεσα στους ώμους ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθοου, που δεν τόλμησε ωστόσο να τον πλησιάσει. Τον αποτελείωσε ο Έκτορας και του πήρε την πανοπλία.

Ακολουθεί άγρια μάχη για τη διάσωση του πτώματος, που τελικά επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή πολλών ηρώων. Τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα έμειναν ακίνητα στην αρχή, μόλις είδαν τον Πάτροκλο να σκοτώνεται, στη συνέχεια κατέβασαν τα κεφάλια τους κι άρχισαν να χύνουν μαύρο δάκρυ. Ούτε ο Αυτομέδοντας, ο άλλος ακόλουθος του Αχιλλέα, δεν μπόρεσε να τα κουνήσει από τη θέση τους. Ο νεκρός Πάτροκλος μεταφέρθηκε στη σκηνή του Αχιλλέα, όπου τον έπλυναν, τον νεκροστόλισαν μέσα σε απαρηγόρητους θρήνους του Αχιλλέα και των συντρόφων του. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο θρήνος της Βρισηίδας που δεν μπορεί να ξεχάσει πόσο ευγενικά της φέρθηκε ο Πάτροκλος, όταν είχε πρωτοέρθει στη σκηνή του Αχιλλέα ως παλλακίδα. Μετά από τρεις ημέρες έγινε η καύση του νεκρού και στη συνέχεια επιτύμβιοι αγώνες προς τιμή του.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ

Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Aργος.

Ο Διομήδης είναι από τους προστατευόμενους της θεάς Αθηνάς. Από την αρχή των συγκρούσεων η Αθηνά στέκει στο πλευρό του και του ενισχύει τις δυνάμεις, ακόμη και όταν πληγώνεται στον ώμο από τον Πάνδαρο.

Νιώθοντας τη θεϊκή υποστήριξη, ρίχνεται στις εχθρικές γραμμές σκοτώνοντας δυο γιους του Πρίαμου και πολλούς Τρώες. Στη συνέχεια δέχεται συνδυασμένη επίθεση από τον Αινεία και τον Πάνδαρο, που πιστεύουν, πληγωμένος καθώς είναι, ότι θα γίνει εύκολη λεία. Τον Πάνδαρο τον σκοτώνει με το κοντάρι του, ενώ τον Αινεία τον ρίχνει στο έδαφος χτυπώντας τον με μια πέτρα. Καθώς ετοιμάζεται να τον τραυματίσει θανάσιμα, παρεμβαίνει η Αφροδίτη να προστατέψει το γιο της. Οργισμένος ο Διομήδης, που δεν μπορεί να χτυπήσει το θύμα του, στρέφεται εναντίον της θεάς και την τραυματίζει στο χέρι.

Η πληγωμένη Αφροδίτη αποσύρεται από το πεδίο της μάχης και την υπεράσπιση του Αινεία αναλαμβάνει ο Απόλλωνας. Τρεις φορές προσπάθησε να αρπάξει τον Αινεία από τα χέρια του θεού και τρεις φορές εκείνος τον απώθησε. Τελικά υποχωρεί μετά από τις απειλές του Απόλλωνα. Ο Διομήδης όμως δεν απογοητεύτηκε και, καθώς η μάχη συνεχίζεται, δε χάνει την ευκαιρία να πληγώσει με τη βοήθεια της Αθηνάς τον ίδιο το θεό του πολέμου, τον ’ρη, στην κοιλιά.

Σε κάποια στιγμή ο Διομήδης αντάμωσε στο πεδίο της μάχης με το σύντροφο του Σαρπηδόνα, τον Γλαύκο. Στη συζήτηση που προηγήθηκε της σύγκρουσης, διαπιστώνουν έκπληκτοι και οι δύο ότι ο παππούς του Διομήδη, ο Οινέας, είχε φιλοξενήσει παλιά τον παππού του Γλαύκου, τον Βελλεροφόντη. Σε ανάμνηση της φιλικής εκείνης συνάντησης των παππούδων τους, αντί να πολεμήσουν, απόθεσαν οι δυο ήρωες τον οπλισμό τους και αντάλλαξαν δώρα και χώρισαν σαν φίλοι.

Η μαχητικότητα και η υπερβολική αυτοπεποίθηση του Διομήδη δε φάνηκαν μόνο στο πεδίο της μάχης. Αντιδρά έντονα στην πρόταση των Τρώων να δώσουν πίσω τα κλεμμένα αγαθά από το παλάτι του Μενέλαου, αλλά να κρατήσουν την Ελένη. Στην πρόταση του Αγαμέμνονα να τα μαζέψουν και να γυρίσουν στα σπίτια τους, δηλώνει κατηγορηματικά πως ο ίδιος και ο σύντροφός του, ο Σθένελος, θα πολεμήσουν και μόνοι τους αν χρειαστεί, μέχρι να καταλάβουν την Τροία.Κι όταν η πρεσβεία, που έστειλαν στον Αχιλλέα, για να του προσφέρει απόλυτη ικανοποίηση από τον αρχιστράτηγο, γυρίζει άπρακτη, ο Διομήδης είναι ο μόνος που κατηγορεί τον Αγαμέμνονα πως άδικα τρέφει τον εγωισμό του πεισματωμένου Αχιλλέα και δηλώνει πως σε τελική ανάλυση δε χρειάζονται τον Αχιλλέα για να νικήσουν τους Τρώες. Δε διστάζει αργότερα να μπει στο στρατόπεδο των Τρώων με τη συνοδεία του Οδυσσέα με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών και την πρόκληση δολιοφθορών. Η ορμητικότητα του Διομήδη θα καμφθεί κάπως μετά τον τραυματισμό του στο πόδι από τον Πάρη. Στους αγώνες που διοργανώνει ο Αχιλλέας προς τιμή του Πάτροκλου, ο Διομήδης συμμετέχει στην αρματοδρομία, όπου έρχεται πρώτος, ενώ την κονταρομαχία του με τον Αίαντα τη διακόπτουν οι Αχαιοί.

ΑΙΑΣ

Ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα και της Περίβοιας (ή Ερίβοιας), ήταν ο δεύτερος Αχαιός σε δύναμη και κουράγιο μετά τον Αχιλλέα.

Ήταν αρχηγός δώδεκα πλοίων από τη Σαλαμίνα. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει μεγάλο και πελώριο. Ανάλογη σε μέγεθος με τη σωματική του διάπλαση ήταν και η ασπίδα του, που μόνο ο ίδιος μπορούσε να τη σηκώσει. Και η Ελένη, όταν ο Πρίαμος τη ρώτησε γι' αυτόν, τον χαρακτηρίζει προπύργιο των Αχαιών. Στη διάρκεια της αποχής του Αχιλλέα από τις μάχες είναι ο μόνος από τους Αχαιούς που μπορεί να αποκρούσει τον Έκτορα. Όταν μάλιστα ο τελευταίος προκαλεί έναν από τους Αχαιούς ηγεμόνες σε μονομαχία, ο κλήρος πέφτει στον Αίαντα. Οι δυο αντίπαλοι χωρίζουν, χωρίς να αναδειχτεί νικητής. Κι όταν οι Τρώες απειλούν να γκρεμίσουν το τείχος των Αχαιών και να πυρπολήσουν τα πλοία τους, ο Αίας πρωτοστατεί, δίνοντας κουράγιο σε όλους και πολεμώντας ακόμη και μόνος, όταν χρειάζεται.

Μόνο ο Δίας μπορεί να σπείρει τον πανικό στην καρδιά του. Τέλος, καθοριστικής σημασίας ήταν η συμμετοχή του Αίαντα στην προσπάθεια να μεταφερθεί το πτώμα του Πάτροκλου στο αχαϊκό στρατόπεδο. Ο Αίας, ο γιος του Οϊλέα (ή Ιλέα), καταγόταν από την ανατολική Λοκρίδα. Ήταν αρχηγός σαράντα πλοίων. Ο Όμηρος τον παρουσιάζει πολύ πιο μικρόσωμο από τον Τελαμώνιο, γοργοπόδαρο και καλό κονταρομάχο. Δεν πολεμούσε μαζί με τους συντρόφους του, γιατί προτιμούσε τη μάχη σώμα με σώμα, ενώ οι σύντροφοί του ήταν εξοπλισμένοι με σφεντόνες και τόξα, όπλα προορισμένα για μάχη από απόσταση.

Χωρίς να τους συνδέει συγγενική σχέση, οι δύο Αίαντες παρατάσσουν τους στρατούς τους πλάι πλάι και αγωνίζονται ο ένας δίπλα στον άλλον γύρω από το πτώμα του Σαρπηδόνα και αργότερα του Πάτροκλου.

Όταν πάλι οι Τρώες οπισθοχωρούν πανικόβλητοι, ο Λοκρός Αίας, χάρη στα γρήγορα πόδια του, τους προλαβαίνει και σκοτώνει πολλούς από αυτούς. Στους επιτύμβιους αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου συμμετέχει στον αγώνα δρόμου. Με την παρέμβαση της Αθηνάς, που ήθελε να ευνοήσει τον Οδυσσέα, έρχεται δεύτερος.

Η καθημερινή ζωή στην Μυκηναική εποχή 04

Κοσμήματα

Οι μεγαλοκυράδες, με τους μπούστους τους και με το φαρδύ παντελόνι σε σχήμα φούστας, γαρνιρισμένο με φραμπαλάδες, καθώς και οι άρχοντες, με την τριγωνική πάνα που τους σκεπάζει τα γεννητικά όργανα ή με χιτώνα, πηγαινοέρχονται φορτωμένοι με κοσμήματα. Στολίζουν τα μαλλιά, τα αυτιά, το λαιμό, τους καρπούς, τα δάχτυλα των χεριών. Πόρπες και καρφίτσες, ροδόσχημα κουμπιά συγκρατούν τις σάρπες, στερεώνουν τα ρούχα.

Οι κομμώσεις, που άλλες αφήνουν κυματιστά τα μαλλιά και άλλες πλεκτά, στολίζονται με χτένες, κορδέλες, διαδήματα, μακριές φουρκέτες. Όλοι έχουν το δικό τους σφραγιδόλιθο, από χαλκηδόνιο λίθο, αχάτη ή κρύσταλλο, που αποτελεί αντίτυπο της προσωπικότητάς τους και ταυτόχρονα σφραγίδα και φυλαχτό, γιατί οι σκηνές νίκης που εικονίζονται σ' αυτόν έχουν συμβολική αξία.

Έτσι οι χρυσοχόοι και οι λιθοχαράκτες του ανακτόρου δεν μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς πελατεία. Εκείνοι, ωστόσο, που δέχονται τις περισσότερες παραγγελίες, είναι αυτοί που επεξεργάζονται το ελεφαντόδοντο. Δεν τους αρκεί να παραδίνουν στους επιπλοποιούς τα χαραγμένα ή ανάγλυφα στολίδια, που θα στολίσουν το δίφρο του άρματος, τα κιβώτια και τα σκαμνιά, όλα τα μικρά κιβώτια που θα δώσουν οι άρχοντες στους φιλοξενουμένους τους την ημέρα της αναχώρησής τους. Το ελεφαντόδοντο μεταβάλλεται κάτω από τα δάχτυλά τους σε ιντάλιο, σε κοσμήματα, σε φυλαχτά, σε λαβές, σε καθρέφτες, σε τραπέζια παιχνιδιών με τα πιόνια τους, τα ζάρια, τα κότσια τους, σε στρογγυλά κουτιά, σε αγαλματάκια, κεφάλια και μέλη που τα προσαρμόζουν ή τα σφηνώνουν σε μεγάλα επίχρυσα αγάλματα.

Ελεφαντουργοί

Ο ελεφαντουργός των Μυκηνών έχει στον πάγκο του, που βρίσκεται πάντα σε μέρος πολύ φωτεινό, επτά μπρούντζινα εργαλεία: ένα μικρό πριόνι, τρία γλύφανα, το ένα με κυρτή λεπίδα, μια λίμα, ένα είδος κυλινδρικού τρίφτη και ένα τοξοειδές τρυπάνι Το ξέστρο του είναι από οψιδιανό λίθο, τη λάβα αυτή που μοιάζει με γυαλί και που τη φέρνει από τη Μήλο ή από το Γυαλί. Το υλικό που θα επεξεργαστεί, το πράσινο, το λευκό ή το κίτρινο ελεφαντόδοντο, του έρχεται κυρίως από τη Συρία: κοπάδια από ελέφαντες ζούσαν στις όχθες του Ορόντη ως τον 8ο αιώνα προ Χριστού. Δεν περιφρονεί, ωστόσο, τα δόντια του ελέφαντα και του ιπποπόταμου της Αιγύπτου, τους χαυλιόδοντες των ελληνικών κάπρων. Κόβει με πριόνι στο χαυλιόδοντα, έναν κύλινδρο με τόσο τέλεια τομή, ώστε θα έλεγε κανείς ότι είναι μια μεταλλική ρωγμή.

Σκαλίζει, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, πάνω στην εσωτερική επιφάνεια έναν άγριο ταύρο, που ανατρέπει έναν κυνηγό μέσα σ' ένα τοπίο δάσους. Χαράζει το εσωτερικό μέρος της βάσης, για να στερεώσει με σφήνες και λούκια ένα στρογγυλό πάτο. Ένα σμιλεμένο καπάκι εφαρμόζει στο στόμιο του πάνω μέρους. Θα μουσκέψει το αντικείμενο μιάμιση μέρα, αν ο πελάτης το θέλει, μέσα σε ξίδι ή στύψη και θα το βάψει με πορφύρα. Ή θα κολλήσει στην επιφάνεια ένα φύλλο χρυσού. Διαφορετικά, ο καλλιτέχνης θα σβήσει κατόπιν, με την πιο ψιλή άμμο και με σκόνη από ελαφρόπετρα, τις σπάνιες ανωμαλίες και θα γυαλίσει ολόκληρο το αντικείμενο με ένα στουπί γεμάτο κιμωλία. Τα θέματά του τα δανείζεται από την πανίδα και τη χλωρίδα της πατρίδας του, αλλά και, γύρω στο 1250, από τη θεματογραφία της Μιλήτου, της Σιδώνας και της Κύπρου, όπου ακμάζουν σημαντικά εργαστήρια: σφίγγες η μία απέναντι στην άλλη, πάλη λιονταριού με γρύπες, λιοντάρια που καταβάλλουν ταύρους και ανθρώπους.

Λογιστές

Συχνά γίνεται λόγος για το επάγγελμα, και μάλιστα για την τάξη ή την κάστα των γραφέων. Σε κανένα, ωστόσο, από τα τέσσερις χιλιάδες πήλινα έγγραφα που υπάρχουν και που τα περισσότερα δεν είναι παρά προχειρογραφήματα ή προσωρινές σημειώσεις, δεν αναγράφεται το όνομά τους. Η έννοια όμως του γραφέα φαίνεται πως ήταν ξένη στο μυκηναϊκό πολιτισμό.

Όποιος στην Ελλάδα ήξερε να γράφει, έστω κι αν ήταν ξένος, έπαιρνε, όπως και στην αρχαία Κίνα, σημαντική θέση στη διοίκηση των ανακτόρων και των ναών. Οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι έπρεπε να είναι όλοι γραμματισμένοι. Μετέγραφαν τους λογαριασμούς και τις χρονιάτικες αναφορές τους σε φθαρτά υλικά, λινό, περγαμηνή, φυτικές ίνες ή φλοιούς. Δέκα το λιγότερο αξιωματούχοι, ίσως και δώδεκα, έλεγχαν τις εισόδους και τις εξόδους των τροφίμων και των ακατέργαστων ή βιομηχανοποιημένων προϊόντων, συνέτασαν τις απογραφές των στάβλων, των αποθηκών των εφοδίων ή των κελαριών, κατέγραφαν λογιστικά τα χρέη και τις οφειλές, καθόριζαν το ρόλο και τη βάση της φορολογίας, πρόβαιναν στην απογραφή του πληθυσμού και των ζωντανών, έκαναν κατανομή της εργασίας στις εργάτριες και στους εργάτες και εξοικειώνονταν με τις πολύπλοκες υποδιαιρέσεις των μονάδων , των μέτρων και των σταθμών. Μερικοί πίστεψαν πως αναγνώρισαν σαράντα, το λιγότερο, διαφορετικά "γραφεία" στο ανάκτορο μόνο της Κνωσού, γύρω στα 1300 π.Χ.

Στην πραγματικότητα τα λογιστικά έγγραφα μας γνωρίζουν διάφορους, πολύ ειδικευμένους υπαλλήλους, έναν επιστάτη για τα σύκα (ΟΡΙSUKΟ), έναν για τους καρπούς της γης ή τα δημητριακά (ΟΡΙΚΑΡΕΕU), έναν έφορο για το μέλι(ΜERΙDUΜΑ), έναν αποθηκάριο (ΟΡΙΤΕUΚΕΕU), έναν επιστάτη για τα κράματα (ΜΙΚΑΤΑ) ένα μετρητή (ΜΕΖΑΝΑ), έναν οπλοποιό (EΤΟWΟKΟ), ένα φύλακα των ιερών δερμάτων (;) (DΙΡRERΑΡΟRΟ), έναν επιφορτισμένο στο άναμμα της φωτιάς με πολλούς βοηθούς, έναν υπο-επιστάτη (ΡΟRΟDUΜΑ). Πάνω από αυτούς, που θα 'πρεπε να ξέρουν να γράφουν, γιατί έπαιρναν και διαβίβαζαν γραπτές διαταγές, υπήρχε ένας επίτροπος (KΟRΑΤE) και ένας πληρεξούσιος (ΡΟΡΟKΟREΤE) και, στις επαρχίες, ένας επαρχιακός επόπτης (ΑΤΟΜΟ) και ένας επαρχιακός διαχειριστής (DΑΜΟKΟRΟ).

Είναι φανερό πως οι τελευταίοι αυτοί αξιωματούχοι (QΑSΙRΕWΙΥΟΤΕ) διακρίνονται σε σχέση με τους προηγούμενους από τα φανταχτερά τους ρούχα και τα εμβλήματά τους, από τη μεγάλη ζωή που έκαναν και από την ίδια την τροφή τους. Ο επαρχιακός ελεγκτής, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, έπαιρνε τη χορηγία του σε γουρούνια. Οι επίτροποι και οι έπαρχοι φορολογούνταν διαφορετικά την ημέρα που το Κράτος είχε επείγουσες ανάγκες από μέταλλο ή λινάρι. Ορισμένοι υπάλληλοι με μυστηριώδεις αρμοδιότητες είχαν το δικαίωμα να απαλλάσσουν από ορισμένα βάρη αυτούς που διοικούσαν. Όπως αυτός ο ESΑREU, ίσως κάποιος διαχειριστής, που τον έλεγαν Κεύποδα, ο οποίος εξαιρούσε διάφορες κοινότητες στα νοτιοδυτικά της Πύλου, από τη φορολογία σε λινάρι ή σε είδη από λινάρι.

Ή ακόμη ο WΑΤEU, κάποιος ίσως εφοριακός πράκτορας, που ήταν επιφορτισμένος με τις μισθώσεις της γης. Άλλοι μετακινούνταν, όπως ο ΑKERΟ, ελληνικά άγγελος ή αγγελιαφόρος, που ήταν επιφορτισμένος να στέλνει επιστολές, και ο KΑRUKΑ, ή ιερός κήρυκας. Τι να πούμε, ωστόσο, για τον ΡΑDEΥ, τον ΡΑDΑWEΥ και για πολλούς άλλους, που ο όνομά τους δεν εμφανίζεται παρά μια ή δυο φορές συνολικά; Και μια που δεν βρίσκουν κάτι καλύτερο, τους μεταφράζουν σαν κύρια ονόματα, ενώ μπορεί να είναι, για παράδειγμα, όπως οι ΑΜΟΤERE και οιEREUΤERE επίτροποι, επιθεωρητές, πληρεξούσιοι και φοροεισπράκτορες.

Ζωγράφοι

Στην καρδιά του παλατιού, στο βάθος μιας αυλής, πίσω από μια στοά, από έναν προθάλαμο και από μια δίφυλλη πόρτα, απλώνεται μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα, που η οροφή της συγκρατείται από τέσσερις κίονες. Συγκεντρώνονται κοντά στην κεντρική εστία για τα γεύματα, για τα συμπόσια, που συνοδεύονται από τραγούδια και αφηγήσεις, για τις δεξιώσεις.

Είναι το μέγαρο. Εκεί μέσα απασχολείται πότε-πότε μια ομάδα διακοσμητών με τους βοηθούς τους, για την επισκευή των τοιχογραφιών. Μιλούν αυθαίρετα για νωπογραφίες, αλλά πρόκειται για μια ολότελα διαφορετική τεχνοτροπία. Πάνω στις εσωτερικές πλευρές του τοίχου έχουν απλώσει οι χτίστες μια στρώση από κιτρινωπή άργιλο ανακατεμένη με ψιλοκομμένο άχυρο για να βαστάξει καλύτερα. Από πάνω οι γυψοποιοί πέρασαν δύο ή τρεις, πολύ λεπτές αλλά του ίδιου πάχους στρώσεις μαρμαροκονίας. Λειαίνουν τη μαρμαροκονία αυτή με μεγάλη προσοχή με το μαρμαρένιο στίλβωτρο, και σε μερικά σημεία ακόμη και με το νύχι: δεν υπάρχει πια η παραμικρότερη γούβα, μια ανωμαλία, ένα χαλίκι. Και κατόπιν τα αφήνουν όλα να στεγνώσουν έναν ολόκληρο μήνα.

Οι ζωγράφοι εργάζονται πάνω στην τελευταία επίστρωση, μια στεγνή και σκληρή επένδυση, την ΚΙRΙSΕWΕ, σύμφωνα με τη μέθοδο που τώρα ονομάζουν Α FRESCΟ SECCΟ. Μουσκεύουν κομμάτι, κομμάτι, ελαφρά με το σφουγγάρι την επιφάνεια που θα διακοσμήσουν και που θα τη βάψουν με το πινέλο και το καλάμι. Οι κοπανισμένες χρωστικές ουσίες, που τις διαλύουν μόνο μέσα σ' ένα αρκετά ανοιχτόχρωμο ασβεστοπολτό, είναι βασικά οργανικές και ορυκτές ουσίες. Όταν το μαύρο δεν είναι από μελάνι σουπιάς, το φτιάχνουν από σκόνη καρβουνιασμένων οστών ή από καπνιά. Η ώχρα δίνει το κίτρινο και όταν την καίνε, διάφορες άλλες αποχρώσεις, που αρχίζουν από το καφέ και φτάνουν στο κοκκινόξανθο.

Από τον αιματίτη βγάζουν τα διάφορα κόκκινα χρώματα, από το ροζ μέχρι το κρεμεζί. Το κιννάβαρι δίνει ένα χρώμα ροδαλό. Το μπλε και το πράσινο δεν είναι παρά οι σκόνες αυτές του αζουρίτη και του μαλαχίτη, των δύο αυτών ανθρακικών αλάτων του χαλκού, που συναντήσαμε και παραπάνω στην κατασκευή της υαλόμαζας, που οι κιβδηλοποιοί και οι ερασιτέχνες εξακολουθούν να ονομάζουν λαζούρι, εμαγιέ, σμάλτο ή νιέλλο. Το πιο σκούρο ή πιο ανοιχτό καφέ δεν είναι παρά ένα χώμα με μικρότερη ή μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε οξείδια του σιδήρου και του μαγγανίου. Είναι πολύ πιθανό, μα όχι και βέβαιο, ότι οι μυαλωμένοι αυτοί τεχνίτες είχαν προσέξει τις χρωματικές αρετές που έχουν τα κράματα του κοβαλτίου και του χρωμίου, δύο ορυκτών που τα βρίσκουμε σε πολλά ορυχεία της Κρήτης. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ένα είναι σίγουρο: ότι έκαναν διάφορες αναμείξεις μέσα στα δοχεία τους.

Η καθημερινή ζωή στην Μυκηναική εποχή 03

Οι γναφείς και οι βαφείς

Πολλές άλλες ακόμη συντεχνίες επαγγελματιών συνωστίζονταν γύρω από τα τείχη και χρησιμοποιούσαν τα βουερά λεβέτια των σιδηρουργών , τις σκάφες και τους κάδους των αγγειοπλαστών. Εκεί δούλευαν οι γναφείς (ΚAΝΑΡEWE), που τους ονόμαζαν καμιά φορά "βασιλικούς", και οι βαφείς που καθάριζαν με ζεματιστό νερό τα μαλλιά, τα μπουγάδιαζαν με στάχτη και αιγυπτιακή σόδα ή με χώμα από την Κίμωλο, τα ξέβγαζαν, κατέστρεφαν τις φυτικές τρίχες ή ίνες με χυμό αλόης, ροδιάς, ξυνίθρας, στύψης, με ταννίνη ή με διάφορα αμμωνιούχα προϊόντα, για να πιάνουν καλά οι χρωστικές ουσίες, που έβγαζαν από την πορφύρα, την κοχενίλλη, τον κρόκο, την ίριδα, τον ίσατι, τον κάρθαμο ή τα σιδηρούχα χώματα.

Μέσα από τα επίσημα έγγραφα των ανακτόρων βλέπουμε τους αξιωματούχους ντυμένους με άσπρους, κόκκινους και μαβιούς μανδύες, με άσπρα ή πολύχρωμα, γκρίζα, ασημένια, μπορεί ακόμη και χρυσά φεστόνια και άλλες γαρνιτούρες. Το ιδεόγραμμα 15β της γραμμικής γραφής Β εικονίζει, αναμφισβήτητα, έναν κάδο βαφέα που ανακατεύει με τη διχάλα του τα ρούχα ή τα κουβάρια του μαλλιού. Τα έτοιμα προϊόντα, ΤEΤUΚΟWΟΑ, στεγνώνουν στον ήλιο, πάνω σε ένα μικρό τοίχο ή σε μεταλλικές βέργες, ανάμεσα σε δυο σειρές δοκάρια, όπως συνηθίζουν ακόμη στη Λιβαδειά της Βοιωτίας ή στην Κρητσά της Κρήτης.

Οι αρωματοποιοί

Αρωματοποιοί ονομάζονταν "αυτοί που βράζουν τις αλοιφές", ΑLΕΡΗΑΖΟΟΙ ή ΑLEΙΡΗΟΖΟΟΙ. Πρέπει να είχαν πολύ μεγάλη θέση και μέσα και έξω από τα ανάκτορα, αν σκεφτούμε ότι τα αρώματα, οι αλοιφές και τα κοσμητικά χρησιμοποιούνταν τόσο στη λατρεία όσο και σε μη θρησκευτικές χρήσεις, στην περιποίηση των ζωντανών όσο και των νεκρών, ότι αρωμάτιζαν τα κρασιά, τα τρόφιμα ακόμη και τα έπιπλα, ότι οι μυρωδιές ήταν η ευαίσθητη ψυχή των θεών, των ανθρώπων και των πραγμάτων και ότι τα είδη αρωματοποιίας στάθηκαν για πολύ καιρό μια από τις σημαντικές εισοδηματικές πηγές των ελληνικών πόλεων. Στην εποχή που μας απασχολεί ολόκληρα φορτία από φιάλες, οινοχόες, ψευδόστομους αμφορείς σφραγισμένους με κερί, που χωρούσαν δύο με τρία λίτρα αρωματικά έλαια, ξεκινούσαν από τα λιμάνια της Πελοποννήσου και της Κρήτης για όλα τα παράλια της Μεσογείου.

Οι συμπληρωμένες με τις σημειώσεις του Θεόφραστου και του Πλίνιου του Πρεσβυτέρου, καθώς και από τις λαϊκές παραδόσεις, πινακίδες της Πύλου, μας δίνουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με τη δουλειά της σημαντικής αυτής βιοτεχνίας, που ήταν συνδεδεμένη με τόσες άλλες και που την έλεγχαν οι άρχοντες των ναών και των ανακτόρων, Το 13ο αιώνα προ Χριστού αναφέρονται έλαια του φασκόμηλου, της κύπερης, του ρόδου. Το ελαιόλαδο ανακατεμένο με λίγο αλάτι, για να μην ταγκίζει, αποτελεί πολύ συχνά το είλημα, τη βάση ή, όπως λένε οι ειδικοί, "το σώμα" ή "την ουρά" του αρώματος. Με τη βοήθεια κάποιας ρητίνης ή μιας γόμμας δένδρου, ο τεχνίτης φιξάρει ή δένει σ' αυτό ένα μύρο που εξατμίζεται πολύ συχνά, το χυμό κάποιου μέρους του φυτού, της ρίζας, του βλαστού, των φύλλων, των λουλουδιών, ακόμη και των καρπών ή των σπόρων.

Διάφοροι Τεχνίτες

Όλοι αυτοί οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι ζούσαν συγκεντρωμένοι στην ίδια συνοικία, στοιβάζοντας την οικογένειά τους και τους δούλους τους μέσα σε μερικά μικροσκοπικά δωμάτια, δίπλα στα μαγαζιά και τους φούρνους τους. Διαβιβάζουν τα επαγγελματικά τους μυστικά από πατέρα σε γιο, αφού υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες από τεχνίτες, όπως του ναυπηγού Φήρηκλου, γιου του Τέκτονα, του ξυλουργού και εγγονού του εφαρμοστού Άρμωνα. Ευκολονόητο είναι ότι τα εργαστήρια, που χρησιμοποιούσαν φωτιά, έπρεπε να είναι σχετικά απομακρυσμένα από τον κεντρικό συνοικισμό: η συνοικία του Κεραμεικού στην Αθήνα, με τους αγγειοπλάστες, τους σιδηρουργούς, τους χύτες, τους λαναράδες και τους αρωματοποιούς της, δεν συγχωνεύτηκε ποτέ με την Ακρόπολη, τη συνοικία με τους ναούς, τα ανάκτορα και τα βοηθητικά του κτίρια.

Ακόμη και οι βυρσοδέψες, αυτοί που προετοιμάζουν τα δέρματα, οι οπλοποιοί που κατασκευάζουν λινούς μανδύες και δερμάτινες ασπίδες, οι σχοινοποιοί, οι αμαξοποιοί, αυτοί που κατασκευάζουν δίχτυα, που τόσο καλά απεικονίζονται στα κείμενα της Μυκηναϊκής εποχής, όλοι αυτοί χρειάζονται νερό, χώρο και πρώτες ύλες, πράγμα που τους απομάκρυνε από την Ακρόπολη.

Όχι, αυτούς που συναντάει κανείς μέσα από τα στενά και φιδωτά σοκάκια της Ακρόπολης, ανάμεσα στους αχθοφόρους, τα παιδιά, τους δούλους, τα φορτωμένα με εμπορεύματα γαϊδούρια και μουλάρια, είναι αποκλειστικά οικογένειες εργατών και αρχιμαστόρων στην υπηρεσία των βασιλιάδων και των θεών.

Στη σκιά του παλατιού ζούσε ένα πλήθος από τεχνίτες, άντρες και γυναίκες, αυτόχθονες ή ξένους, μόνιμους κατοίκους σ' όλη τους τη ζωή ή περαστικούς επισκέπτες, δούλους αφιερωμένους σ' ένα ναό και λαϊκούς δούλους, πλανόδιους τραγουδιστές, θεραπευτές, μάντεις, κήρυκες, που τους καλούσαν ή τους έδιωχναν οι πλούσιοι. Από τα αρχεία που βρέθηκαν, γνωρίζουμε κάποιους που άκουγαν στο όνομα "Πλουτεύς", που είχαν στις διαταγές τους αμέτρητες υφάντρες, κατασκευάστριες ενδυμάτων και ράφτρες,

Πολλοί κατασκευαστές ειδών πολυτελείας δουλεύουν και μοχθούν γι' αυτούς: υποδηματοποιοί, επιπλοποιοί, λεπτουργοί, σαμαράδες, σμαλτωτές, μαχαιροποιοί, τεχνίτες που επεξεργάζονται το κόκαλο ή το κέρατο, που φτιάχνουν έγχορδα όργανα, που συναρμολογούν τόξα... Οι ναοί που έχουν στην ιδιοκτησία τους απέραντες εκτάσεις και απολαμβάνουν μεγάλα εισοδήματα, έχουν τους δικούς τους αγγειοπλάστες, αρτοποιούς, ιεροφύλακες, οινοχόους, αρχειοφύλακες, δούλους και, καμιά φορά, όπως στην Κύπρο, τα Κύθηρα ή την Κόρινθο, τις ιερές πόρνες τους.

Εδώ και πολύ καιρό αναζήτησαν να βρουν πώς έκαναν την περιουσία τους οι κατάφορτοι από χρυσάφι και κοσμήματα άρχοντες, που τους έθαβαν μαζί με τα θαυμάσια επιτραπέζια σκεύη και την πλουσιότατη ιματιοθήκη τους, με λίγα λόγια τον οικονομικό λόγο ύπαρξης του μυκηναϊκού πολιτισμού την παραμονή της καταστροφής. Οι λογιστικές πινακίδες μάς επιτρέπουν να προτείνουμε μια απάντηση: ο πλούτος των αρχόντων της Ελλάδας εξαρτιόταν, κατά μεγάλο μέρος, από το εμπόριο υφασμάτων, ακαθάριστων ή αρωματισμένων ελαίων, μεθυστικών κρασιών, από το δουλεμπόριο και την εκμετάλλευση των δούλων.

Υφαντά

Τριών ειδών είναι τα τεκμήρια στα οποία αξίζει να σταματήσουμε για λίγο. Αφορούν στη βιομηχανία υφασμάτων, στην επίπλωση και στη διαχείριση. Μια και τα υφάσματα χρειάζονται για να ντυθούν οι ζωντανοί και οι νεκροί, για την κατασκευή των πανιών και για την εξάρτυση των πλοίων, για την κατασκευή θωράκων, για το κλείσιμο των παραθύρων, για την ταπητουργία, για στρωσίδια του κρεβατιού, για την τυροκομία, για το κυνήγι, για την ιατρική κ.λπ., είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι οι άρχοντες των ανακτόρων ή των ναών έλεγχαν αυστηρά την κατασκευή των λινών και μάλλινων υφασμάτων.

Έξι διαφορετικά ιδεογράμματα παριστάνουν αντίστοιχα κουβάρια μαλλιών, σεντόνια ή ορθογώνια κομμάτια πανιού (ΡΑWEΑ), που τα αποτελούσαν ένα ως πέντε ραμμένα φύλλα, φορέματα (WEΑΝΟ, στα ελληνικά ελνός), κοντούς χιτώνες, σάρπες ή πολύχρωμα υφάσματα, χαλιά. Το ιδεόγραμμα του σεντονιού συνοδευόταν από πέντε διαφορετικά συλλαβικά σημεία, ΚΕ, KU, ΡΑ, ΡU, ΤΕ, WE, ΖΟ, που προσδιορίζουν το υλικό, την κατασκευή ή την κατεργασία του υφάσματος, αλεύκαντο για παράδειγμα, βαμμένο ή χωρίς γυαλάδα. Διάφορα επίθετα, καμιά φορά, προσδιορίζουν την προέλευση, τον παραλήπτη, τη γαρνιτούρα, το χρώμα.

Γιατί ο ηγεμόνας μπορεί να ντύνεται με πορφύρα, οι άνθρωποι όμως της ακολουθίας του ΕQΕΤΑ -οι κόμητες θα λέγαμε- και οι βασιλικοί φιλοξενούμενοι φορούν άσπρα ή πολύχρωμα ρούχα.

Στην κατασκευή υφασμάτων για λογαριασμό του βασιλιά χρησιμοποιούσαν πολυάριθμο γυναικείο προσωπικό, ελεύθερες γυναίκες, δούλες με τα παιδιά τους, που το πλήρωναν με ορισμένη ποσότητα αλευριού και σύκων. Βλέπουμε αμυδρά μέσα από τα κείμενα τις γυναίκες που ξαίνουν, ΡEKΙΤΙRΥΑ, να λαναρίζουν το άγριο μαλλί μέσα στη μικρή τους αυλή, τις κλώστριες, ΑRΑKΑΤEYΑ, κι ανάμεσά τους τις ειδικευμένες στο λινάρι, RΙΝEYΑ, τις υφάντρες, ΙΤΕΥΑ, να εργάζονται σ' έναν κάθετο αργαλειό και να τραγουδούν, όπως η Καλυψώ, στο βάθος της σκιερής και δροσερής κατοικίας τους, τις κατασκευάστριες, ΑΚΕΤΙRΙΥΑ, τις υφάντρες χαλιών, ΤΕΡΕΥΑ, τις ράφτρες, RΑΡΙΤΙRYΑ, καθισμένες όλες μαζί κατάχαμα, μέσα σε πραγματικά εργοστάσια, να βιάζονται να παραδώσουν τις παραγγελίες για τριάντα και σαράντα σεντόνια, δεκάδες φουστάνια και φούστες με βολάν ή χωρίς βολάν, με μανίκια ή ξεμανίκωτα.

Έχουν στήσει κουβεντολόι. Προσπαθούν να αποφύγουν τα μαλώματα της επιστάτριας. Γιατί αυτή τους έχει επιβάλει μια πραγματική τιμωρία, ΤΑRΑSΙΥΑ, να επεξεργαστούν δηλαδή μέσα σε ορισμένο χρόνο μια ποσότητα ακατέργαστης ύλης, που την έχει ζυγίσει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πιο σημαντική θεά στις μυκηναϊκές ακροπόλεις, η Αθηνά, ήταν κλώστρια και το αγαπημένο της ζώο, η κουκουβάγια, είναι πουλί της ταπητουργίας. Στην Κνωσό, ορισμένα υφάσματα συνοδεύονται από ενδείξεις για το βάρος τους. ταυτόχρονα είναι και μονάδες αξίας. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να γίνονται όλα πιο γρήγορα και όσο το δυνατόν καλύτερα. Χρειάζεται άραγε να πούμε πως δεν λαμβάνουν ποτέ υπόψη τους το χρόνο ούτε την παιδική θνησιμότητα; Όποιος έχει δει, και σήμερα ακόμη, τις νέες υφάντρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής να εργάζονται μαντεύει τι θέλω να πω.

Οι Λεπτουργοί

Οι λεπτουργοί και οι κατασκευαστές ψηφιδωτών φαίνεται πως ήταν περισσότερο προνομιούχοι, όχι μόνο γιατί ήταν απόλυτα εξειδικευμένοι διακοσμητές ή γιατί τους έφερναν, όπως τον Ικμάλιο, από την Κύπρο ή τις πόλεις της Συρίας ή της Φοινίκης, αλλά και γιατί τους εμπιστεύονταν πολύτιμα ξύλα και μέταλλα. Τα διακοσμητικά θέματα ταξιδεύουν, όπως και οι καλλιτέχνες και οι φιλοξενούμενοι. Μια μακρόχρονη παράδοση, που ξεκινάει από τα σουμεριακά και βαβυλωνιακά εργαστήρια, δίδαξε στους λεπτουργούς να κόβουν, να λειαίνουν και να συναρμολογούν με σφήνες και λούκια μικρές σανίδες από κέδρο, έβενο, τούγια, χαρούπι, να τις κοιλαίνουν, να κολλούν κόκκαλο, ελεφαντόδοντο, σμάλτο ή λεπτές πλάκες από ήλεκτρο (μείγμα χρυσού και ασημιού), χρυσάφι ή ασήμι, που σχηματίζουν όμορφα σχέδια πάνω στο σκούρο φόντο του επίπλου.

Επικολλούν ακόμη ημιπολύτιμους λίθους. Καμιά φορά μέσα στις χαραξιές του ξύλου, που τις έχουν καταστήσει άφλεκτες, οι διακοσμητές χύνουν μια καυτή υαλόμαζα, KUWΑΝΟ, που έχει ένα χρώμα γαλάζιο προς το τυρκουάζ, ανάλογα με την ποσότητα της σκόνης του μαλαχίτη ή αζουρίτη που προσθέτουν σ' αυτή. Το εργαστήρι τους μυρίζει ψαρόκολλα, άσφαλτο, πίσσα, βερνίκι. Όπως οι λεπτουργοί που είχαν διακοσμήσει τα διαμερίσματα του Τουταγχαμών, των ηγεμόνων της Αλαλάχ, στον Ορόντη ή της Νούζι φτιάχνουν πλαίσια στους τοίχους, έπιπλα, κιβώτια, που η σκαπάνη τα βρίσκει σε χίλια κομμάτια μέσα στους τάφους ή στα ερείπια των ανακτόρων. Είναι συχνά πολύ λεπτή δουλειά να αποδώσουμε τη σημασία των τεμαχίων των αρχείων που αφορούν μια τόσο λεπτομερειακή και τόσο πολύμορφη εργασία στις Μυκήνες, στην Πύλο και στην Κνωσό. Τα πιο σημαντικά είναι τα χαμηλά, πτυσσόμενα τραπέζια, τα ανάκλιντρα με σκαμνάκια, που χρησιμεύουν για να βάζουν τα πόδια. Μόνο οι επιφανείς και οι θεοί δικαιούνται να κάθονται στο κάθισμα που ονομαζόταν θρόνος ή στα κρεβάτια όπου έκθεταν τους επιφανείς νεκρούς. Ο γενικός όρος που προσδιορίζει όλους τους επιπλοποιούς είναι ΤΟRΟΝΟWΟKΟ, "κατασκευαστής θρόνων".

Η καθημερινή ζωή στην Μυκηναική εποχή 02


Τεχνίτες

Στις πύλες των τειχών έχουν εγκατασταθεί όλοι οι τεχνίτες της φωτιάς, αυτοί που βράζουν τις αλοιφές, οι βαφείς, οι σιδεράδες και, ιδιαίτερα, οι αγγειοπλάστες. Η μυθολογία συνδέει στενά στην Αθήνα, καθώς και στα νησιά, τον Ήφαιστο, τον αρχισιδερά, με την Αθηνά, τη θεά όλων των κεραμουργών. Ο ένας βοηθάει να γεννηθεί η άλλη, ξεγεννώντας τον Δία, ή την καταδιώκει με τις φιλοφρονήσεις του. Θα παραμείνουν στην πραγματικότητα και οι δύο παρθένοι, γιατί είναι πολύ άστατοι και πολύ ανεξάρτητοι για να δημιουργήσουν ένα και μοναδικό σπιτικό. Από τη μεριά τους, όλοι όσοι καταπιάνονται με χύτρες και ανασκαλεύουν τους φούρνους, λίγο-πολύ μόνιμοι, προτιμούν τα περίχωρα παρά το κέντρο της πόλης, όπου οι άνθρωποι φοβούνται τις πυρκαγιές, το θόρυβο και τον καπνό. Η βυρσοδεψία, που βρωμάει, απαιτεί, εκτός από τα δέρματα, πολύ αλάτι, νερό ταννίνη και χρωστικές ουσίες.

Οι σιδηρουργοί

Οι πιο σημαντικοί από όλους αυτούς τους εργαζόμενους, οι πιο έξυπνοι και εκείνοι που η εξουσία περισσότερο κολακεύει είναι οι σιδηρουργοί. Είναι φανερό πως τους έχουν ανάγκη. Ήταν οι αποκλειστικοί δημιουργοί της δύναμης των ανακτόρων, γιατί τα εφοδίαζαν με άρματα μάχης, εξόπλιζαν τα πολεμικά και εμπορικά πλοία, θωράκιζαν τις πύλες, πολλαπλασίαζαν όλα τα εργαλεία και όλα τα σκεύη από μπρούντζο, που επιτρέπουν μεγαλύτερη παραγωγή και καλύτερη διατήρηση, διακοσμούσαν τα έπιπλα, γέμιζαν τους ισχυρούς με κοσμήματα. Πάνω από εκατό ενεπίγραφες πινακίδες στην Πύλο, στην Κνωσό και στις Μυκήνες αναφέρονται στην πολύμορφη δραστηριότητά τους.

Σ' αυτούς αποτάθηκαν ακόμη οι άρχοντες της Πύλου, την παραμονή της καταστροφής, για να σφυρηλατήσουν μάνι-μάνι το χαλκό και τον ορείχαλκο που αποσπούσαν από τους ναούς για να τους κάνουν όπλα: "Οι επίτροποι και οι επιστάτες, οι έπαρχοι, οι κλειδούχοι, οι ελεγκτές των καρπών και των συγκομιδών θα παραδώσουν τον μπρούντζο των ιερών για να γίνει αιχμές ακοντίων και λάμες σπαθιών , στις παρακάτω αναλογίες: ο επίτροπος της Πίσσας 2 κιλά, ο έπαρχος 750 γραμμάρια κ.λπ.".

Συνολικά επίταξαν περισσότερο από 51 Κιλά θραύσματα και απομεινάρια, αρκετά για να χύσουν και να σφυρηλατήσουν 400 το λιγότερο, σπαθιά, 34.000 αιχμές βελών (πινακίδα ΡΥ, Jπ 829). Μπόρεσαν να υπολογίσουν ακόμη ότι όλος ο μπρούντζος που είχαν κιόλας μοιράσει την ίδια εποχή από το παλάτι στους σιδηρουργούς που δούλευαν στη Μεσσηνία λίγο περισσότερο δηλαδή από ένας τόνος τους επέτρεψε να εξοπλίσουν μια πολιτοφυλακή με δύναμη πάνω από 2.000 άντρες. Μάλιστα, η Αθηνά βγήκε πάνοπλη από το σφυρί του Ήφαιστου.

Τα συλλαβικά κείμενα της Μυκηναϊκής εποχής τούς ονομάζουν με το γενικό όρο ΚAΚEWE, που πιθανόν να το πρόφεραν "ΚHALΚEWES". Συχνά μας δίνουν το προσωπικό τους όνομα. διαπιστώνουμε έτσι ότι, αν οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ονόματα αδιαφιλονίκητα ελληνικά, το ένα τρίτο περίπου φαίνονται ξένα για την Πελοπόννησο. Ξούθος, Πυρρός, Πέταλος, Μακρύς, Φιλουργός, Εργατικός, Πλουτεύς, Χαλκεύς, αλλά επίσης WΑUDοΝΟ, Πιερίατας, Λύκειος, Σαμύ(ν)θαιος ή Τεθρεύς, που τα ονόματά τους ή τα παρατσούκλια τους έρχονται κατευθείαν από τη Μακεδονία, τη Λυκία ή τα νησιά.

Ταξιδεύουν, όπως ο ορειχαλκουργός αυτός που ξεκίνησε από τη Συρία με ολόκληρο φορτίο από μεταλλικές ράβδους, μεταλλεύματα, παλιά σκεύη και εργαλεία, και βούλιαξε στα ανοιχτά του ακρωτηρίου Γελιδονιά, γύρω στο 1200 π.Χ. Είναι ελεύθεροι εργαζόμενοι, αν και μερικοί μπήκαν στη δούλεψη των ναών σαν "υπηρέτες της θεότητας".

Έχουν δικά τους ή με νοίκι χωράφια. Απαλλάσσονται από πολλούς φόρους. Εργάζονται κάτω από τις διαταγές τους μαθητευόμενοι ή συντεχνίτες, ΚΑSΙΚΟΝΟ και δούλοι, DΟERΟ. Μερικοί δικαιούνται να παίρνουν από τα ανάκτορα χορηγία σε μέταλλο, ΤΑRΑSΙΥΑ: πρόκειται για ένα αξίωμα, μια υπηρεσία. Οι άλλοι δεν παίρνουν χορηγία, ΑΤΑRΑSΙΥΑ. Άλλοι, που τους ονομάζουν Α(SEΤERE(S) φαίνεται πως είναι ειδικευμένοι στην κατεργασία των πολύτιμων μετάλλων, ή διακοσμητές, κοσμηματογλύπτες, ορειχαλκουργοί, που κατασκευάζουν πολύτιμα αντικείμενα. Οι ΡΙRΙΥEΤERE ή λεβητοποιοί κατασκευάζουν λεκάνες, ΡΙRΙΥE, και, αν τύχει, και όπλα. Είναι, με λίγα λόγια, η εμπορική και δυναμική πτέρυγα του πολιτισμού, μια κάστα ισχυρή και πλούσια.

Μέχρι το 1970 περίπου, μπορούσε ακόμη να δει κανείς σε πολλές πόλεις της Κρήτης, ακόμη και στο Μοναστηράκι στην Αθήνα, χαλκωματάδες, κατασκευαστές χάλκινων σκευών, λεβητοποιούς, που εργάζονταν με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι άνθρωποι στο χωριό Ασιατία, εδώ και τρεις χιλιάδες διακόσια χρόνια, πάνω-κάτω. Από τα χαράματα ως το δειλινό ακουγόταν το βουητό από τα σφυριά τους, που γινόταν ακόμα περισσότερο διαπεραστικό, γιατί τα μαγαζιά τους βρίσκονταν το ένα κοντά στο άλλο.

Μέσα στον καπνό που τον διαπερνούν οι κόκκινες λάμψεις της αναμμένης χόβολης ή η μουντή ανταύγεια του πυρρού χαλκού, βλέπουμε τέσσερις συντρόφους, που φορούν μια δερμάτινη ποδιά, να προσπαθούν να μετατρέψουν μια πλάκα από ζεστό μέταλλο σε λεβέτι με δύο λαβές και τρία πόδια.

Κάτω από τα απανωτά χτυπήματα των μπρούντζινων βαριών ή των στρογγυλοκέφαλων σφυριών, ο δίσκος πλαταίνει, απλώνει. πιάνει όλη την επιφάνεια της πλάκας που είναι από γκρίζο ασβεστόλιθο κι ακουμπάει πάνω σ' ένα χοντρό κούτσουρο από ξύλο ελιάς. Ενώ οι βοηθοί κατόπιν ξαναγεμίζουν το καμίνι, βάζουν τάξη στα εργαλεία, κάνουν χώρο, πίνουν μια γουλιά και φτιάχνουν κρίκους, ρεζέδες ή δικέφαλα καρφιά, ο αρχισιδηρουργός ισοπεδώνει με τον ξύλινο κόπανό του το πάχος του ελάσματός του. Με την ψαλίδα του δίνει το μέγεθος και το στρογγύλεμα που θέλει, κόβει ό,τι περισσεύει και, καθώς το μέταλλο, που το χτύπησε με χιλιάδες χτυπήματα, έχασε κάπως την ελαστικότητά του, το ξαναψήνει πάνω στα κάρβουνα, δυναμώνοντας πολύ τα φυσερά. Αρχίζει τελικά η πιο μακρόχρονη και πιο λεπτή διαδικασία, η μετατροπή ενός οριζόντιου και πλατιού φύλλου σε βαθύ και χωρίς πτυχές θύλακα, χωρίς κανένα τσάκισμα, χωρίς σχισμές και με απόλυτα ομοιόμορφο πάχος.

Ο λεβητοποιός ακουμπάει με τη λαβίδα, και με το αριστερό χέρι, το φύλλο από χαλκό πάνω σ' ένα στρογγυλοκέφαλο αμόνι και ξαναρχίζει να το σφυρηλατεί με το δεξί χέρι, ξεκινώντας από το κέντρο. Το πολύ χτυπημένο και ζυμωμένο από τα χτυπήματα μέταλλο διαστέλλεται εξωτερικά, ενώ διατηρεί την ίδια εσωτερική επιφάνεια. Αρχίζει να λυγίζει. Βαθουλώνει και παίρνει το σχήμα σκούφου. Μακραίνει τόσο, ώστε να κρύψει ακόμη και το επάνω υποστήριγμα του αμονιού. Το ξαναφέρνει πότε-πότε στη φωτιά. το μέταλλο χάνει λίγη από την ακαμψία του και, όταν κρυώσει, το τοποθετεί σ' ένα καβαλέτο ή δίκερο αμόνι, δηλαδή σ' ένα αμόνι με μία ή δύο κεφαλές. Τα απανωτά σφυρηλατήματά του δίνουν τελικά τη στρογγυλάδα, το βάθος και την επίπεδη επιφάνεια που περιμένει κανείς από ένα χωρίς σχισμές και προεξοχές δοχείο. Δεν μένει πια παρά να λιμάρουν, να στριφώσουν τα χείλη και να στερεώσουν με το γλωσσίδι τη σύνδεση των ποδιών και των αυτιών.

Οι χρυσοχόοι

Ειδικά ιδεογράμματα προσδιορίζουν το χρυσάφι και τον μπρούντζο. Το ιδεόγραμμα του χρυσαφιού μοιάζει με το σταυρό του Αγίου Ανδρέα, που έχει δύο πλάγιους κρίκους κομμένους στη μέση και ένα είδος Π στο πάνω μέρος. Με τον τρόπο αυτό απεικόνιζαν το υψηλότερο τμήμα του καμινιού που συγκρατούσε το χωνευτήρι, όπου το κίτρινο μέταλλο καθαριζόταν και αποχωριζόταν από τις προσμείξεις.

Ξεχωρίζουν καθαρά στα κείμενα το χρυσοχόο, ΚURUSΟWΟΚΟ, από τον ορειχαλκουργό ή απλό σιδερά, ΚAΚEU, και από τον οπλοποιό, EΤΟDΟΜΟ, μα όχι λιγότερο καθαρά το μάλαμα, ΚURUSΟ, από το ασήμι, ΑΚURΟ, και από ένα λευκό μέταλλο, που φαίνεται πως είναι το ήλεκτρο. ΡΑRΑΚU.

Το χρυσάφι, που παράσερνε ο Πακτωλός και τα ποτάμια της Κολχίδας ή της Γεωργίας, ήταν πάντοτε ανακατεμένο με ασήμι, που καμιά φορά έφτανε σε ποσοστό 30 στα 100. Όταν στην Ελλάδα δεν έφτανε καθαρισμένο και επεξεργασμένο, έπρεπε να το λιώσουν, να ανεβάσουν δηλαδή τη θερμοκρασία του κράματος στους 1.063 βαθμούς, είκοσι περίπου βαθμούς λιγότερο από όσους χρειάζονταν για το χαλκό.Για πολύ καιρό οι ίδιοι τεχνίτες ασχολούνταν με το ευγενές και με το ευτελές μέταλλο. Στις μυκηναϊκές πολιτείες, ακόμη και στα μεγαλοχώρια, που ήταν πραγματικά πλούσιες σε χρυσάφι, η εξειδίκευση είχε προχωρήσει πολύ περισσότερο από αλλού. Έπρεπε ακόμη να επιβλέπουν από κοντά αυτούς που το κατεργάζονταν. Οι τελευταίοι αυτοί υπηρετούσαν αποκλειστικά τους βασιλιάδες και τους πλούσιους, ζούσαν στη σκιά τους, ανάμεσα στα μικροσκοπικά πριόνια, στα τρυπάνια, στα γλύφανα, στις λίμες και στις ζυγαριές, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω στον πάγκο τους και με ένα μεγάλο κομμάτι πετσί τεντωμένο ανάμεσα στη σανίδα και τη ζώνη τους, για να μαζεύουν όλη τη χρυσόσκονη που θα ξέφευγε από το εργαλείο τους. Το χρυσάφι αθάνατο, αναλλοίωτο και ακτινοβόλο υλικό, που έχει το ίδιο, πάνω-κάτω, βάρος με το μολύβι, αλλά είναι περισσότερο μαλακό και εύκαμπτο, είναι για τους Μυκηναίους τόσο θείο όσο και ο ήλιος.

Στην Πύλο, γύρω στο 1225, όριζαν δεκατέσσερις ιερόδουλες ή σκλάβες της θεότητας, για να το φυλάνε και να διαχειρίζονται τον "ιερό χρυσό", ΚURUSΟΥΟ ΙΥERΟYΟ (πινακίδα ΡΥ, Αe 303). Την κρίσιμη εκείνη χρονιά, οι άρχοντες του παλατιού εισπράττουν έκτακτη εισφορά σε χρυσάφι από τους αξιωματούχους και τους πιο σημαντικούς γαιοκτήμονες δεκαέξι τμημάτων του μικρού βασιλείου. Στο περιθώριο αυτής της αρχαϊκής φορολογικής σελίδας (ΡΥ, jn 438) κάποιος γραφιάς, μπορεί και ο γενικός ελεγκτής των οικονομικών, υπογράμμισε ένα στα τρία ονόματα: εκείνους που δέχτηκαν ή εκείνους που εναντιώθηκαν; Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε πόσους χρυσοχόους, εμπόρους και παραχαράκτες μπορούσε να έχει ένας τέτοιος πλούτος σ' όλη την Ελλάδα.

Οι αγγειοπλάστες

Σιδηρουργοί και αγγειοπλάστες ήταν οι πρώτοι που απελευθερώθηκαν από την καταπίεση της πρωτόγονης γεωργικής κοινωνίας και σχημάτισαν οικογένειες, ακόμη και φύλα ή κάστες στα περιθώρια της αγροτικής αυτής κοινωνίας. Πριν από είκοσι χρόνια περίπου υπήρχαν ακόμη στην Κρήτη ολόκληρα χωριά αγγειοπλαστών. Πλανόδιοι με τον καλό καιρό, όταν μπορούσαν να φτιάχνουν και να πουλάνε τα αγγεία τους, περνούσαν το φθινόπωρο και το χειμώνα καλλιεργώντας τη γη και ασχολούμενοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους.

Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου διαφορετική την εποχή του Τρωικού Πολέμου. Κάθε, ωστόσο, πρωτεύουσα είχε κιόλας, ακόμη και στη Μινωική εποχή, τα εργαστήρια των αγγειοπλαστών της, που εργάζονταν άλλοι στην αποκλειστική υπηρεσία των ιερών και του ανακτόρου και άλλοι στην υπηρεσία του πλήθους.

Βρέθηκαν στις ανασκαφές οι κυψελόσχημοι φούρνοι τους από πυρίμαχη γη, τόσο στις Μυκήνες της Αργολίδας, όσο και στο Στύλο της Κρήτης. Ακουμπούν άλλοτε πάνω σ' ένα βραχώδες τείχισμα και άλλοτε όχι. Έχουν το ύψος ανθρώπου και αποτελούνται από τρία μέρη: μια κυκλική εστία με χαμηλό άνοιγμα, ένα δάπεδο από οπτό άργιλο, ένα θάλαμο για το ψήσιμο αγγείων με πλάγιο άνοιγμα για να βλέπει ο αγγειοπλάστης και ένα άλλο ακόμη στρογγυλό άνοιγμα, στο πάνω μέρος, για να φεύγει ο καπνός. Από το άνοιγμα αυτό έβαζε ο αγγειοπλάστης τα διάφορα δοχεία του, από την οινοχόη ως τη σαρκοφάγο, που έπλαθε στο κατασκότεινο εργαστήρι του. Έκλεινε το άνοιγμα, αφού άναβε πρώτα μια φωτιά από ρείκια, που κράταγε οκτώ ώρες με θερμοκρασία από 800 ως 1.000 βαθμούς, όταν αυτός έκρινε, χάρη στον τοποθετημένο δίπλα στο άνοιγμα που του χρησίμευε για να βλέπει δείκτη, ότι τα δοχεία είχαν πάρει ωραίο χρώμα και ότι δεν έμενε παρά να τα αφήσει αργά-αργά να κρυώσουν, δώδεκα πάνω-κάτω ώρες.

Δόξα στην Αθηνά. Οι κεραμουργοί, ΚERΑΜEWE, αναφέρονται συχνά στα μυκηναϊκά κείμενα. Εύκολα μπορούμε να αναμετρήσουμε και να εκτιμήσουμε την πολύπλοκη δραστηριότητά τους, μια και οι επιγραφές πάνω σε επιτραπέζια σκεύη είναι πολυάριθμες και μια που τα αγγεία που βρέθηκαν σ' όλη τη γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο περιοχή και που οι χημικοί και ιστορικοί ανάλυσαν, μας επιτρέπουν να καθορίσουμε μια τεχνική, ένα ρυθμό, ένα συρμό και ακόμη πολλούς εμπορεύσιμους τύπους.

Είναι πιθανό να υπήρχαν από τότε στα μεγάλα αστικά κέντρα ή έστω και στις πύλες των πόλεων, στα τέλη του 13ου αιώνα, δυο ειδών κεραμουργοί αυτοί που κατασκεύαζαν και πουλούσαν, αντάλλασσαν, δηλαδή, μεγάλα κομμάτια με τρόφιμα: λουτήρες, λεκάνες, σαρκοφάγους, μεγάλα και υψηλά πιθάρια, πλάκες για διακόσμηση ή για επένδυση κ.λπ. και αυτοί που κατασκεύαζαν και πουλούσαν επιτραπέζια σκεύη καθημερινής χρήσης.

Οι πρώτοι μάλαζαν με την τσάπα ένα, δύο είδη ντόπιου, μα αρκετά χοντροκοσκινισμένου πηλού, άφηναν να υποστεί τη ζύμωση και τον έπλαθαν με τα χέρια. Όταν ο αγγειοπλάστης επρόκειτο να φτιάξει την κοιλιά ενός πιθαριού, που για τους αρχαίους χρησίμευε για βαρέλι, κιβώτιο και αποθήκη σιταριού -στα μυκηναϊκά ονομαζόταν QΕΤΟ -έβαζε πάνω στον τροχό, που γύριζε με τα χέρια ο βοηθός ή ο δούλος του, ένα μεγάλο πλακούντα από ζύμη. Σώριαζε, κατόπι, ολόγυρα στις άκρες, απάνω στους κυλίνδρους από πηλό, όλο και πιο μεγάλους, που έφταναν ως το πάνω μέρος της κοιλιάς και κατόπιν όλο και πιο μικρούς που έφταναν ως τα χείλη. Για να αποφύγει να σπάσει η μάζα, άφηνε κάθε ζώνη να στεγνώσει μια ώρα. Δεν απόμενε πια, προτού τη βάλει στο φούρνο, παρά να κολλήσει, με κεραμόκολλα, τις λαβές, που είχαν ζυγό αριθμό, να αλείψει την εξωτερική επιφάνεια με ειδικό επίχρισμα, να τη διακοσμήσει με κυματοειδή σχήματα ή εγκάρσιες γραμμές και να την αφήσει δύο ολόκληρες ημέρες να στεγνώσει στον ήλιο. Κατάρα στους ανέμους, στους δαίμονες ή στους ανθρώπους με κακό μάτι που, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, τους έρχεται η ιδέα να ρίξουν βροχή.

Η καθημερινη ζωή στην Μυκηναική εποχή 01


Η οικονομική δραστηριότητα στις ακροπόλεις. Τέσσερα ιδιαίτερα και ταυτόχρονα χαρακτηριστικά, που μας περιγράφει ο Όμηρος, τα οποία δεν ξαναβρίσκουμε μαζί ούτε πριν, στη Μινωική Κρήτη, ούτε μετά, στον ελληνικό κόσμο εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα το μελετητή το μυκηναϊκού πολιτισμού κατά την περίοδο της μεγαλύτερης ακμής του: οι πολλές ακροπόλεις, η δύναμη Των πολεμιστών, η εκμετάλλευση των ανθρώπων της γης, ο πλούτος των ναυτικών. Και αυτό άσχετα με το έθνος, τη δυναστεία που βασίλευε, τη γλώσσα, τη γεωγραφική θέση.

Έχουμε εδώ κάποιο είδος ανθοδέσμης με τέσσερα, λίγο-πολύ, φαρμακερά λουλούδια δεμένα με τον αρκετά χαλαρό δεσμό των οικονομικών αναγκών.

Πάνω από tις τρεις λειτουργικές και απόλυτα θεωρητικές τάξεις στις ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες και στις τέσσερις οργανικές τάξεις στις αιγαιοπελαγίτικες κοινωνίες εμφανίζεται ένα ιεραρχικό μισοφεουδαρχικό, μισοφιλελεύθερο σύστημα. Μερικές, γερά ριζωμένες στις πόλεις οικογένειες, βασιλεύουν στο όνομα των θεοτήτων πάνω σ' ένα λαό από στρατιώτες, χωριάτες, κτηνοτρόφους, τεχνίτες, ναυτικούς, τυχοδιώκτες και ληστές. Στα πόδια τους, ωστόσο, βρίσκεται η θάλασσα, που τους τραβάει όλους αυτούς.

Μπορεί η ακρόπολη με τα ανάκτορα, τα ιερά, τα εργαστήρια και τις αποθήκες της, να δίνει την εντύπωση πως διατάζει, πως είναι η πρωτεύουσα, η κεφαλή μ' άλλα λόγια σ' αυτό το μεγάλο σώμα: η τόσο κοντινή Μεσόγειος, που τα νερά της προσφέρονται για πειρατεία και οι στεριές της για κατακτήσεις, με τους ασύγκριτους κατακτητές της και πειρατές της σιγοτρώει τον κοινωνικό δεσμό, όπως το νερό σιγοτρώει τους βράχους, ανεβαίνει και πλημμυρίζει τις ακτές.

Μπορεί το τείχος της ακρόπολης να φαντάζει πελώριο και από αιώνα σε αιώνα να γίνεται πιο ισχυρό: Θα αδειάσει ωστόσο η ακρόπολη περισσότερο σίγουρα από τους κατοίκους της, παρά αν αυτοί αποφάσιζαν, όπως στην Τροία, να μην αμυνθούν πια.

Ακροπόλεις

Μπορεί κανείς με την πρώτη ματιά να ξεχωρίσει στην Κρήτη ή στα νησιά ένα μεγαλοχώρι Μυκηναϊκής εποχής από μια πόλη μεταγενέστερης εποχής. Στις πλαγιές ενός χωματοσωρού ή ενός λόφου, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, τα χωματένια σπίτια του με το επίπεδο δώμα απλώνονται επάλληλα, κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, ως την κορυφή που τη στεφανώνει το Βασιλικό ανάκτορο.

Ένα ή δύο ακόμη περιτειχίσματα, από μεγάλα χαλίκια, που τα έχουν ανυψώσει με τοίχους από πλίθρα με ξύλινες συνδέσεις, προσφέρουν καταφύγιο στους άρχοντες της πόλης Βασιλιάδες και θεότητες, και στους υπηρέτες τους. Στρατιώτες φυλάνε τις πύλες ή περιπολούν πάνω στα οχυρά. Μέσα από τα τείχη υπάρχουν σκαμμένα μέσα στο βράχο πολλά μικρόσπιτα και τάφοι, που πλαισιώνουν έναν πλακόστρωτο δρόμο. Σε αυτά τα περίχωρα, τύμβοι, που το ύψος τους φτάνει καμιά φορά στο ύψος ενός τετραώροφου σπιτιού, σκεπάζουν σαν προστέγασμα θολωτές οικοδομές, που μέσα τους μπαίνει κανείς περνώντας από ένα διάδρομο με επένδυση από πέτρινες πλάκες. Είναι οι θόλοι, ή θολωτοί τάφοι.

Στο βάθος, πίσω από την πόρτα και το τριγωνικό τόξο του υποστηρίγματος, αναπαύονται τα λείψανα των ανώτατων αξιωματούχων: ηγεμόνες ή ιερείς και τα μέλη των οικογενειών τους, που έχτισαν τα τείχη. Τα μικρά σπίτια έξω από τα τείχη εξαρτιόνταν κι αυτά από τα ανάκτορα. Στέγαζαν βοηθητικές υπηρεσίες, όπως στις Μυκήνες, όπου το λεγόμενο αυθαίρετο σπίτι του λαδέμπορου, με ολόκληρη τη λογιστική του, τα μεγάλα πιθάρια του και τα μυρωδικά του, δεν ήταν παρά μια από τις βασιλικές αποθήκες, που τις έλεγχαν έξι, το λιγότερο, γραφείς.

Αυτό το αποδείχνουν τόσο οι τοιχογραφίες που διασώθηκαν στο διάδρομο και σε πολλά δωμάτια, όσο και οι σφραγίδες στα αγγεία, καθώς και το περιεχόμενο από τις τριάντα μία ενεπίγραφες πινακίδες, που ανακαλύφθηκαν εκεί το 1952: κατάλογοι από δεκαοχτώ άντρες και από διάφορους προμηθευτές λαδερών προϊόντων και γνεσμένου ή υφασμένου μαλλιού, περισσότεροι από ογδόντα άτομα όλοι μαζί. Στα βορινά και στο συνεχόμενο σπίτι, βρέθηκε από τους αρχαιολόγους, που έκαναν τις ανασκαφές το 1953, μια μοναδική συλλογή αντικειμένων από σκαλισμένο ελεφαντόδοντο.

Επειδή βρέθηκαν πολλές απεικονίσεις από πολυάριθμες οκτάσχημες μυκηναϊκές ασπίδες, το ονόμασαν Σπίτι των Ασπίδων. Υπήρχαν, ωστόσο, ακόμη εκεί και αγγεία από λαξευτή πέτρα. Ήταν το αντίστοιχο ενός άλλου σπιτιού που το είχαν ανασκάψει το 1954 νότια από την πρώτη αποθήκη. Το ονομάζουν Σπίτι των Σφιγγών από μια πλάκα από ελεφαντόδοντο που τις απεικονίζει από την κάθε πλευρά μιας ιερής κολόνας. Σφραγίδες με σχήματα εραλδικά, λίστες από προμήθειες και κατάλογοι από αγγεία και διάφορα μυρωδικά, δείχνουν και εδώ πως πρόκειται για βασιλική αποθήκη. Ανεβαίνοντας, με λίγα λόγια, στο παλάτι, συναντούσε κανείς κάθε είδους τεχνίτες που δούλευαν γι' αυτό.

Οι οικοδόμοι

Ακριβώς γύρω στο 1250, έπειτα από έναν ισχυρό σεισμό, άρχισαν να μεγαλώνουν τα τείχη των Μυκηνών. Στον ανηφορικό δρόμο, ππγαινοέρχονταν αδιάκοπα αρχιτεχνίτες, που ήταν ταυτόχρονα αρχιτέκτονες και εργολάβοι, ξυλουργοί, χτιστάδες, σιδεράδες, βοηθοί και δούλοι. Στα περίχωρα κατοικούσαν από παλιά εμιγκρέδες δουλευτάδες και χειρώνακτες, που οι αστοί, που ζούσαν μέσα στα τείχη, θεωρούσαν τις ασχολίες τους κακόφημες ή επικίνδυνες: χύτες, μεταλλουργοί, βυρσοδέψες, βαφείς, λαναράδες, αγγειοπλάστες, γναφείς... Ακόμη και έξω "όλοι αυτοί εκεί οι άνθρωποι" χρειάζονταν κάποιο χώρο και ορισμένη ποσότητα νερού, που τους τα αρνιόνταν μέσα στις ακροπόλεις.

Το Άργος, η Κόρινθος, οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Μιδέα, η Αθήνα, η Θήβα δεν ξέφευγαν από τον κανόνα. Η Ελλάδα της κλασικής εποχής είδε μέσα στα πελώρια τείχη της, το έργο ξένων εργατών, των Κυκλώπων, που δούλευαν με τις οδηγίες των ειδικών, οι οποίοι κατάγονταν από τη μακρινή Λυκία. Οι βασιλιάδες της Τίρυνθας, της Κορίνθου και του Άργους, ο Προίτος, ο Βελλερεφόντης και ο Περσέας, πρόσωπα σίγουρα ιστορικά του τέλους του 14ου και της αρχής του 13ου αιώνα, πρέπει να είχαν φέρει, για τα οικοδομήματά τους, ολόκληρο στρατό από παρόμοιους μισθοφόρους που η παράδοση συνέχιζε να ονομάζει Εκατόγχειρες, Γαστερόχειρες ή Χειρογάστορες, "αυτοί δηλαδή που είναι όλο κοιλιά και χέρια".

Η ίδια παράδοση διέκρινε τεσσάρων ειδών Κύκλωπες, που όλοι τους ήταν ξένοι, όλοι πρωτόγονοι κι ωστόσο απαραίτητοι στον μυκηναϊκό πολιτισμό: γίγαντες, ασυναγώνιστοι μεταλλουργοί, που είχαν, λένε, σφυρηλατήσει τα όπλα των θεών του Ολύμπου, όταν οι τελευταίοι μάχονταν με τους ντόπιους θεούς, χτίστες και βοηθοί από τη Λυκία, που έχτισαν όλα τα κολοσσιαία μνημεία της Ελλάδας και της Σικελίας, βοσκοί με τεράστια δύναμη, φημισμένοι κτηνοτρόφοι, που είχαν τα μαντριά τους μέσα σε σπηλιές αλλά και που ταυτόχρονα ήταν μεγάλοι φαγάδες, μεγάλοι πότες και καλοί μουσικοί και, τέλος, υπεράνθρωποι πολεμιστές, κάτοικοι της Πάνω Χώρας και παλιοί καταπιεστές των Φαιάκων.

Αρχισιδηρουργοί, πρωτομάστορες, αρχιτσελιγκάδες, δάσκαλοι στα όπλα θεωρούνταν εξαίρετοι τεχνίτες. Ήταν οργανωμένοι σε μυστικές συντεχνίες και ήταν ικανοί να μυήσουν τη νεολαία. Όφειλαν, έλεγαν, τη δύναμή τους και την εξυπνάδα τους στο γεγονός ότι είχαν ένα εξαιρετικό μάτι, ή τοποθετημένο σε εξαιρετική θέση, το μάτι της μαντικής ικανότητας και της γνώσης.

Οι αρχαίοι μύθοι της εποχής του ορείχαλκου δεν έχουν ολότελα εξαφανιστεί: μπόρεσα να συγκεντρώσω στα βουνά της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και της Κύπρου εξήντα περίπου ιστορίες που μιλούν για Τριόματες, Τριμάτες ή Τριαμάτες, γι' αυτούς τους πονηρούς και επίφοβους γίγαντες, που, όπως ο θεός Δίας της Λάρισας ή της ακρόπολης του Άργους, έχουν τρία μάτια κι ωστόσο τους ξεγελάνε άντρες ή παιδιά πιο πονηρά από αυτούς. Η απόδοση τιμής σ' αυτούς τους επινοητικούς δημιουργούς του πολιτισμού δεν είναι σημερινό φαινόμενο: σε πολλές ενεπίγραφες πινακίδες του Οπλοστασίου της Κνωσού, αναφέρεται, γύρω στο 1300 π.Χ., ένα άτομο που το έλεγαν Τιrιοqa, δηλαδή Τριώπα, "αυτός που έχει τρία μάτια".

Πώς θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε τους χειρώνακτες αυτούς όταν βλέπουμε τα "κυκλώπεια" μνημεία που άφησαν; Τους λαξεμένους ή ακατέργαστους αυτούς όγκους που, όπως το υπέρθυρο του Θησαυρού του Ατρέα, ζυγίζουν γύρω στους εκατόν είκοσι τόνους και φτάνουν στο μάκρος τα 8,50 μ.; Οι τέσσερις μονόλιθοι που πλαισιώνουν την περίφημη Πύλη των Λεαινών στις Μυκήνες, που έχει ύψος πάνω από 3 μέτρα και άλλο τόσο φάρδος και βάθος, δεν ζυγίζουν λιγότερο. Με την πολυμάθειά τους, ωστόσο, και την ενεργητικότητά τους οι μυθικοί Κύκλωπες, μηχανικοί ή τεχνίτες, μπόρεσαν, τη στιγμή ακριβώς που θα ξεσπούσε ο Τρωικός Πόλεμος, να τους μεταφέρουν από τα λατομεία του Χαρβατιού, σε δύο χιλιόμετρα απόσταση νοτιοδυτικά από την ακρόπολη, να τους ανασηκώσουν πάνω από 200 μέτρα, να τους πελεκήσουν και να τους στήσουν όρθιους και να τους συναρμολογήσουν κατά τρόπο που να αψηφούν την οργή των στοιχείων της φύσης και των ανθρώπων.

Οι αιγυπτιακές γκραβούρες, η μυκηναϊκή λογιστική, οι πραγματείες αρχιτεκτονικής και οι επιγραφές, οι αρχαιολογικές αποκαταστάσεις καθώς και οι εργασίες της Ελληνικής Υπηρεσίας Αναστηλώσεων, μας βοηθούν να διακρίνουμε με τι τρόπο εργάζονταν οι οικοδόμοι των μεγάλων και μικρών μνημείων.

Και πρώτα απ' όλα διαπιστώνουμε πόσο ο δικός μας τρόπος, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας δεν μπορεί καθόλου να εφαρμοστεί στους μεροκαματιάρηδες της εποχής του ορείχαλκου. Αν αφήσουμε κατά μέρος τους χειρώνακτες με το τριγωνικό πανί στα γεννητικά τους όργανα, που η προσπάθειά τους κάτω από τον ήλιο περιορίζεται σε τρεις εξαντλητικές κινήσεις να περπατούν, να κουβαλούν και να σέρνουν, μαθαίνουμε ότι οι επικεφαλής ομάδων, οι αρχιτεχνίτες και οι εργολάβοι στα διάφορα οικοδομικά έργα, έπρεπε να ξέρουν να κατεργάζονται τόσο το ξύλο όσο και τον πηλό, την πέτρα ή το μέταλλο, να διακρίνονται ταυτόχρονα σαν μακετίστες, ξυλουργοί και επιπλοποιοί, να χαράζουν δρόμους δίπλα στα ποτάμια για να ρυμουλκούν πλοία ή να κατασκευάζουν αναχώματα, να χτίζουν φούρνους, να χρησιμοποιούν σοφά τον ασβέστη, το γύψο, την αμμοκονία, τα πλίθρα, να επινοούν, να πραγματοποιούν, να χειρίζονται τα κατάλληλα όργανα και ιδιαίτερα τα μέτρα και τα σταθμά, τα δοχεία, τα εργαλεία, τις συσκευές έλξης και ανύψωσης.

Άφθονη είναι η πέτρα στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για γνεύσιο, ασβεστόλιθο ή ψαμμόλιθο, δεν χρειάζεται να την αναζητήσει κανείς πολύ μακριά. Τα σπίτια κτίζονται κατά κανόνα από άργιλο, πάνω σ' ένα υπόβαθρο από σκληρές πέτρες, που τις βρίσκουν εκεί κοντά. Όταν, ωστόσο, πρόκειται για τους μεγάλους ογκόλιθους των θεμελίων κάποιου ιερού ή ηγεμονικού κτιρίου, των τειχών ή μόλων, έπρεπε να σηκώνουν και να μεταφέρουν φορτία πολλών τόνων.

Τίποτε δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε ότι οι σύγχρονοι του Αγαμέμνονα γνώριζαν το παλάγκο με τροχαλίες, το βαρούλκο, το λοστό για τη μεταφορά των υλικών και τους αναγωγείς της ελληνικής κλασικής εποχής. Το πολύ-πολύ να χρησιμοποιούσαν τα μαγκάνια και τον εργάτη, ξύλινους δηλαδή κινητούς κυλίνδρους γύρω από τον άξονά τους, ιστούς για φορτία, ανάλογους με εκείνους των ψαράδικων του Αιγαίου, μάγκανα πηγαδιών, βαλμένα στη σειρά τους, για να ξεκολλούν από το έδαφος τους βαρείς όγκους, για να μπορούν να τους δένουν με σχοινιά και ψάθα και να τους τοποθετούν πάνω σ' ένα είδος έλκηθρου για τις κατηφοριές ή σε φορτηγά αμάξια για τους άλλους δρόμους.

Στην πρώτη περίπτωση οι εργάτες συγκρατούσαν το έλκηθρο με σχοινιά. Στην άλλη περίπτωση έζευαν στα φορτηγά αμάξια, που είχαν διπλό άξονα, πολλά ζευγάρια βόδια ή μουλάρια ή ακόμη και ανθρώπους. Έπαιρνε ο καθένας ένα σχοινί στον ώμο και τραβούσαν. Ο Ξενοφών, στην Κύρου Παιδεία του, ισχυρίζεται ότι ένα ζευγάρι υποζύγια μπορούσε να μετακινήσει πάνω σε καλό δρόμο γύρω στα εννιακόσια κιλά.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη, ΙΝ, 80) μας πληροφορεί ότι χρειάστηκαν εκατό ζευγάρια βόδια για να μεταφέρουν σε απόσταση δεκαεννιά χιλιομέτρων τις βαριές πέτρες του ναού της διπλής θεάς Έννας.

Οι λογαριασμοί των μεγάλων ελληνικών ιερών μας δείχνουν ότι δούλευαν κάπου σαράντα ζευγάρια υποζύγια για να σύρουν ένα μόνο σπόνδυλο κίονα. Οι λογαριασμοί της Πύλου δίνουν μεγάλη θέση στους κατασκευαστές παλαμαριών και διχτυών.

Η ανθρώπινη, ωστόσο, δύναμη, μαζί με τη δύναμη των ζώων, δεν θα αρκούσαν για να ανασηκώσουν τους εκατόν είκοσι τόνους ορισμένων ογκόλιθων από τα κυκλώπεια τείχη σε ύψος γύρω στα δεκαπέντε μέτρα πάνω από το έδαφος, αν οι μηχανικοί δεν σκέφτονταν να φτιάξουν, όπως και στην Αίγυπτο, προσωρινές κατωφέρειες από χώμα και να περιζώσουν, όπως στη Σικελία, με πολλά ξύλινα στεφάνια τους όγκους που θα μετακινούσαν.

Τους έκλειναν, με τον τρόπο αυτό, σε μεγάλες ρόδες ή μέσα σ' ένα ολόκληρο κύλινδρο και τις κυλούσαν κατόπιν σαν τεράστια καρούλια. Ένα σύστημα από ξύλινα κατρακύλια και λοστούς, στα τελευταία μέτρα της διαδρομής, έβαζε την πέτρα στη θέση που επιθυμούσαν. Τη στήριζαν κατόπιν με λιθάρια και γέμιζαν τα κενά με πηλό. Πόσα άραγε να κέρδιζαν οι χιλιάδες αυτοί μισθοφόροι, που δούλευαν από την αυγή ως το δείλι, ανάμεσα στις φωνές των καροτσέρηδων, στο τραγούδι που ρύθμιζε την προσπάθειά τους να τραβήξουν τις πέτρες, και στο κουδούνισμα των εργαλείων πάνω στην πέτρα; Το μαθαίνουμε από τη χωρίς τέλος λογιστική των ανακτόρων: ενώ στην Πύλο οι γυναίκες παίρνουν κάτι λιγότερο από ένα λίτρο δημητριακά για άλεσμα και ένα λίτρο σύκα την ημέρα και στην Κνωσό οι άντρες ενάμισι μόνο λίτρο δημητριακά, δώδεκα χτίστες που δουλεύουν στη Μεσσηνία και καταγράφονται στη λογιστική πινακίδα An 35 μοιράζονται 6 κιλά ακατέργαστο μαλλί, 4 κατσίκες, τρία κομμάτια πανί, 360 λίτρα κρασί και 480 λίτρα σύκα.Αυτό ήταν όλο το κέρδος τους, το "όφελός" τους (ΟΝΟ): ένα λίτρο κρασί και γύρω στο ενάμισι λίτρο σύκα το άτομο την ημέρα, λίγο κρέας, και ακόμη ένα μικρό δώρο, που θα τους επέτρεπε να μη δουλεύουν ολόγυμνοι. Και έχουν να ζήσουν ακόμη και ολόκληρη οικογένεια! Έχουν τάχα άδικο οι μεταγενέστεροι που βεβαιώνουν ότι "δεν είναι παρά κοιλιές και χέρια"; Και είχαν πάλι άδικο που καταδίκασαν το δόλιο Σίσυφο, τον ιδρυτή του Ακροκορίνθου, να κυλάει αιώνια πάνω στον ανήφορο της Κόλασης, έναν τεράστιο βράχο, που ξανακατρακυλούσε μόλις έφτανε στην κορυφή.