Μια μέρα απο την ζωή μας αρχαίας Αθηναίας (4)


Καλλωπισμός

Οι ελληνίδες είχαν μακριά και πυκνά μαλλιά. Τα έπλεκαν και τα έκαναν βοστρύχους και πλεξούδες, τα έπιαναν με ταινίες και καρφίδες (τσιμπιδάκια) και τους έκαναν διάφορα χτενίσματα. Στις ελεύθερες γυναίκες το κοντό μαλλί ήταν σημάδι πένθους ή αναγνώριση γηρατειών. Οι δούλες είχαν πάντοτε τα μαλλιά τους κομμένα κοντά. Οι ελληνίδες χρησιμοποιούσαν κρέμα για να ασπρίζουν τα μάγουλα, ψιμύθια, βαφές για τα φρύδια και τις βλεφαρίδες. Πολλές γυναίκες είχαν ολόκληρο εργαστήρι με καθρέφτες, τσιμπιδάκια, καρφίτσες, μπουκαλάκια με αρώματα και αρωματικές ουσίες, δοχεία με κρέμες. Για το βάψιμο του προσώπου και των χειλιών χρησιμοποιούσαν μολύβια ή ρίζα του φυτού αλκέα (είδος μολόχας). Τα φρύδια τα μαύριζαν με καπνιά ή με ψιλοτριμμένο αντιμόνιο. Τα βλέφαρα τα σκίαζαν ελαφρά με κάρβουνο. Τις βλεφαρίδες τις έβαφαν πρώτα μαύρες, έπειτα με ένα μείγμα από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι. Οι γυναίκες έβαζαν πολλά μυρωδικά, όπως άλλωστε και οι άντρες, πράγμα που φαίνεται από τις πικρές μομφές του Σωκράτη.

Διασκεδάσεις

Η μουσική κατείχε σημαντική θέση στη ζωή της γυναίκας. Οι θωπευτικοί τόνοι της λύρας και τα βαριά τρέμουλα του δίαυλου αντηχούσαν συχνά στα διαμερίσματα του γυναικωνίτη. Γενικά οι .έλληνες ήταν μεγάλοι φίλοι της μουσικής και απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην ηθική της επίδραση.

Οι έλληνες προτιμούσαν τις χαμηλές συγχορδίες. Για τις διάφορες κλίμακες υπήρχαν ειδικές ονομασίες. Οι νότες της φωνητικής μουσικής και της ενόργανης μουσικής ήταν επίσης διαφορετικές. Η αρμονία ήταν ξένη προς την ελληνική μουσική. Παρ' όλο που οι έλληνες γνώριζαν τις συγχορδίες, χρησιμοποιούσαν μονάχα την κλίμακα που την ονόμαζαν αντιφώνηση. Συνήθως τραγουδούσαν σε μια φωνή. Μια άλλη διασκέδαση των γυναικών ήταν τα οικιακά ζώα και τα πουλερικά. Είχαν σκυλιά και γάτες παιχνιδιάρικες, που τους άρεσε να παίζουν με τις κλωστές από ένα ατέλειωτο κέντημα, κοκόρια και κότες, χήνες, κάργες αυθάδικες, που ήξεραν να σκαλώνουν σε κάτι μικρές βαθμίδες και να κρατούν μια μικροσκοπική ασπίδα, γερανούς, πέρδικες και άλλα εξημερωμένα πουλιά, που τις εικόνες τους μπορεί να τις δει κανείς στα σχέδια των αγγείων.

Μια εποχή έγιναν της μόδας οι πίθηκοι της Αιγύπτου, αλλά πιθήκους μπορούσε να δει κανείς πιο σπάνια και δεν ήταν εύκολο να τους προμηθευτεί.

Μα θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι όλες οι αθηναίες περνούσαν τον καιρό τους μπροστά στον καθρέφτη ή χαϊδεύοντας τις χορδές της λύρας. Η τέχνη του 5ου-4ου αιώνα παρουσίασε ιδιαίτερα τη ζωή της εύπορης γυναίκας. Υπήρχε όμως και μια άλλη ζωή γυναίκας, που συνήθως οι καλλιτέχνες αγνοούσαν. Η σκληρή, η πολύμοχθη ζωή πολυάριθμων άπορων οικογενειών δεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους και τους ποιητές του ισχυρού ναυτικού κράτους. Η αθηναϊκή τέχνη εμπνέεται από τις πτυχώσεις των κομψών ενδυμάτων κι όχι από τους χοντροκομμένους και μπαλωμένους χιτώνες που αποτελούσαν την αμοιβή του καθημερινού μόχθου. Η ζήτηση γεννάει την προσφορά. Εκείνοι που πλήρωναν τα αγάλματα και τα αγγεία δεν θα έδιναν χρήματα για τόσο αποκρουστικές εικόνες, ενώ οι λίγοι οβολοί των φτωχών δεν προορίζονταν για την αγορά αντικειμένων πολυτελείας. Συχνά δεν έφταναν ούτε για το καθημερινό ψωμί.

Οι φτωχές

Παρ' όλα αυτά στις εμπνευσμένες ομιλίες των θεών και των ηρώων αντηχούσε και η γεμάτη φροντίδες ζωή του αθηναϊκού δήμου. Η γυναίκα του λαού, η γυναίκα του μόχθου, η κουρασμένη, η πρόωρα μαραμένη, διακόπτει τους χορούς των τραγουδιών, ενώ στις κωμωδίες του Αριστοφάνη κλαιει μπροστά σ' όλους τη μαύρη της τύχη. Στις φτωχές οικογένειες η γυναίκα δουλεύει δίπλα στον άντρα. Σε μια επιγραφή γίνεται λόγος για τη γυναίκα ενός χρυσοχόου που Βοηθάει τον άντρα της να φτιάχνει περικεφαλαίες για Τις παρελάσεις και να Τις επιχρυσώσει. Η ανάγκη υποχρεώνει την Αθηναία να κάνει ακόμα και δουλειές δούλας, να εργαστεί σαν τροφός.

Με τον τελευταίο οβολό η φτωχή γυναίκα αγοράζει λίγο αλεύρι ή δανείζεται από το γείτονα για να 'χει με τι να κάνει χυλό σε μια πήλινη γαβάθα, να ψήσει κουλούρια και να τα πάει στην αγορά να τα πουλήσει. Τα μέλη της οικογένειάς της τα τρέφει με "ξηρά φύλλα ραδικιού", με "ρίζες ραδικιού" και άλλα φαγώσιμα φυτά. Από τότε που θα φέξει η μέρα κι ως τη δύση του ήλιου θα την δεις να γυρνάει εδώ και 'κει σαν τη σαΐτα στον αργαλειό.

Δεν έχει καιρό να τεμπελιάζει στο γυναικωνίτη, άλλωστε για ποιο γυναικωνίτη μπορεί να γίνεται λόγος στο άθλιο καλύβι της, το κολλημένο στο Βράχο ή το σκαμμένο σ' αυτόν σαν φωλιά θηρίου. Δεν έχει δούλες για να κάνουν όλες Τις δουλειές του νοικοκυριού. Κι αν ακόμα έχει (01 δούλοι είναι τόσο φτηνοί!), αυτοί πεινούν μαζί μ' ολόκληρη την οικογένεια ή Βγάζουν το ψωμί τους όπως μπορούν. Τα παιδιά της δεν πηγαίνουν περίπατο με τα μάτια χαμηλωμένα σεμνά στη γη, συνοδευόμενα από έναν παιδαγωγό. Παίζουν κι ανακατεύουν τη σκόνη των δρομίσκων της Αθήνας. Μόλις μάθουν να διαβάζουν, πιάνουν δουλειά.

Αν είναι χωριάτισσα κουράζεται ακόμα πιο πολύ. Πολύ πριν ξημερώσει ετοιμάζει φαγητό για τον άντρα και τα παιδιά, έπειτα Βγάζει τα Βόδια από το στάβλο και τα ποτίζει. Μαζεύει χόρτο για τα πρόβατα, τα κουρεύει, γνέθει και υφαίνει, ράβει τα ρούχα όλης της οικογένειας, περιποιείται το λαχανόκηπο, φέρνει νερό, αρμέγει τις γίδες, πλένει τα ρούχα στο ρέμα, φορτώνεται συχνά και κουβαλάει μακριά τα Βαριά δέματα με τα άπλυτα ρούχα.

Κάθε χρόνο Βοηθάει τον άντρα να πετάει Τις πέτρες από το μικρό της κλήρο. Και κάθε χρόνο, όταν λιώνουν τα χιόνια, οι χείμαρροι κατεβάζουν απ' τα Βουνά άλλες πέτρες. Αυτών των γυναικών, είτε ζουν στην πόλη είτε στο χωριό, η μέρα δεν τους φαίνεται ποτέ μεγάλη. Αντίθετα, δεν τα καταφέρνουν να τελειώσουν, πριν νυχτώσει, όλες τις δουλειές τους.

Μονότονα κυλούσε η ζωή μονάχα της εύπορης γυναίκας. Η υποδεέστερη όμως θέση της και η υπακοή που όφειλε στο σύζυγο δεν την εμπόδιζαν να του Βάζει συχνά τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι. Είναι γνωστή η διαβεβαίωση του Θεμιστοκλή ότι ο μικρότερος γιος του είχε τη μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους Έλληνες, γιατί "επικεφαλής των Ελλήνων Βρίσκονται οι Αθηναίοι, επικεφαλής των Αθηναίων είναι αυτός, αυτόν τον διευθύνει η γυναίκα του και τη γυναίκα του ο γιος του!".

Διαζύγια

Το διαζύγιο, το σχεδόν άγνωστο στην ομηρική εποχή, έγινε την κλασική εποχή τόσο συχνό, που οι έλληνες ρήτορες θεωρούσαν την προίκα σαν απόλυτα αναγκαίο μέτρο για τη σταθερότητα της συζυγικής ζωής. Κι αυτό γιατί σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος όχι μονάχα να επιστρέψει στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της γυναίκας του την προίκα που είχε πάρει, αλλά να προσθέσει κι ένα συμπλήρωμα 18%, πράγμα που δεν ήταν εύκολο στον καθένα. Εκτός όμως απ' αυτή την υλική ζημιά, η ελληνική νομοθεσία δεν έβαζε κανενός άλλου είδους εμπόδια για το διαζύγιο.

Υπήρχαν δύο ειδών διαζύγια, η αποπομπή, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση του συζύγου, και η απόλειψις, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση της συζύγου.

Η πρώτη περίπτωση δεν παρουσίαζε καμιά απολύτως δυσκολία! Αν ο σύζυγος ήθελε να χωρίσει τη σύζυγο, την έστελνε στους συγγενείς της, αφού κρατούσε τα παιδιά. Κανένας δεν ρωτούσε γιατί το έκανε! Οι αιτίες μπορεί να ήταν οι πιο διαφορετικές. Αλλά υπήρχε μια αιτία, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στο διαζύγιο: αν δεν είχε παιδιά, ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να χωρίσει τη γυναίκα. Στους έλληνες ο γάμος θεωρούνταν ιερός θεσμός, καθιερωμένος από τους προγόνους. Τα παιδιά ήταν οι συνεχιστές των παραδόσεων του γένους και της οικογένειας.

Όταν πέθαινε ο πατέρας, τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν τη λατρεία των προγόνων και να τιμούν τον τάφο του πατέρα τους. Οι έλληνες θεωρούσαν τη συζυγική ζωή σαν μια ανάγκη, στην οποία οι αμοιβαίες προτιμήσεις των νέων δεν είχαν καμιά σημασία, πολύ περισσότερο που βλέπονταν, συνήθως, για πρώτη φορά την ώρα του γάμου. Γάμος σήμαινε θεμελίωση οικογένειας και γέννηση παιδιών, για να μπορεί ο πατέρας να τα παρουσιάσει στη φατρία και στο δήμο του. Παιδιά πολλά και ωραία, να το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Την τελευταία ημέρα των θεσμοφορίων γίνονταν διαγωνισμοί για την εκλογή των ωραιότερων παιδιών. Και οι μάνες των βλασταριών που αναγνωρίζονταν σαν τα πιο ωραία, γύριζαν τη μέρα αυτή στο σπίτι περήφανες κι ευτυχισμένες. Ένας άντρας άκληρος, συνεπώς ένας άντρας που είχε τη δυσμένεια των θεών, θεωρούνταν μισός πολίτης και πολυάριθμα αξιώματα, όπως π.χ. του άρχοντα και του στρατηγού, του ήταν απρόσιτα. Τις περισσότερες φορές οι άκληρες οικογένειες υιοθετούσαν τα παιδιά άλλων. Το υιοθετημένο παιδί δεχόταν τη λατρεία των προγόνων των καινούργιων του γονιών και ξέκοβε ολοκληρωτικά από την πραγματική του οικογένεια. Επίσης, υπήρχε η συνήθεια της αγοράς παιδιών.

Το διαζύγιο με αίτηση της γυναίκας ήταν δύσκολο. Η γυναίκα έπρεπε να παρουσιαστεί προσωπικά στον άρχοντα και να του παρουσιάσει γραπτές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει το δίκαιο του αιτήματος της. Επειδή η αθηναία θεωρούνταν υποδεέστερη και ήταν εξαρτημένη, κι αυτή η απλή τυπική πράξη συναντούσε μεγάλες δυσκολίες.

Η κατάσταση αυτή φαίνεται θαυμάσια από την περιγραφή της απόπειρας διαζυγίου της γυναίκας του Αλκιβιάδη, που μας άφησε ο Πλούταρχος.

Ο Πλούταρχος θεωρεί εξαντλημένο το πρόβλημα και ασχολείται με τα σκυλιά του Αλκιβιάδη. Αν πάρουμε υπόψη μας ότι η Ιππαρέτη έδωσε στον Αλκιβιάδη δέκα τάλαντα προίκα και ότι ο Αλκιβιάδης περίμενε άλλη τόση κληρονομιά μετά το θάνατο του πεθερού του, του Ιππόνικου, η ασυνήθιστη προσήλωσή του στους συζυγικούς δεσμούς γίνεται ευκολονόητη.

Ο άντρας όμως δεν ήταν δεμένος με τίποτα εκτός από την προίκα. Μπορούσε μάλιστα να παντρέψει τη γυναίκα του με άλλον, χωρίς καν να ζητήσει τη συμφωνία της, όπως έκανε κι ένας πολίτης τόσο ενάρετος όπως ο Περικλής, πράγμα που δεν έβλαψε στο ελάχιστο τη φήμη του.



Απο το Βιβλίο της Πανδώρας

Μια μέρα απο τη ζωή μιας αρχαίας Αθηναίας (3)

Στο σπίτι

Πέρα από το παράθυρο βρισκόταν ένας άλλος κόσμος, σχεδόν απρόσιτος στη γυναίκα. Το σύνορο αυτού του κόσμου το αποτελούσε η θύρα, που φυλαγόταν από ένα θυρωρό. Στα χτυπήματα του μικρού μεταλλικού ρόπτρου, που ήταν κρεμασμένο στην εξώθυρα, απαντούσε πρώτα με τα γαβγίσματά του το σκυλί από την αυλή. Έπειτα έβγαινε ο θυρωρός, ο οποίος άφηνε ή όχι τον επισκέπτη να μπει στην αυλή. Η αυλή αυτή, που στη μέση της υψωνόταν ο βωμός του Ερκείου Δία, προστάτη της εστίας, ήταν το κέντρο του σπιτιού. Εδώ έτρωγαν , εδώ περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους τα μέλη της οικογένειας και εδώ επίσης γίνονταν δεκτοί οι καλεσμένοι. Απ' τις δυο πλευρές κάτω απ' τις στοές, βρίσκονταν τα δωμάτια. Στο βάθος, στο απέναντι από την είσοδο μέρος, βρισκόταν η πύλη που οδηγούσε στο δωμάτιο του άνδρα, κύρια αίθουσα της κατοικίας. Στο γυναικωνίτη μπορείς να φτάσεις μόνο περνώντας απ' αυτό το δωμάτιο.

Ο γυναικωνίτης περιλάμβανε τον κοιτώνα των συζύγων, τα δωμάτια των κοριτσιών και τα διαμερίσματα όπου εργάζονταν οι δούλες. Εκτός από το σύζυγο, κανένας άλλος άντρας δεν επιτρεπόταν να μπει εκεί. Ο γυναικωνίτης ήταν τόσο απρόσιτος που κάποτε συνέβαιναν κωμικοτραγικά περιστατικά, σαν αυτό που διηγείται ο Δημοσθένης. Μια φορά στο σπίτι ενός αθηναίου, που είχε φύγει σε ταξίδι, τρύπωσαν ληστές. Οι γείτονες άκουσαν τα ξεφωνητά των γυναικών και είδαν πως γινόταν αρπαγή. Άρχισαν να φωνάζουν βοήθεια, αλλά κανένας δεν τόλμησε να μπει στο γυναικωνίτη, αν και έβλεπαν πως οι ληστές έβγαζαν τα πράγματα από το σπίτι.

Οικιακός εξοπλισμός

Όταν έκανε κρύο, στο σπίτι δεν ήταν πολύ ευχάριστα, γιατί, εκτός από ένα μαγκάλι με κάρβουνα, τα δωμάτια δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης. Μονάχα στο μαγειρείο υπήρχε εστία. Από τα κάρβουνα που σιγόκαιγαν μέσα στη στάχτη της εστίας έπαιρναν φωτιά όταν νύχτωνε και έπρεπε να ανάψει το λυχνάρι. Κάποτε, αντί λυχνάρι χρησιμοποιούσαν μια χούφτα δαδιά. Άλλοτε για λυχνάρι μεταχειρίζονταν ένα μετάλλινο κουτί ή ένα πήλινο αγγείο, γεμάτο από στουπί αλειμμένο με μια ρητινώδη ουσία. Αυτό το τοποθετούσαν στο μέσο ενός πιο μεγάλου αγγείου από πηλό, όπου έπεφτε το αναμμένο φιτίλι και κυλούσε το λιωμένο ρετσίνι. Το λυχνάρι κάπνιζε και πριτσάλιζε, γεμίζοντας καπνιά τους τοίχους και την οροφή. Η αλήθεια είναι πως η ζημιά δεν ήταν μεγάλη.

Για πολύ καιρό στην Αθήνα οι τοίχοι ασπρίζονταν μόνο με ασβέστη. Ο Αλκιβιάδης υπήρξε ο πρώτος αθηναίος που στόλισε τους τοίχους με ζωγραφιές. Γι' αυτό το σκοπό έκλεισε στο σπίτι το ζωγράφο Αγάθαρχο και δεν τον άφησε να βγει πριν τελειώσει τη δουλειά του. Γενικά, όμως, για τα δωμάτια προτιμούσαν λυχνάρια με λάδι. Αυτά τα έφτιαχναν με μέταλλο ή με πηλό και είχαν δυο τρύπες. Η μια για να βάζουν το λάδι, η άλλη για να βγαίνει το φιτίλι. Πρέπει να πούμε πως σ' αυτά τα λυχνάρια έδιναν τις πιο ποικίλες μορφές.

Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν δυο πατώματα. Κάποτε το δεύτερο πάτωμα νοικιαζόταν και τότε στα πάνω δωμάτια ανέβαινες απευθείας από το δρόμο με μια εξωτερική κλίμακα. Στα πιο μέτρια σπίτια η σκάλα ήταν εσωτερική και στο ισόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες και συχνά και ο γυναικωνίτης.

Η πλειοψηφία των ιδιωτικών σπιτιών της Αθήνας ανήκε, βέβαια, στην κατηγορία των μέτριων σπιτιών, ή καλύτερα ήταν ένα είδος καλύβας αποτελούμενης από δυο μικροσκοπικά καλυβάκια το ένα επάνω στο άλλο, που έβλεπαν απευθείας στο δρόμο. Οι στέγες τις περισσότερες φορές ήταν ίσιες, τα δωμάτια του ισογείου δεν είχαν παράθυρα, το φως της αυλής έμπαινε από τη θύρα. Τα δωμάτια του επάνω πατώματος όμως είχαν παράθυρα, κι από εδώ άρεσε στις γυναίκες να παρακολουθούν την κίνηση του δρόμου.

Τα σπίτια δεν είχαν ξύλινες θύρες, εκτός από εκείνη που έβγαζε στο δρόμο και τη θύρα του δωματίου όπου φύλαγαν τα πολύτιμα αντικείμενα. Στα άλλα δωμάτια μπροστά στις θύρες υπήρχαν κρεμασμένα παραπετάσματα.

Τα σπίτια των ευκατάστατων ανθρώπων ήταν επιπλωμένα αρκετά πλούσια. Ας αρχίσουμε από τα καθίσματα. Υπήρχαν καθίσματα με ερεισίνωτο (πλάτη δηλ.) Ή χωρίς ερεισίνωτο, καθώς και ο θρόνος, δηλαδή ένα κάθισμα με υψηλό ερεισίνωτο. Στο θρόνο καθόταν ο οικοδεσπότης. Ήταν τόσο ψηλός, που για να μπορέσεις να καθίσεις σ' αυτόν έπρεπε να πατήσεις σ' ένα ειδικό καθισματάκι. Πάνω στα καθίσματα ήταν στρωμένα μαξιλάρια σκεπασμένα χαλάκια και στις πλάτες ήταν ριγμένα καινούργια καλύμματα. Τα κομψά κρεβάτια Κλίνες είχαν πόδια σταυρωτά, όπως και τα καθίσματα. Υπήρχαν κι άλλα είδη, με ίσια πόδια και με μικρό ερεισίνωτο στην άκρη και στη μια πλευρά, όπως στα μοντέρνα ντιβάνια. Τα απλά κρεβάτια, που λέγονταν κράββατοι, αποτελούνταν από ένα ξύλινο πλαίσιο με κοντά πόδια, από τα οποία δένονταν σταυρωτά μερικές ταινίες δερμάτινες. Σ' αυτό το δίχτυ των ταινιών τοποθετούσαν ένα σελτέ γεμάτο μαλλί, ένα σεντόνι και ένα μαξιλάρι. Για σκεπάσματα χρησιμοποιούσαν κουβέρτες, δέρματα προβάτων και γούνες, ανάλογα με τον καιρό. Το κρεβάτι ήταν το κύριο έπιπλο των αρχαίων ελλήνων, γιατί διάβαζαν, έγραφαν και σκέφτονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους. Τα τραπέζια τα χρησιμοποιούσαν μόνο για φαγητό. Ήταν πολύ χαμηλά, για την ακρίβεια δεν ξεπερνούσαν το ύψος των κρεβατιών, γιατί, όπως είπαμε, οι έλληνες έτρωγαν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.

Πολύ πιο γερές ήταν οι καλάθες, που δεν έλειπαν από τα σπίτια των αθηναίων, οι οποίες αντικαθιστούσαν τις ντουλάπες. Οι καλάθες ήταν τόσο μεγάλες, που καθεμιά τους μπορούσε να χωρέσει δύο ανθρώπους. Οι καλάθες έκλειναν με κάτι βαριές κλειδαριές και συχνά ήταν στολισμένες με κεντίδια, εγκόλλητα, γεωμετρικά σχήματα κ.ά. Στο σπίτι βρίσκονταν πολυάριθμα πήλινα αγγεία. Αυτά είχαν διάφορες μορφές και διαστάσεις και πολλές φορές ήταν ωραία.

Το πιο μεγάλο αγγείο -ο πίθος -ήταν μια μεγάλη στάμνα, στρογγυλή, με πάτο σουβλερό ή ίσιο. Στους πίθους φύλαγαν κρασί, λάδι, σύκα, τρόφιμα αλατισμένα. Για μακρόχρονη διατήρηση το κρασί και το λάδι το έβαζαν σε αμφορείς, κάτι αγγεία με δύο χερούλια και μακρύ λαιμό. Τα στόμια των αμφορέων τα βούλωναν με ρετσίνι. Το αγγείο στο οποίο αναμίγνυαν στο τραπέζι το κρασί με νερό ονομαζόταν κρατήρας. Ο κρατήρας είχε σχήμα δοχείου με πολύ πλατύ στόμιο, με δυο χερούλια. Το σερβίτσιο του κρασιού συμπληρωνόταν με τις οινοχόες, αγγεία με ένα χερούλι κι ένα στόμιο απ' όπου χυνόταν το ποτό, και τον σκύφο, ένα είδος κυπέλλου ή κανάτας με ψηλό χερούλι. Εξαιρετική ποικιλία παρουσίαζαν τα ποτήρια, δηλαδή τα δοχεία που χρησιμοποιούνταν για το ποτό: φιάλες, σκύφοι, κύλικες, κάνθαροι και τέλος τα ρυτά. Το ρυτό ήταν ένα κέρατο πελεκημένο και γλυμμένο στη μυτερή του άκρη, που είχε μορφή κεφαλής ζώου, συνήθως κριαριού. Εδώ, στο κεφάλι, υπήρχε μια τρύπα για να χύνεται το υγρό, που έκλεινε με ένα μικρό καπάκι.

Τα δοχεία του φαγητού των ελλήνων μάς είναι λιγότερο γνωστά. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν η χύτρα, ένα δοχείο με πόδια ή χωρίς πόδια, αλλά με κυκλικό πυθμένα, για να μπορεί να κάθεται σε τρίποδα. Στη χύτρα έβραζαν κρέας και λαχανικά. Για τα ψάρια υπήρχαν κάτι μεγάλα δοχεία. Το ψωμί και τις πίτες τις φύλαγαν σε πλεχτά κάνιστρα. Μια σκάρα, μαχαίρια και πιρούνια συμπλήρωναν τα εξαρτήματα του μαγειρείου.

Όλα τα δοχεία των αρχαίων αθηναίων ήταν φτιαγμένα από πηλό κόκκινο ή κιτρινωπό, που τον προμηθεύονταν από τα κεραμουργεία των προαστίων της πόλης. Στο κόκκινο βάθος του αγγείου ζωγράφιζαν ωραία μελανά σχέδια. Τα γυάλινα δοχεία αναφέρονται για πρώτη φορά στον Αριστοφάνη. Προηγουμένως από γυαλί κατασκεύαζαν μόνο κοσμήματα: χάντρες, σκουλαρίκια, περιδέραια, βραχιόλια. Ο χρόνος μετριόταν με το ρολόι: το γνώμονα, ένα ηλιακό ρολόι, εγκατεστημένο στον κήπο του σπιτιού, και την κλεψύδρα, ένα ρολόι με νερό, με το οποίο μετριόταν ο χρόνος ανάλογα με την ποσότητα του νερού που έτρεχε ομοιόμορφα σ' ένα δοχείο. Ορισμένα σχέδια σε αρχαία ελληνικά αγγεία παριστάνουν σκηνές από τη ζωή και τις ασχολίες των γυναικών. Τα σχέδια αυτά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες σύμφωνα με το θέμα τους: οικιακές ασχολίες, καλλωπισμός των γυναικών και διασκεδάσεις τους στην αποτραβηγμένη ζωή του γυναικωνίτη.

Ενδυμασία

Η γυναικεία ενδυμασία εκείνης της εποχής δεν έθετε ζητήματα κοπτικής αλλά απαιτούσε μεγάλη ευχέρεια στην τέχνη του στολισμού. Τα γυναικεία ενδύματα, όπως και τα αντρικά, χωρίζονταν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στην ελαφρή εσωτερική ενδυμασία και σ' ένα φόρεμα πιο χοντρό, τον πέπλο, που φοριόταν από πάνω. Ο χιτώνας των γυναικών ήταν συνήθως πιο μακρύς από τον αντρικό, ήταν απλό, μακρύ πουκάμισο, που έπεφτε ελεύθερα κατά μήκος του σώματος και πιανόταν μόνο με ένα κορδόνι. Οι παντρεμένες γυναίκες έδεναν το κορδόνι κόμπο, κάτω από το στήθος τους, ενώ τα νεαρά κορίτσια στο θώρακα ή στους γοφούς. Κάποτε ο χιτώνας είχε σχιστά μανίκια. Οι άκρες του πιάνονταν με μια πόρπη από το δεξιό ώμο ή τις έδεναν φιόγκο πάνω στο στήθος. Στις παρυφές ο χιτώνας ήταν στολισμένος με μια ταινία άλλου χρώματος, συνήθως χρώματος κρόκου.

Στο σπίτι οι γυναίκες φορούσαν μόνο χιτώνα αλλά όταν έβγαιναν στο δρόμο φορούσαν από πάνω έναν πέπλο, δηλαδή ένα κομμάτι ύφασμα πλατύ περίπου 1,5 μέτρο και μακρύ 3-4 μέτρα, με το οποίο οι ελληνίδες καλύπτονταν επιδέξια, αφήνοντάς το να πέφτει σε πτυχές. Κάποτε, όταν δεν φορούσαν βέλο, άφηναν ελεύθερη μιαν άκρη του πέπλου και κάλυπταν μ' αυτήν το κεφάλι.

Την ενδυμασία των γυναικών την έφτιαχναν από μάλλινο ύφασμα, πανί και λινάρι και ένα ύφασμα από άγνωστο υλικό, πολύ λεπτό και διάφανο, όπως η μουσελίνα. Τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν: κίτρινο, κόκκινο, ερυθρό, πράσινο ανοιχτό, πράσινο λαδί, γκριζογάλανο, καφετί ανοιχτό και λευκό. Τους άρεσαν υφάσματα με σχέδια, ταινίες με ζωηρά χρώματα και κεντήματα. Μπορούμε να σχηματίσουμε μια ιδέα για τα κεντητά πέπλα αν κοιτάξουμε τα σχέδια των αγγείων ή αν διαβάσουμε στον Αισχύλο την περιγραφή της ενδυμασίας του Ορέστη.

Στο δρόμο οι γυναίκες σπάνια φορούσαν στο κεφάλι τους καλύμματα, αλλά όταν έβγαιναν έξω από την πόλη κάλυπταν το κεφάλι τους με κάτι στρογγυλά καλύμματα με μυτερή κορυφή. Στα πόδια φορούσαν σανδάλια, υποδήματα λευκά ή κίτρινα και ένα είδος ψηλά άρβυλα. Όταν έβγαιναν στο δρόμο έπαιρναν μια ομπρέλα και ένα ριπίδι από φτερά παγονιού ή ένα πιο ελαφρύ από ξύλο, με μορφή λωτού. Η ενδυμασία συμπληρωνόταν με κοσμήματα: χρυσά σπειροειδή ή μακριά σκουλαρίκια, χρυσά περιδέραια, διαδήματα, βραχιόλια (αυτά τα φορούσαν στο πάνω μέρος του βραχίονα), δαχτυλίδια και κάτι μικρούς χρυσούς δακτύλιους στην κλείδωση του χεριού.

Ο καθρέφτης ήταν ένα αντικείμενο που δεν έλειπε από τη ζωή της γυναίκας. Οι καθρέφτες γίνονταν από καλοδουλεμένο μέταλλο κι είχαν ένα χερούλι λιγότερο ή περισσότερο στολισμένο. Όταν οι εταίρες γίνονταν γριές χάριζαν τους καθρέφτες τους στην Αφροδίτη για την προστασία και τη μέριμνα που τους είχε η θεά.


Απο το Βιβλίο της Πανδώρας

Μια μέρα απο τη ζωή μιας αρχαίας Αθηναίας (2)

 
Παντρεμένη

Πρώτη φροντίδα της νεαρής συζύγου στο καινούργιο της σπίτι είναι να κάνει ιερές σπονδές μπροστά στην εστία και τα εμβλήματα των προγόνων του συζύγου, που έγιναν τώρα και δικοί της πρόγονοι. Μια χορωδία κοριτσιών τραγουδάει ένα επιθαλάμιο, η τελετή τελειώνει. Τη δεύτερη μέρα το νεαρό ζευγάρι δέχεται τους φίλους. Κάποτε οι φίλοι τους κάνουν την τιμή να τους τραγουδήσουν εωθινό τραγούδι. Η μέρα αυτή λέγεται μέρα της αποκάλυψης. Τον πέπλο η νεαρή νιόπαντρη θα τον δωρίσει στην ήρα, παρακαλώντας τη θεά να της χαρίσει ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή.

Έτσι λοιπόν η νεαρή σύζυγος βγάζει τον πέπλο και παρουσιάζεται μπροστά στους καλεσμένους που ήρθαν με τα γαμήλια δώρα. Τα δώρα είναι κάθε λογής: ζωγραφιστά αγγεία, σανδάλια, καθρέφτες, χτένες, αρώματα κι άλλα αντικείμενα. Τώρα η νεαρή γυναίκα έγινε οικοδέσποινα. Ο άντρας της είναι πολύ μεγαλύτερος στα χρόνια. Είναι έμπειρος κι όλος ο κόσμος τον θεωρεί καλό νοικοκύρη.

Το πρωί της δεύτερης μέρας ο σύζυγος θα προσκυνήσει πρώτα τους θεούς και μαζί με τη σύζυγό του θα τους προσφέρει θυσία, παρακαλώντας τους να της δώσουν τη θεία χάρη να μάθει όλα όσα χρειάζονται και να αποκτήσει χρήσιμες συνήθειες. Με τη σειρά της η σύζυγος υπόσχεται ότι θα προσπαθήσει να είναι επιμελής.

Στο χωρισμό η μάνα δεν της είπε παρά μόνο πως σαν σύζυγος πρέπει να είναι επιφυλακτική και σεμνή. Αλλά ο σύζυγός της, της εξηγεί πως από τη στιγμή που έγινε οικοδέσποινα έχει χρέος να μοιάζει με τη μάνα των μελισσών, να κάθεται πάντα μαζί με το σμήνος και να μην επιτρέπει στις μέλισσες να τεμπελιάζουν, δηλαδή να βάζει τις θεραπαινίδες στη δουλειά και να τις μαθαίνει να 'ναι πειθαρχικές. Αυτή πρέπει να συγκεντρώνει όλα τα προϊόντα και τις προμήθειες, να τα μοιράζει και να φυλάει με φροντίδα τα αποθέματα, για να μην τυχόν σπαταλιέται σ' ένα μήνα αυτό που έπρεπε να φτάσει για χρόνο ολόκληρο. Όταν θα φέρουν το μαλλί, αυτή πρέπει να δώσει να γνέσουν και να υφάνουν. Η ίδια πρέπει επίσης να προσέξει τα οπωρικά να ξεραθούν καλά και να γιατρευτούν οι δούλοι που τυχόν αρρώστησαν.Oι εξηγήσεις του συζύγου είναι πολύ λεπτομερειακές. Της λεει πως οι προμήθειες πρέπει να διατηρούνται με τάξη, κάθε πράγμα στην κατάλληλη θέση, κι οι υπηρέτριες πρέπει να μάθουν πως όταν παίρνουν κάτι να το βάζουν στη θέση του. Τα υποδήματα πρέπει να μπαίνουν στη σειρά, για να μπορεί να διαλέγει κανένας εύκολα το κατάλληλο ζευγάρι. Η ενδυμασία και το κρεβατοστρώσι πρέπει να κρατιούνται με τάξη, διπλωμένα με φροντίδα. Τα αγγεία ακόμα και τα δοχεία του φαγητού ούτε κι αυτά τα ξέχασε. Ο σύζυγος έχει τη γνώμη πως πρέπει να είναι τακτοποιημένα έτσι που να μπορεί κανείς να τα παίρνει εύκολα.

Τα ακριβά πράγματα -τάπητες και διάφορα κοσμήματα -τα φύλαγαν στον κοιτώνα, γιατί ήταν το πιο εξασφαλισμένο δωμάτιο του σπιτιού. Στους ξερούς χώρους διατηρούνται τα σιτηρά και το ψωμί, στους ψυχρούς το κρασί, ενώ τα φωτεινά δωμάτια προορίζονται για εργασία. Ύστερα από τις θεωρητικές οδηγίες ο σύζυγος περνάει στα πρακτικά μαθήματα και μαζί με τη σύζυγό του αρχίζει να χωρίζει τα πράγματα κατά κατηγορίες. Πρώτα βάζουν κατά μέρος τα αντικείμενα της λατρείας, έπειτα τα ενδύματα για τις γιορτές και τη στρατιωτική στολή του συζύγου. Διαλέγουν ξεχωριστά τα στολίσματα για τα δωμάτια της συζύγου, τα υποδήματα του άντρα και τα υποδήματα της γυναίκας. Καθορίζουν τον τόπο όπου θα κρατούν τα όπλα και τα εργαλεία για το λανάρισμα και το γνέσιμο του μαλλιού. Τα εργαλεία αυτά τα ξέρει πολύ καλά η νεαρή σύζυγος, γιατί στο πατρικό της σπίτι έμαθε να γνέθει και να υφαίνει. Χαιρετάει την ελαφρή καλαμένια ρόκα σαν παλιά της φίλη, γιατί με τη συντροφιά της πέρασε ώρες ολόκληρες, κρατώντας την στο αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί τύλιγε το στριμμένο γνέμα στο μετάλλινο αδράχτι. Να και ένα καλαθάκι με καλολαναρισμένο μαλλί, το οποίο όταν γνέθει το κρεμάει από το χέρι της κοντά στον αγκώνα. Ο αργαλειός τής είναι πολύ γνωστός. Ώρες ολόκληρες πηγαινοερχόταν μπροστά του, από τη μια άκρη ως την άλλη, γυρίζοντας τη σαΐτα, γιατί το στημόνι δεν ήταν τεντωμένο οριζόντια, μα κάθετα.

Τα αντικείμενα οικιακής χρήσης, τα δοχεία του φαγητού, οι στάμνες και οι σκάφες για πλύσιμο και τα ταψιά για το ψήσιμο του ψωμιού, τα πινάκια για το φαγητό -διαλέγονται με φροντίδα από το σύζυγο και χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: αυτά που είναι για καθημερινή χρήση και τα άλλα για ορισμένες περιπτώσεις. Τα τρόφιμα κι οι άλλες προμήθειες είναι κι αυτές σε δυο σωρούς: ο ένας αντιπροσωπεύει τη μηνιάτικη κατανάλωση, ο άλλος τα αποθέματα για τον υπόλοιπο χρόνο. Σύμφωνα με τη γνώμη του συζύγου έτσι φαίνεται καλύτερα ποιο από τα τρόφιμα πλησιάζει να τελειώσει. Τέλος, οι σύζυγοι διαλέγουν μια αποθηκάριο, την πιο εγκρατή στο φαγητό, στο ποτό και στον ύπνο δούλα, την πιο υπάκουη και την πιο συγκρατημένη. Αυτές οι ιδιότητες είναι εξαιρετικά σημαντικές. Τώρα όλα είναι εντάξει. Η νεαρή σύζυγος αρχίζει την οικογενειακή ζωή.

Τη χαραυγή ξυπνάει τους δούλους και τους δίνει εργασία. Αυτή κρατάει τα κλειδιά από τις αποθήκες, γνέθει και υφαίνει. Πρέπει να είναι σεμνή και προκομμένη, υπόδειγμα για τις δούλες. Δεν θα 'ναι σπάταλη όπως ορισμένες γυναίκες, που σκορπούν τις προμήθειες με τέτοια επιπολαιότητα, που οι άντρες τους είναι αναγκασμένοι να τους πάρουν τα κλειδιά από τις αποθήκες. Ο άντρας δεν θα 'ναι ποτέ τραχύς μαζί της κι ούτε φιλάργυρος, έτσι που αυτή θα μείνει πάντα αφέντρα της αποθήκης.

Η ζωή της παντρεμένης αθηναίας ήταν πολύ μονότονη. Από το σπίτι μπορούσε να βγει μονάχα με την άδεια του συζύγου, συνοδευόμενη από μια δούλα ή από έναν ηλικιωμένο συγγενή. Όμως κανένας δεν απαιτούσε τον περιορισμό των γυναικών που είχαν περάσει τα πενήντα. Φυσικά αυτά τα έθιμα δεν τα τηρούσαν με αυστηρότητα. Οι παντρεμένες γυναίκες πήγαιναν συχνά περίπατο και έκαναν επισκέψεις.


Στις εκδηλώσεις

Επίσης, οι γυναίκες ήταν παρούσες στις μεγάλες πομπές, στα μυστήρια, στους γάμους και στις κηδείες. Ένα μήνα μετά το γάμο, στις 11 του Ανθεστηρίωνα, η νεαρή σύζυγος προετοιμάζεται για τη μεγάλη γιορτή των ανθεστηρίων, γιορτή του ερχομού της άνοιξης, των πρώτων λουλουδιών και του καινούργιου κρασιού, που τώρα το είχαν για πώληση και έρχονταν στην Αθήνα να το αγοράσουν ξένοι και κάτοικοι των δήμων .τα ανθεστήρια κρατούσαν τρεις μέρες και κάθε μέρα είχε ένα ειδικό όνομα και μια πατροπαράδοτη εθιμοτυπία. Την πρώτη μέρα, στα πιθοίγια, δηλ. Στη μέρα "των πίθων", ξεσφράγιζαν τα τεράστια πήλινα αγγεία όπου φύλαγαν το κρασί, δοκίμαζαν την καινούργια σοδειά και οι αγοραστές γέμιζαν τα αγγεία τους. Για τους δούλους η μέρα αυτή είχε εντελώς ξεχωριστή σημασία, γιατί ήταν η μόνη μέρα του χρόνου που είχαν το δικαίωμα να κάνουν και να πουν ό,τι ήθελαν. Φυσικά, κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως στο τέλος της γιορτής δεν θα είχαν συνέπειες γιατί είχαν ερμηνεύσει πολύ κυριολεκτικά τα δικαιώματα τους...

Σ' όλα τα σπίτια της Αθήνας η πρώτη μέρα άρχιζε με επίσημες θυσίες προς τιμήν των θεών, στις οποίες έπαιρνε μέρος ολόκληρη η οικογένεια και όλοι οι δούλοι του σπιτιού. Η πιο χαρούμενη μέρα ήταν η δεύτερη, οι χοές, δηλ. Η μέρα των φιαλών και των αγγείων. Το βράδυ, στο φως των πυρσών, μπροστά στις αιχμάλωτες του γυναικωνίτη, ξετυλιγόταν μια ασυνήθιστη εικόνα μιας επίσημης και παράξενης πομπής. Στους ήχους των αυλών και των τυμπάνων περνούσαν χορεύοντας και τονίζοντας τον ιερό ύμνο των βακχίδων, νύμφες και μαινάδες ακολουθούμενες από σατύρους και Φαύνους. Στα κεφάλια των χορευτών, που ήταν ντυμένοι με δέρματα ζώων, αντηχούσαν μελωδικά κουδουνάκια κρεμασμένα από άνθινα στεφάνια. Στο κέντρο της συνοδείας φαινόταν ένα άρμα στολισμένο ωραία, στο μέσο του οποίου καθόταν η σύζυγος του άρχοντα-βασιλιά, παριστάνοντας τη γυναίκα του Διόνυσου. Την πήγαιναν στο ναό για να παντρευτεί με το θεό.

Μετά τη συμβολική τελετή του γάμου με τον Διόνυσο, η σύζυγος του άρχοντα-βασιλιά έμενε όλη τη νύχτα στο ιερό, ενώ η συνοδεία πήγαινε στο θέατρο, όπου είχαν φέρει έγκαιρα πλήθος τραπέζια. Εδώ γινόταν το γεύμα των χοών, που περιέγραψε ο Αριστοφάνης στους "Αχαρνείς". Καθένας ερχόταν φέρνοντας φαγητό από το σπίτι του. Έτρωγαν κάτι μακρουλά ψωμάκια, αλειμμένα με μια καυτερή σάλτσα που προκαλούσε δίψα.

Αφού όλος ο κόσμος καθόταν στα τραπέζια άρχιζε μια παράξενη άμιλλα. Οι συνδαιτυμόνες σήκωναν τα κύπελλα (χοές) γεμάτα κρασί και στο σύνθημα μιας σάλπιγγας έπιναν χωρίς ανάσα! Οποίος τέλειωνε πρώτος ανακηρυσσόταν νικητής και έπαιρνε για έπαθλο ένα ασκί γεμάτο καινούργιο κρασί.

Από το θέατρο το πλήθος γύριζε τραγουδώντας με τη συνοδεία τυμπάνων κι όλη τη νύχτα στους θορυβώδεις δρόμους της πόλης κυκλοφορούσαν εύθυμες ομάδες κρατώντας πυρσούς.

Έπειτα απ' αυτή τη νύχτα ακολουθούσαν οι χύτροι, πένθιμη μέρα που περιέφεραν χύτρες με διάφορους σπόρους. Αυτή ήταν η τελευταία μέρα των ανθεστηρίων , τη μέρα αυτή κάθε αθηναίος έβραζε στην ιερή πυρά συμβολικά φυτά για την τροφή των σκιών, που γύριζαν στη γη.

Στον περίβολο του Ληναίου υψώνονταν δεκατέσσερις βωμοί, όπου πρόσφεραν θυσίες 14 γυναίκες, διαλεγμένες από τις καλύτερες οικογένειες της πόλης, οι ίδιες που την παραμονή συνόδευσαν στο ναό τη σύζυγο του άρχοντα-βασιλιά, οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως πολυάριθμες χοές. Τα διακοσμητικά τους σχέδια παριστάνουν διάφορες σκηνές των ανθεστηρίων, ανάμεσα στους εορταστές διακρίνονται πάντα μορφές παιδιών.

Τα ανθεστήρια θεωρούνταν και γιορτή των παιδιών, συγκινητική και ποιητική συνάρτηση ιδεών , που συνδέουν τα παιδιά με τη χαρά της αναγέννησης της φύσης, ύστερα από το ψύχος του χειμώνα: τα παιδιά και τα πρώτα μπουμπούκια των λουλουδιών γιόρταζαν μαζί.

Οι μικροί αθηναίοι, φορτωμένοι άνθη, κατέθεταν στεφάνια στο βωμό του Ευρυσάκη, γιου του Αίαντα, σε ανάμνηση της παραμονής του στην Αθήνα. Έκαναν περίπατο στους δρόμους μαζί με τους γονείς τους πάνω σε άρματα στολισμένα με πρασινάδα και λουλούδια και έπαιρναν μέρος στο τραπέζι που γινόταν το βράδυ των "χοών", ακόμη και η ηλικία των παιδιών υπολογιζόταν με βάση τον αριθμό των χοών στις οποίες είχαν πάρει μέρος.

Αλλά να που έσβηναν οι τελευταίοι αντίλαλοι των ανθεστηρίων. Οι τοίχοι του γυναικωνίτη έκλειναν ξανά γύρω από τη νεαρή γυναίκα, ορίζοντας ολόκληρο τον κόσμο της. Σ' αυτό τον κόσμο υπήρχαν παιδιά, η εργασία στο νοικοκυριό, λίγη μουσική, καθώς και οι δούλες, οι οποίες από την άποψη της διανοητικής ανάπτυξης δεν διέφεραν πάρα πολύ απ' αυτή. Μα θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστο να πλατύνει τα σύνορα αυτού του κλειστού κύκλου, και γι' αυτό η νεαρή κυρά κοίταζε συνεχώς το δρόμο, από το παράθυρο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μείνει αθέατη.


Απο Το Βιβλίο Της Πανδώρας

Μια μέρα απο την ζωή μιας αρχαίας Αθηναίας (1)


Τα παιδικά χρόνια ενός κοριτσιού δεν ήταν στερημένα από χαρά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής η μάνα ή μια τροφός το κουνούσαν σ' ένα κρεμαστό καλάθι ή το κρατούσαν στα χέρια και το λίκνιζαν τραγουδώντας του νανουρίσματα. Το παιδί τρεφόταν με χυλό στον οποίο έβαζαν μέλι για να γλυκάνει και το φύλαγαν από το κακό μάτι με πολλά φυλαχτά. Όλα θα πήγαιναν καλά αν δεν το τρόμαζαν συνεχώς με κάθε λογής ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα, που παραφύλαγαν γύρω από το κρεβάτι του. Το κοριτσάκι δεν καταλάβαινε για τι λογής τέρατα γινόταν λόγος, παρ' όλα αυτά όμως ο φόβος τρύπωνε στην ψυχή του. Όταν το κοριτσάκι άρχιζε να περπατάει, τα σύνορα του κόσμου του πλάταιναν αισθητά. Είχε έναν κηπάκο όπου μπορούσε να παίζει, είχε παιχνίδια και κατοικίδια ζώα.

Τα παιχνίδια ήταν διάφορα: κούκλες πήλινες και κέρινες, βαμμένες ωραία, που μπορούσαν να κινούν τα χέρια και τα πόδια τους, σπιτάκια και βαρκούλες δερμάτινες, σχεδόν ίδιες με τις αληθινές, μαϊμουδάκια από άργιλο που κρατούσαν στα χέρια άψυχα πουλάκια. Αμαξάκια που κινούνταν με τροχούς και κουδουνίστρες που έκαναν φοβερό θόρυβο. Η κρεμαστή κούνια σηκωνόταν τόσο ψηλά που σου κοβόταν η αναπνοή. Στο κηπάκι υπήρχε αρκετός χώρος για να τρέχει με το στεφανάκι του ή να παίζει τόπι με τα αδελφάκια του, τα οποία ως τα επτά χρόνια μεγάλωναν μαζί με τα κοριτσάκια. Εκτός από τα σκυλιά και τις γάτες είχε κι ένα γερανό εξημερωμένο. Μπορούσε να πηγαίνει στο τραπέζι των μεγάλων όταν πρόσφεραν τα επιδόρπια και συχνά έπαιρνε το πρόγευμα στην εσωτερική αυλίτσα, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του.

Μάθαινε να διαβάζει, να γράφει και να παίζει διάφορα μουσικά όργανα.
Δεν υπήρχε καμιά καθορισμένη μέθοδος αγωγής των κοριτσιών .η μάνα τούς μετέδιδε τις γνώσεις της, αυτές βέβαια που είχε. Ο Ευριπίδης υποστήριζε ότι η γυναίκα δεν γίνεται πιο καλή αν ξέρει πολλά. Το κορίτσι μάθαινε να πλέκει, να υφαίνει, να κεντάει, να μαγειρεύει νόστιμα φαγητά, να μπορεί να τα κάνει όλα με τα χέρια του. .έπειτα του έδειχναν πώς να κρατάει γερά από τα ηνία τις δούλες και πώς διευθύνεται το νοικοκυριό. Κι η αγωγή του σταματούσε εδώ. Να βλέπει όσο το δυνατό λιγότερα, να ακούει όσο το δυνατό λιγότερα και να θέτει όσο το δυνατό λιγότερες ερωτήσεις. Έτσι εννοούσε ο Ξενοφώντας την ιδανική αγωγή των κοριτσιών. Αποστολή της γυναίκας ήταν "να έχει τη φροντίδα του σπιτιού και να ακούει τον άντρα της". Στα γραπτά των ποιητών και των φιλοσόφων βρίσκονται πολυάριθμες επιβεβαιώσεις αυτής της αντίληψης.

Ο αθηναίος δεν κρατούσε τη γυναίκα κλειδωμένη στο σπίτι, αλλά ολόκληρο το σύστημα της αθηναϊκής ζωής έδειχνε στη σύζυγο ότι η θέση της είναι στο σπίτι και ότι ο χώρος όπου θα περνούσε τη ζωή της τελείωνε μπροστά στην εξώθυρα.

Τα νέα κορίτσια έβγαιναν στην πόλη συνοδευόμενα πάντοτε από τους γονείς ή από άλλα ηλικιωμένα πρόσωπα, αλλά και τότε μόνο για να πάρουν μέρος στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές, σε μια κηδεία ή να μεταβούν στο ναό. Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούσε να τα δει το μάτι ξένου άντρα. Σε μια κωμωδία του Αριστοφάνη κάποια σύζυγος λεει: όταν ρώτησα τον άντρα τι αποφάσισε η εκκλησία του δήμου (η συνέλευση του λαού) αυτός μου απάντησε: "τι σε ενδιαφέρει; κλείσε το στόμα σου, και πρόσθεσε: σώπασα.

Έτσι, λοιπόν, η γυναίκα βρισκόταν σε κατάσταση κατωτερότητας, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν τη σέβονταν και προπαντός ότι δεν σεβόταν η ίδια τον εαυτό της. Ο άντρας μπορούσε να της επιτρέψει ή να της απαγορεύσει να μιλήσει για την πολιτική στη διάρκεια του φαγητού, αλλά είναι αναμφίβολο πως αυτή επεδίωκε να φέρει τη συζήτηση στα πολιτικά.

Γάμος

Σ' όλα τα ελληνικά κράτη ο γάμος κατοχυρωνόταν με νόμο. Η γυναίκα ήταν πολίτισσα και σαν τέτοια προστατευόταν από την ασπίδα των νόμων της πόλης- κράτους. Ένας πολίτης επιτρεπόταν να παντρευτεί μονάχα με μια πολίτισσα και μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου του κληρονομούσαν το όνομα και την περιουσία. Η μονογαμία αποτελούσε θεμελιακή αρχή του γάμου στους έλληνες. Απαγορευόταν στους αθηναίους να παντρευτούν με μια ξένη.

Στη Σπάρτη όσους έμεναν ανύπαντροι ως τα γεράματα δεν τους εκτιμούσαν όπως τους άλλους γέρους. Ένας νέος Λακεδαιμόνιος δεν παραχώρησε τη θέση του στο στρατηγό Δερκυλίδα λέγοντάς του: "γιατί και συ δεν έκανες αυτόν που θα παραχωρήσει τη θέση του σε μένα". Οι αρχαίοι έλληνες θεωρούσαν ότι έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στους συζύγους διαφορά 12-14 χρόνων. Συνήθως η νύφη ήταν 12-16 χρόνων και ο γαμπρός 24-30. Τέτοιες διαφορές θεωρούνταν κανονικές.

Η τελετή του γάμου περιλάμβανε τρεις ξεχωριστές φάσεις: στο σπίτι της νύφης, μετακίνηση, στο σπίτι του γαμπρού. Η πρώτη και πιο σημαντική τελετή ήταν ο αρραβώνας, στον οποίο η παρουσία της νύφης δεν ήταν υποχρεωτική. Στην πράξη ο αρραβώνας περιοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου. Η προίκα καθοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου. Η προίκα του κοριτσιού αποτελούνταν από χρήμα ρευστό, ρουχισμό, πολύτιμα αντικείμενα και δούλους, και έφτανε το λιγότερο στο ένα δέκατο της περιουσίας του πατέρα της νύφης. Κάποτε δινόταν σαν προίκα κι ένας κλήρος γης με τη μορφή πλασματικής ενοικίασης. Οι αθηναίοι την παντρεμένη χωρίς προίκα δεν τη θεωρούσαν εξασφαλισμένη. Γι' αυτό κάποτε η εκκλησία ή μερικοί πλούσιοι πολίτες προίκιζαν τα κορίτσια των ανδρών που πρόσφεραν υπηρεσίες στην πατρίδα.

Γάμος χωρίς προίκα δεν είχε ισχύ στους αθηναίους. Στις ιδιωτικές τελετές, δεν ήταν υποχρεωτικό να παραβρίσκεται ιερέας ή εκπρόσωπος του κράτους έτσι η παρουσία μαρτύρων στο κλείσιμο του συμβολαίου αποτελούσε επιτακτική ανάγκη. Σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της συζύγου η προίκα επιστρεφόταν, γιατί κληρονόμος της δεν ήταν ο σύζυγος αλλά ο πιο κοντινός από αίμα συγγενής.

Οι γάμοι γίνονταν τις μέρες που ήταν πανσέληνος και συνήθως το χειμώνα, το μήνα γαμηλιώνα, που ήταν αφιερωμένος στη θεά ήρα. Πριν από την τελετή και στα δύο σπίτια προσφέρονταν θυσίες στους εφέστιους θεούς. Οι πλούσιες οικογένειες θυσίαζαν μια δαμαλίδα στο βωμό της Αθηνάς ή της Άρτεμης. Αλλά η πιο ευπρόσδεκτη προσφορά στους θεούς ήταν ένας βόστρυχος. Την προσφορά αυτή την έκαναν στην Άρτεμη και τα πλούσια και τα φτωχά κορίτσια, ενώ οι γαμπροί πρόσφεραν βοστρύχους στον Απόλλωνα. Σ' ένα αρχαίο ανάγλυφο παριστάνεται ο στολισμός μιας νύφης. Η νύφη καλύπτει το πρόσωπο με το πέπλο για να κρύψει τα δάκρυα. Μια δούλη τής πλένει τα πόδια και τα αλείφει με αρώματα. Το πιο χαρακτηριστικό νυφικό ένδυμα ήταν ο πέπλος.

Τέλος, όλα είναι έτοιμα. Ο γαμπρός, καλλωπισμένος και αρωματισμένος, με ένα στεφάνι στο κεφάλι, συντροφευμένος από το συνοδό, τους συγγενείς και φίλους, έρχεται στο σπίτι της νύφης, που οι πύλες του ήταν στολισμένες έγκαιρα με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Μπροστά σ' όλη την οικογένεια και στους μελλόνυμφους, ο πατέρας προσφέρει θυσία στην εστία, δηλώνει επίσημα ότι δίνει την κόρη του στο γαμπρό και ότι από δω και μπρος δεν ανήκει στην οικογένεια των γονιών της, δηλαδή δεν πρέπει να τηρεί τη λατρεία των προγόνων του σπιτιού. Από δω και μπρος θα προσφέρει αναθήματα και θυσίες στους προγόνους της οικογένειας του συζύγου.

Όλα είναι έτοιμα για το γαμήλιο δείπνο, μαζί και ο γαμήλιος πλακούντας, φτιαγμένος από σουσάμι και μέλι. Στο γάμο οι άντρες και οι γυναίκες έτρωγαν μαζί, αλλά οι γυναίκες δεν ξάπλωναν στα κρεβάτια, αλλά κάθονταν σε καθίσματα, στην απέναντι άκρη απ' αυτή που είχαν καταλάβει οι άντρες. Στις συζητήσεις όμως έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος.

Όταν σουρούπωνε, στη θύρα ακούονταν ήχοι αυλού. Καλυμμένη με έναν πέπλο, όπως και μέχρι τότε, η νύφη έβγαινε από το σπίτι για να ανεβεί στο αμάξι ανάμεσα στο γαμπρό και το συνοδό. Μπροστά από το αμάξι βάδιζαν οι αυλητές. Οι φίλοι μαζεύονταν γύρω από το αμάξι και τραγουδούσαν γαμήλια τραγούδια. Η μητέρα της νύφης βάδιζε πίσω από το αμάξι κρατώντας στο χέρι έναν πυρσό αναμμένο από την εστία του σπιτιού. Οι περαστικοί χαιρετούσαν την πομπή, εύχονταν ευτυχία στους νεαρούς νεοπαντρεμένους και τους πείραζαν. Σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής αντηχούσε ο ιερός ύμνος, ο υμέναιος. Κι έτσι η συνοδεία διέσχιζε τους δρόμους και τις συνοικίες, συνοδεύοντας τους νιόπαντρους, που πήγαιναν να συναντήσουν την ευτυχία που τους περίμενε.

Στο κατώφλι του σπιτιού του γαμπρού, που ήταν επίσης στολισμένο με κλαδιά ελιάς και δάφνης, τη νεαρή σύζυγο τη δεχόταν η πεθερά. "δεν είχα τύχη να σου ανάψω τον πυρσό στο γάμο", λέγει μια μάνα που ο γιος της βρήκε το θάνατο πριν παντρευτεί (Ευριπίδης).

Το σπίτι του γαμπρού όχι μονάχα ανακαινιζόταν και επιπλωνόταν με καινούργια έπιπλα, αλλά συχνά χτίζονταν καινούργιες αίθουσες και κτίρια, η αγαπημένη του δάφνη λεει στο βοσκό της: "να μου χτίσεις ένα νυφικό θάλαμο, να μου χτίσεις ένα σπίτι και μια στάνη για τα πρόβατα".

Στην πύλη τη σκεπασμένη με γιρλάντες λουλουδιών έβγαινε ένα παιδάκι που έφερνε ένα καλάθι με φρούτα και έψαλλε έναν ύμνο, που η επωδός του έλεγε: "πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια σου τύχη απ' την παλιά". Η νύφη έτρωγε ένα σύκο ή ένα κυδώνι- τα πιο γλυκά φρούτα -, σύμβολο της ήρεμης ευτυχίας την οποία θα χαιρόταν από δω και μπρος. Μα η νύφη δεν θα μπει μόνη της στο καινούργιο της σπίτι. Γυρίζει προς τους συγγενείς της, που σπεύδουν να την περιτριγυρίσουν κάνοντας πως θέλουν να την υπερασπίσουν από το σύζυγο. Ο σύζυγος την αρπάζει και τη σηκώνει στα χέρια του να την πάει στο σπίτι, χωρίς να παίρνει υπόψη τα ξεφωνητά της. Φροντίζει τα πόδια της νύφης να μην αγγίζουν το κατώφλι, γιατί αυτό θα ήταν κακοσημαδιά.


Απο το Βιβλίο της Πανδώρας

Περσικοί Πόλεμοι: Η εκστρατεία του Ξέρξη. Θερμοπύλες - Αρτεμίσιο - Σαλαμίνα - Πλαταιές

H εκστρατεία του Ξέρξη

Την άνοιξη του 480 π.Χ. ο Ξέρξης ξεκίνησε με το στρατό του από τις Σάρδεις, αφού ήδη οι απεσταλμένοι του είχαν απαιτήσει προηγουμένως υποταγή προαναγγέλλοντας την άφιξή του. Την εκστρατεία είχε προετοιμάσει με άφθονα μέσα από το 483 π.Χ.: στον Ελλήσποντο είχε κατασκευαστεί γέφυρα, ο ΆAθως είχε κοπεί με διώρυγα, στους δρόμους ανεφοδιασμού του στη Θράκη και την Μακεδονία είχαν κτιστεί αποθήκες και ένας τεράστιος σε αριθμό στρατός είχε συγκεντρωθεί.

Ο μεν στόλος αποτελείτο από 2000 πολεμικά πλοία (κατά άλλους από 600-800 ενώ κατά τον Αισχύλο από 1000 πλοία, από τα οποία 207 ταχύπλοα) και πολυάριθμα άλλα φορτηγά, ο δε στρατός ανάγεται σε 1700000 (κατά άλλους σε 700-800000 ή ακόμη και 100000 – εκτός από τον τεράστιο αριθμό των προσώπων που ακολουθούσαν το στρατό του). Πάντως, ο στρατός και ο στόλος του Ξέρξη αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη μέχρι την εποχή εκείνη συγκροτηθείσα στρατιά, για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και υπό έναν αρχηγό.


Θερμοπύλες - Αρτεμίσιο

Την άνοιξη του 480 π.Χ. οι σύμμαχοι είχαν καταλάβει τα Τέμπη, τη διάβαση για κάθε εισβολή από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία, εφόσον μάλιστα οι Θεσσαλοί είχαν υποσχεθεί να υποστηρίξουν τους συμμάχους στην περίπτωση που θα εισέβαλαν οι Πέρσες. Ωστόσο προέκυψαν αμέσως ενδοιασμοί ως προς το αν θα μπορούσε να κρατηθεί η βόρεια αυτή γραμμή υπεράσπισης και έτσι οι Έλληνες αποσύρθηκαν στην αμέσως επόμενη γραμμή, στα στενά των Θερμοπυλών.

Εδώ είχε ταχθεί για να ανακόψει την προέλαση του Ξέρξη ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας έχοντας 4000 Πελοποννήσιους, από τους οποίους 300 ήταν Σπαρτιάτες, όπως επίσης τμήματα από την κεντρική Ελλάδα, συνολικά ίσως 7000 άνδρες.

Την αποφασιστική νίκη έπρεπε να πετύχει ο στόλος που είχε παραταχθεί ανατολικά των Στενών, στο βόρειο άκρο της Εύβοιας, στο Αρτεμίσιο. Αλλά το σχέδιο απέτυχε. Οι επιχειρήσεις του στόλου στο Αρτεμίσιο που διήρκεσαν τρεις μέρες δεν έφεραν στους Έλληνες τη νίκη που ήθελαν.

Συγχρόνως ο Ξέρξης επιχείρησε με έφοδο να καταλάβει τις ελληνικές θέσεις στις Θερμοπύλες και αποκρούστηκε βέβαια τις δύο πρώτες ημέρες, κατά τη νύχτα όμως από τη δεύτερη προς την τρίτη ημέρα κατέλαβε την ορεινή διάβαση που έδειξε ο Εφιάλτης, η οποία οδηγούσε στα νώτα των ελληνικών θέσεων. (Η κατάληψη της διάβασης έγινε επειδή οι εκεί παραταγμένοι Φωκείς δεν έκαναν το καθήκον τους).

Έτσι η μάχη είχε κριθεί. Αφού αποχώρησε ένα μέρος των ελληνικών τμημάτων, πολεμούσε ο Λεωνίδας με τους Σπαρτιάτες του και τους Θεσπιείς που θέλησαν να μείνουν, αποκλεισμένος από τους εχθρούς, ως την τελευταία πνοή, πιστός στην εντολή της Σπάρτης που καθιστούσε άτιμο όποιον εγκατέλειπε τη θέση του στη μάχη.

Ωστόσο όχι μόνο ως στρατιώτης, αλλά και ως στρατηγός εκπλήρωσε ο Λεωνίδας απόλυτα το καθήκον του. Και όταν ακόμη – παρά τις οδηγίες που έδωσε εγκαίρως – καταλήφθηκε από τους Πέρσες η ορεινή διάβαση εξαιτίας της ανικανότητας των Φωκέων, τα στενά που κατείχε ο ίδιος περιήλθαν στους Πέρσες ύστερα από τεράστιες γι αυτούς απώλειες.

Μνημείο που αναπαριστά πάνοπλο τον Λεωνίδα και στήθηκε απέναντι από τον ιστορικό λόφο του Κολωνού στη δεκαετία του 1950.Το μνημείο ανεγέρθηκε σε ανάμνηση της μάχης των Θερμοπυλών,στην κεντρική πύλη του περάσματος,όπου διεξήχθη η τελική φάση της μάχης.

Σαλαμίνα

Με την κατάληψη των Θερμοπυλών περιήλθε όλη η κεντρική Ελλάδα ως τον Ισθμό στους Πέρσες. Ακόμη και η Αττική εγκαταλείφθηκε στον εχθρό, εφόσον δε γινότανε διαφορετικά. Τα γυναικόπαιδα μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα, στην Αίγινα και στην Τροιζήνα, οι άνδρες έτοιμοι για τον αγώνα υπό την ηγεσία του Θεμιστοκλή πήγαν στο στόλο, που μετά την επιστροφή από το Αρτεμίσιο είχε παραταχθεί στο στενό της Σαλαμίνας, απέναντι από την ακτή της Αττικής.

Από εκεί έβλεπαν τον εχθρό να λεηλατεί την Αττική και να καταστρέφει την Αθήνα, και αυτήν ακόμη την Ακρόπολη, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για την πυρπόληση των Σάρδεων από τους Ίωνες.

Για τον Θεμιστοκλή εξαρτιόταν το παν από το αν ο περσικός στόλος που είχε αγκυροβολήσει στο Φάληρο θα δεχόταν την μάχη στον στενό χώρο της Σαλαμίνας και δεν έπλεε αλλού, π.χ. στην ακτή της Πελοποννήσου (στο ΆAργος), πράγμα που θα είχε ως συνέπεια οπωσδήποτε τη διάλυση του στρατού των Πελοποννησίων.

Γι αυτό και η πληροφορία του Αισχύλου (που πολέμησε στη Σαλαμίνα) ότι ο Θεμιστοκλής έστειλε μυστικά αγγελιοφόρο στον Ξέρξη και τον συμβούλευσε να επιτεθεί στη Σαλαμίνα είναι ευνόητη και ανταποκρίνεται πλήρως στην ιστορική πραγματικότητα.

Ο περσικός στόλος εισχώρησε το βράδυ στο στενό, παρατάχθηκε απέναντι στον ελληνικό με τα νώτα προς την ακτή της Αττικής και τα μεσάνυχτα περίπου, σύμφωνα με τη συμβουλή που έδωσε ο Θεμιστοκλής στον Ξέρξη, περικύκλωσε με ελιγμούς στα δυτικά και ανατολικά τον ελληνικό στόλο για να εμποδίσει τους Έλληνες να διαφύγουν.

Το πρωί, ήταν μια από τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου άρχισε η μεγάλη ναυμαχία, τις κύριες φάσεις της οποίας παρουσιάζει πολύ παραστατικά ο Αισχύλος στην περίφημη αναφορά του αγγελιοφόρου, στο δράμα του «Πέρσαι».

Η ήττα του Ξέρξη, ο ίδιος παρακολούθησε τη ναυμαχία επάνω στο θρόνο του από την παραλία της Αττικής – ήταν ολοκληρωτική, γι αυτό και τα υπολείμματα του στόλου του αποσύρθηκαν αμέσως με κατεύθυνση προς την Ανατολή.

Αν οι Έλληνες είχαν ακολουθήσει τη συμβουλή του Θεμιστοκλή, δηλαδή να έρθουν με το στόλο αμέσως στη μικρασιατική παραλία, να καλέσουν τους εκεί Έλληνες σε εξέγερση και να απειλήσουν έτσι τις γραμμές αποχώρησης του εχθρού, οι Πέρσες θα αναγκάζονταν να αποχωρήσουν από την Ελλάδα και η εκστρατεία τους θα είχε τελειώσει.

Αλλά η Σπάρτη που ήταν ανέκαθεν εναντίον κάθε υπερπόντιας επιχείρησης και με την αποχώρηση του στόλου φοβόταν ότι θα μπορούσαν να απειληθούν οι θέσεις της στον Ισθμό, απέρριψε το σχέδιο. Έτσι, αν κατά τον επόμενο χρόνο έγινε και πάλι πόλεμος σε ελληνικό έδαφος, γι αυτό ευθύνεται κυρίως η Σπάρτη. Ο περσικός στρατός, την ηγεσία του οποίου ανέλαβε ο Μαρδόνιος, αποσύρθηκε στους χειμερινούς καταυλισμούς του στη Θεσσαλία. Ο Ξέρξης έφυγε βιαστικά και έμεινε το χειμώνα στις Σάρδεις.

Πλαταιές

Στις αρχές του θέρους του 479 π.Χ. ο Μαρδόνιος προχώρησε προς νότο, αφού προηγουμένως προσπάθησε μάταια να φέρει τους Αθηναίους με το μέρος του. Εισέβαλε στην Αττική που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν και πάλι οι Αθηναίοι και αφού οι Πέρσες κατέστρεψαν και πάλι την Αθήνα αποσύρθηκε, όταν έμαθε ότι πλησίαζε ο συμμαχικός στρατός των Ελλήνων, στην Βοιωτία, όπου βρήκε κατάλληλο για το ιππικό του πεδίο μάχης κοντά στον ποταμό Ασωπό, ανατολικά των Πλαταιών.

Εκεί έγινε η αποφασιστική μάχη (θέρος του 479 π.Χ.). Οι Έλληνες υπό την ικανή ηγεσία του Σπαρτιάτη Παυσανία (επιτρόπου του ανήλικου βασιλιά Πλειστάρχου) πέτυχαν ολοκληρωτική νίκη. Τα υπολείμματα του περσικού στρατού αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής προς την Ανατολή. Ο ίδιος ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε στη μάχη.

Οι Έλληνες αφού γιόρτασαν τη νίκη στο πεδίο της μάχης μοίρασαν τα λάφυρα και ευχαρίστησαν με θυσίες τους θεούς που τους είχαν βοηθήσει ενώ κατευθύνθηκαν στη Θήβα για να τιμωρήσουν την πόλη εξαιτίας του μηδισμού της, σύμφωνα με τον όρκο που είχαν δώσει στον Ισθμό. Η Θήβα αναγκάστηκε να παραδοθεί ενώ οι σύμμαχοι απέφυγαν να επιβάλουν άλλες τιμωρίες.

Αμέσως μετά τη νίκη στις Πλαταιές εξολοθρεύτηκαν και τα υπολείμματα του περσικού στόλου. Ο ελληνικός στόλος, που βρισκόταν ήδη από την άνοιξη του 479 π.Χ. στη Δήλο υπό την ηγεσία του βασιλιά της Σπάρτης Λεωτυχίδα, έφυγε, προφανώς μόλις έφτασε η είδηση της νίκης στις Πλαταιές, για τη Σάμο.

Στην παραλία της χερσονήσου της Μυκάλης βρήκε τα περσικά πλοία τραβηγμένα στην ξηρά, ενήργησε έφοδο στο στρατόπεδο του εχθρού και τον συνέτριψε. Η νίκη στη Μυκάλη έδωσε το σύνθημα για νέα εξέγερση των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Επειδή αυτή τη φορά η μητροπολιτική Ελλάδα ενστερνίσθηκε την κατάστασή τους, αμέσως μετά τους αμυντικούς πολέμους για την ελευθερία, άρχισε ο επιθετικός πόλεμος εναντίον της Περσίας.

Περσικοί Πόλεμοι:Πολεμικές ετοιμασίες. Πολιτικές ανακατατάξεις στις Ελληνικές πόλεις. Η κατάσταση στην Περσία

Την ήττα στο Μαραθώνα ήταν αδύνατο να αφήσει ο Μέγας Βασιλεύς χωρίς εκδίκηση. Επίσημα μπορούσε βέβαια να δοθεί η εντύπωση ότι αδιαφορούσε, εφόσον μάλιστα τονίζονταν οι επιτυχίες στην Νάξο και στην Ερέτρια.

Αυτό δείχνει η παρουσία των «ασπιδοφόρων Ιώνων», δηλαδή των Ελλήνων από τα νησιά και την κυρίως Ελλάδα (μαζί με τους Ίωνες της Μ. Ασίας) σε ανάγλυφες παραστάσεις στον τάφο του Δαρείου, που απεικονίζουν τους υποταγμένους στους Πέρσες λαούς.

Όμως η εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα διέψευσε αυτή την επίσημη παρουσίαση των γεγονότων. Ωστόσο η ιδέα που είχαν οι Έλληνες, ότι οι Πέρσες βασιλείς στα δέκα χρόνια που πέρασαν από τη μάχη στο Μαραθώνα ως τη ναυμαχία της Σαλαμίνας δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να προετοιμάζονται για τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, προήλθε οπωσδήποτε από τον ελληνικό σωβινισμό.

Στην πραγματικότητα οι Πέρσες μονάρχες ήταν απασχολημένοι για μερικά χρόνια με επιτακτικότερα προβλήματα της τεράστιας αυτοκρατορίας τους: Το 486 π.Χ. έγινε στην Αίγυπτο επανάσταση που μπόρεσε να καταπνίξει μετά το θάνατο του Δαρείου (486 π.Χ.) ο γιος του Ξέρξης. Λίγο αργότερα (484 π.Χ.) έγινε επανάσταση και στη Βαβυλωνία, που έπνιξαν επίσης στο αίμα οι Πέρσες. Τότε μόνο ο Ξέρξης είχε τα χέρια ελεύθερα για να προετοιμάσει την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας.

Αυτή τη φορά η εκστρατεία δεν είχε σκοπό την τιμωρία των Αθηναίων, όπως το 490 π.Χ.. Η ήττα στο Μαραθώνα και ιδιαίτερα η συμπαράσταση που έδειξε η Σπάρτη στην Αθήνα με την υπόσχεσή της να στείλει στρατιωτική βοήθεια καθιστούσε αναγκαία για τους Πέρσες την υποταγή όλης της Ελλάδας. Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να γίνει επαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας η Ελλάδα περνούσε τις πιο κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της.

Στη μεγάλη αυτή στιγμή δεν έδειξαν όμως όλοι οι Έλληνες το ίδιο υψηλό φρόνημα. Μερικοί προσχώρησαν στους Πέρσες επειδή απέβλεπαν μόνο στο δικό τους συμφέρον (όπως οι Αλευάδες στη Λάρισα) ενώ άλλοι τήρησαν μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο ουδέτερη στάση, όπως το ΆAργος (από μίσος προς την Σπάρτη).

Κακό με τη στάση του έκανε το ιερατείο των Δελφών, για το οποίο ενδεχόμενη νίκη των Περσών μπορούσε να είχε ευνοϊκές προοπτικές για το μέλλον του. Οι απελπιστικοί χρησμοί που έδιναν οι ιερείς επιδρούσαν οπωσδήποτε αρνητικά στο ηθικό και αυτών ακόμη που ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν, σε μερικούς δε, όπως στους Αργείους και στους Κρήτες, οι ιερείς των Δελφών συνέστησαν καθαρά να μη λάβουν μέρος στον αγώνα.

Η ελπίδα στη βοήθεια των θεών, οι μόνοι όπως πίστευαν οι Έλληνες που μπορούσαν να τους βοηθήσουν μια τέτοια στιγμή, έδωσε ευτυχώς τη δύναμη σε μερικούς να ενωθούν στον αγώνα εναντίον των Περσών. Πρώτοι απ’ όλους ήταν οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι.

Οι Σπαρτιάτες,λόγω του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο ζούσαν ήταν κατά κάποιο τρόπο επαγγελματίες στρατιώτες. Ήταν από τους λίγο τόσο καλά εκπαιδευμένους και άρτια εξοπλισμένους στρατιώτες που συναντάμε στην εποχή τους

Η Σπάρτη αφού υπερνίκησε μερικούς εσωτερικούς κινδύνους (πολιτική κρίση εξαιτίας του βασιλιά Κλεομένη εξέγερση των Μεσσηνίων) και πανίσχυρη πάλι βρισκόταν επικεφαλής της πελοποννησιακής συμμαχίας, δε δίστασε ούτε στιγμή να αναλάβει τον αγώνα, που τον θεωρούσε άλλωστε αναπόφευκτο.

Στην Αθήνα μετά το τραγικό τέλος του Μιλτιάδη (ύστερα από μια αποτυχημένη επέμβαση στην Πάρο καταδικάστηκε από τον λαό σε βαρύτατη χρηματική ποινή και πέθανε λίγο αργότερα το 489 π.Χ. από την πληγή του), βρισκόταν στην εξουσία και πάλι ο Θεμιστοκλής, ο οποίος δεν έπαυε να προετοιμάζει το λαό για τον επικείμενο πόλεμο εναντίον της Περσίας.

Πρώτα πρώτα έπρεπε να παραμεριστεί ο εσωτερικός κίνδυνος που προερχόταν από τους φίλους των τυράννων κάτι που επιτεύχθηκε με βάση το σχετικό νόμο του Κλεισθένη.

Συγχρόνως επιχειρήθηκε μια σημαντική πολιτειακή μεταβολή, η οποία με τη δημιουργία μιας ενιαίας στρατιωτικής ηγεσίας έθετε τέρμα στην ασάφεια που υπήρχε προηγουμένως.

Εκτός από τη βασική αυτή πολιτειακή μεταβολή η απειλή εκ μέρους των Περσών καθιστούσε αναγκαία και την εκτέλεση του ναυτικού προγράμματος του Θεμιστοκλή, που είχε αναγγελθεί το 493 π.Χ.. Με εντατική προσπάθεια σε πυρετώδη ρυθμό όλων των Αθηναίων κατασκευάστηκε σε 1 ½ χρόνο, ως το φθινόπωρο του 481 π.Χ., στόλος από 180 περίπου πλοία, και μάλιστα του τελευταίου τότε τύπου της τριήρους, και η Αθήνα έγινε έτσι μονομιάς μια από τις πρώτες ελληνικές θαλάσσιες δυνάμεις. Με αυτόν τον στόλο νίκησαν κατόπιν οι Αθηναίοι στη Σαλαμίνα.

Έτσι τόσο οι Σπαρτιάτες με την πελοποννησιακή συμμαχία όσο και οι Αθηναίοι ήταν έτοιμοι για τον αγώνα. Το φθινόπωρο του 481 π.Χ. οι δυο δυνάμεις, όπως επίσης και αρκετές πόλεις της κεντρικής Ελλάδας και των νησιών, συνάψανε την ελληνική συμμαχία, αναλαμβάνοντας με όρκο την υποχρέωση να αμυνθούν από κοινού εναντίον των Περσών.

Συμφωνήθηκε επίσης να τιμωρηθούν μετά τον πόλεμο όλοι εκείνοι που χωρίς να είναι αναγκασμένοι θα προσχωρούσαν στους Πέρσες, δηλαδή ένα δέκατο της περιουσίας τους να αφιερωθεί στο θεό των Δελφών. Επίσης, ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των συμμάχων έπρεπε να εξομαλυνθούν και ότι έπρεπε να κυριαρχεί γενική ειρήνη. Η ηγεσία, τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά, δόθηκε στη Σπάρτη.

Περσικοί Πόλεμοι: Η Μάχη του Μαραθώνα. Κρίσιμες αποφάσεις για την άμυνα των Ελλήνων

O αθηναϊκός λαός αποφάσισε τότε, ύστερα από πρόταση του Μιλτιάδη, να αντιμετωπίσει τον εχθρό μακριά από την πόλη. Η σκέψη να αφήσουν να πολιορκηθούν κλεισμένοι στα τείχη της πόλης έπρεπε να αποκλειστεί και για το λόγο ότι η ομάδα των τυραννόφιλων θα γινόταν τότε πολύ πιο επικίνδυνη.

Τους Αθηναίους τους οδήγησαν στο Μαραθώνα δέκα στρατηγοί, εκ των οποίων σπουδαιότερος ήταν ο Μιλτιάδης. Πριν ξεκινήσουν οι Αθηναίοι, έστειλαν στη Σπάρτη τον ημεροδρόμο Φειδιππίδη ζητώντας βοήθεια. Οι Σπαρτιάτες, αποφάσισαν να βοηθήσουν τους Αθηναίους, αλλά όχι αμέσως, γιατί ήταν η ενάτη του μηνός και είπαν ότι δε γινόταν να εκστρατεύσουν πριν γίνει πανσέληνος.

Ήρθαν όμως προς ενίσχυση των Αθηναίων οι οποίοι ήταν παρατεταγμένοι στις υπώρειες του βουνού, που σήμερα ονομάζεται Αγριλίκι, οι Πλαταιείς, οι οποίοι ήρθαν πανστρατιά. Για την αριθμητική ισχύ των αντιπάλων ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τίποτα.

Οι αριθμοί που παραδίδουν οι μεταγενέστεροι σχετικά με τον περσικό στρατό (200.000-600.000) είναι, όπως συνήθως, όλως διόλου απίθανοι, εφόσον μάλιστα παραβλέπεται εντελώς το γεγονός ότι είχε μεταφερθεί με πλοία και επομένως δεν μπορούσε παρά να ήταν σχετικά μικρός σε αριθμό. Οπωσδήποτε όμως οι Πέρσες είχαν την αριθμητική υπεροχή. Ίσως ήταν 15.000 απέναντι στις 10.000 περίπου των Ελλήνων. Πάντως εξακριβωμένοι αριθμοί είναι αδύνατο να βρεθούν.

Από στρατηγική άποψη η κατάσταση είχε διαμορφωθεί με βάση το ενδεχόμενο ότι θα έρχονταν οι Σπαρτιάτες οπλίτες. Οι Πέρσες επιδίωκαν να κριθεί η μάχη πριν από την άφιξη των Σπαρτιατών, ενώ οι Έλληνες ήθελαν να κερδίσουν χρόνο.

Έτσι εκείνοι που έκαναν την επίθεση ήταν οι Πέρσες και όχι ο Μιλτιάδης (όπως διηγείται ο Ηρόδοτος που περιγράφει τη μάχη επηρεασμένος από τη μεταγενέστερη, αρκετά διαδεδομένη παράδοση, ιδιαίτερα δε από την εικόνα της μάχης του Μαραθώνα ? που είχε αναρτηθεί, γύρω στα 460 π.Χ., στην «Ποικίλη Στοά», - από όπου πήρε αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία).

Οι γνώμες των Αθηναίων στρατηγών τότε διχάστηκαν, και άλλοι μεν δεν ήθελαν να πολεμήσουν, γιατί έλεγαν πως ήταν λίγοι για να συμπλακούν με τον περσικό στρατό, άλλοι δε, μεταξύ των οποίων και ο Μιλτιάδης, ήθελαν τη μάχη.

Επειδή λοιπόν ήταν διηρεμένες οι γνώμες των δέκα στρατηγών και υπήρχε κίνδυνος να επικρατήσει η χειρότερη αυτών, ο Μιλτιάδης έσπευσε να συναντήσει τον Καλλίμαχο τον Αφιδναίο, ο οποίος ήταν πολέμαρχος και προκειμένου περί πολεμικών αποφάσεων, είχε κατά το νόμο ψήφο ισοδύναμη με αυτή των άλλων στρατηγών.

Ο Μιλτιάδης έπεισε και πήρε με το μέρος του τον Καλλίμαχο, με την ψήφο του οποίου αποφασίστηκε να γίνει η μάχη. Έτσι, οι στρατηγοί που ψήφισαν υπέρ της μάχης, καθένας τους, την ημέρα που είχε τη γενική αρχηγία του στρατεύματος, την παραχωρούσε στο Μιλτιάδη, ο οποίος δεχόταν την αρχηγία, αλλά δεν ήθελε να συνάψει μάχη, πριν έρθει η μέρα της δικής του αρχιστρατηγίας.

Όταν λοιπόν η αρχηγία περιήλθε κανονικά σε αυτόν, παρέταξε τους Αθηναίους ως εξής: Της δεξιάς πτέρυγας αρχηγός ήταν ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, σύμφωνα με τον αθηναϊκό νόμο. Κατόπιν, από δεξιά άρχιζαν οι φυλές, η μία δίπλα στην άλλη και τελευταίοι παρατάχθηκαν οι Πλαταιείς, οι οποίοι είχαν την αριστερή πτέρυγα. Η παράταξη αναπτύχθηκε πολύ για να εξισωθεί με τις τάξεις των Περσών, αλλά το κέντρο σχηματιζόταν από λίγες μόνο τάξεις και ήταν το ασθενέστερο τμήμα του στρατού, ενώ και οι δύο πτέρυγες είχαν αρκετό πλήθος και ήταν αρκετά ισχυρές.

Αφού παρατάχθηκαν και οι θυσίες προς τους θεούς ήταν καλές, μόλις δόθηκε η διαταγή, οι Αθηναίοι όρμησαν δρομαίοι εναντίον των βαρβάρων. Το μεταξύ των αντιπάλων στρατών διάστημα δεν ήταν λιγότερο των οκτώ σταδίων (1500 περίπου μέτρων).

Όταν οι Πέρσες έβλεπαν αυτούς να ορμούν, ετοιμάζονταν να δεχθούν την επίθεση και νόμιζαν ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, γιατί, ενώ ήταν τόσο λίγοι, έρχονταν τρέχοντας χωρίς να τους προστατεύει ούτε ιππικό ούτε τοξότες.

Αλλά οι Αθηναίοι, όταν πλησίασαν αθρόοι τους βαρβάρους, άρχισαν τη μάχη με αξιομνημόνευτη ανδρεία. Ήταν οι πρώτοι Έλληνες, οι οποίοι επιτέθηκαν δρομαίοι κατά των εχθρών και πρώτοι επίσης αντίκρυσαν με αταραξία ανθρώπους που φορούσαν την περσική ενδυμασία, ενώ μέχρι τότε και το όνομα μόνο των Περσών προξενούσε φόβο στους Έλληνες.

Η μάχη στο Μαραθώνα διήρκεσε πολύ. Στο μέσο όπου οι ίδιοι οι Πέρσες και οι Σάκες (ανδρείος Σκυθικός λαός, περίφημοι ιππείς και τοξότες) ήταν παρατεταγμένοι, νικούσαν οι βάρβαροι και αφού διέσπασαν τις τάξεις των αντιπάλων, τους κατεδίωκαν στο εσωτερικό. Στα δύο όμως κέρατα, το δεξιό και το αριστερό, νικούσαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς, αφού δε άφησαν τους τραπέντες σε φυγή βαρβάρους να φεύγουν, ένωσαν αυτοί τα δύο κέρατα και στράφηκαν κατά εκείνων, οι οποίοι είχαν διασπάσει το μέσο. Η νίκη των Αθηναίων υπήρξε πλήρης. Καταδιώκοντας τους Πέρσες που έφευγαν τους σκότωναν, και, όταν έφτασαν στη θάλασσα, ζητούσαν φωτιά να κάψουν τα πλοία των Περσών. Στη μάχη αυτή πρώτος σκοτώθηκε ο πολέμαρχος Καλλίμαχος ο οποίος πολέμησε με ανδρεία. Από τους στρατηγούς δε, σκοτώθηκε ο Στησίλαος. Επίσης σκοτώθηκε ο Κυναίγειρος, γιος του Ευφορίωνα (αδερφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου), κατά τη στιγμή που άρπαξε την πρύμνη ενός πλοίου οπότε και του έκοψαν το χέρι με τσεκούρι. Έπεσαν στη μάχη επίσης και άλλοι Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί.

Έτσι, οι Αθηναίοι κατάφεραν να κυριέψουν επτά πλοία, οι δε βάρβαροι με τα υπόλοιπα απέπλευσαν και αφού παρέλαβαν τους αιχμαλώτους της Ερέτριας από το νησί όπου τους είχαν αφήσει, περιέπλευσαν το Σούνιο με σκοπό να φτάσουν στην πόλη πριν από τους Αθηναίους, αλλά οι Αθηναίοι έτρεξαν όσο γινόταν γρηγορότερα προς βοήθεια της πόλης τους, έφτασαν έτσι πριν από τους βαρβάρους και στρατοπέδευσαν δίπλα απ? το ναό του Ηρακλή στο Κυνοσάργες.

Οι βάρβαροι έφτασαν με το στόλο τους ανοιχτά του Φαλήρου, επίνειο τότε των Αθηνών, και σταθμεύοντας λίγο εκεί απέπλευσαν πίσω στην Ασία. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 6400 βάρβαροι και 192 Αθηναίοι.Λέγεται επίσης, ότι μετά το τέλος της μάχης, οπλίτης, φορώντας την πανοπλία του, έτρεξε στην πόλη να μεταδώσει το ευχάριστο μήνυμα και αμέσως μόλις το έπραξε πέθανε από την κούραση.

Οι Αθηναίοι, τους νεκρούς έθαψαν με τιμές στο πεδίο της μάχης, ενώ στον τάφο αυτών, ο οποίος βρίσκεται στην πεδιάδα, υπήρχαν στήλες που είχαν τα ονόματα καθενός από τους νεκρούς Αθηναίους κατά φυλές. Άλλος επίσης τάφος υπήρχε προς τιμή των Πλαταιέων και των δούλων, επειδή πολέμησαν και δούλοι τότε για πρώτη φορά.

Υπάρχει επίσης εκεί και ιδιαίτερος τάφος του Μιλτιάδη, αν και ο θάνατος αυτού συνέβη αργότερα. Εκεί κατασκευάστηκε δε και τρόπαιο από πέτρα λευκή. Λένε ότι οι Αθηναίοι έθαψαν και τους Πέρσες επειδή «όσιον ανθρώπου νεκρόν γη κρύψαι», αλλά ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος επισκέφτηκε το Μαραθώνα κατά το δεύτερο μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα, λέει ότι δεν μπόρεσε να βρει κανένα τάφο αυτών.

Το μεγάλο πολεμικό κατόρθωμα της νίκης στο Μαραθώνα των Αθηναίων εξύμνησε ο ποιητής Σιμωνίδης με το γνωστό επίγραμμα: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.» (Πρόμαχοι των Ελλήνων οι Αθηναίοι στο Μαραθώνα, συνέτριψαν την (πολεμικη) δύναμη των χρυσοφορεμένων Μήδων).

Περσικοί Πόλεμοι: Πρώτες επιχειρήσεις των Περσών στην Ελλάδα. Η Ελλάδα προετοιμάζει την άμυνά της

Το 492 π.Χ. λοιπόν αφού τα πράγματα στη Μ. Ασία ηρέμησαν, στάλθηκε ο Μαρδόνιος στη Θράκη για να επιβάλλει και εκεί την τάξη. Με την κατάληψη της Θάσου και την υποταγή των Βρυγών που έκαναν συχνά εξεγέρσεις έφερε εις πέρας την αποστολή του.

Οι Κυκλάδες, η Αίγινα και πολλοί άλλοι συμμορφώθηκαν και υποτάχτηκαν, οι Αθηναίοι όμως και οι Σπαρτιάτες όχι μόνο δεν απεδέχθησαν τις προτάσεις αυτές, αλλά έριξαν και τους κήρυκες, οι μεν πρώτοι σε βάραθρο, οι δε Σπαρτιάτες σε φρεάτιο, για να λάβουν εκεί «γην και ύδωρ». Σκοπός της επικείμενης εκστρατείας του Μ. Βασιλέα ήταν μόνο η τιμωρία, αρχικά κατακτητικές βλέψεις στην Ελλάδα δεν υπήρχαν.

Στην Αθήνα είχαν στο μεταξύ παραμεριστεί οι Αλκμαιωνίδες (που έπεισαν τους Αθηναίους να στείλουν τα είκοσι πλοία) από τους φίλους των Πεισιστρατιδών. Ο ηγέτης των τελευταίων, ο Ίππαρχος, έγινε άρχων το 496/5 π.Χ., γεγονός που δείχνει ότι η πλειοψηφία του λαού πιστεύοντας ότι η επανάσταση των Ιώνων δεν είχε καμία ελπίδα επιτυχίας ήθελε την ουδετερότητα.

Αλλά η καταστροφή της Μιλήτου το 494 π.Χ. προκάλεσε νέα πολιτική μεταβολή στην Αθήνα εξαιτίας των στενών φιλικών σχέσεων που είχε η Αθήνα με την μεγάλη πόλη της Ιωνίας, κυρίως όμως επειδή και οι ίδιοι οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν τώρα άμεσο κίνδυνο εκ μέρους των Περσών. Ο πολιτικός που μπόρεσε να φέρει τον αθηναϊκό λαό από την ουδετερόφιλη στάση που τηρούσε ως τότε, ακολουθώντας τους φίλους των τυράννων, στη γραμμή μιας εθνικής αμυντικής πολιτικής ήταν ο Θεμιστοκλής, ο μεγαλοφυέστερος πολιτικός που ανέδειξε η Αθήνα.

Ο λαός συγκλονισμένος από την παράσταση ενός δράματος που είχε ως υπόθεση το σύγχρονο τότε γεγονός της κατάληψης της Μιλήτου από τους Πέρσες (ήταν η «Μιλήτου άλωσις» του Φρυνίχου) τον εξέλεξε άρχοντα (493/2 π.Χ.). Αμέσως ο Θεμιστοκλής παρουσίασε το πρόγραμμά του για την οργάνωση του στόλου.

Ο Θεμιστοκλής διείδε ότι στον επικείμενο αγώνα με τους Πέρσες το τελικό αποτέλεσμα εξαρτιόταν από το αν η Αθήνα θα κατόρθωνε να αναπτυχθεί σε μεγάλη θαλάσσια δύναμη. Πέτυχε να φέρει το λαό με το μέρος του και οι Αθηναίοι άρχισαν να οχυρώνουν τον Πειραιά ως φρούριο και ναυτική βάση.

Αλλά η εμφάνιση του Μιλτιάδη το 493 π.Χ. στην Αθήνα, όπου ήρθε φεύγοντας εξαιτίας του περσικού κινδύνου από την Θράκη, μαζί με τους θησαυρούς και πολλούς οπαδούς του, έγινε αιτία να παραμεριστεί αρχικά ο Θεμιστοκλής και η πολιτική του, μολονότι και οι δύο άνδρες είχαν την ίδια σταθερή θέληση να αναλάβουν τον εθνικό αγώνα εναντίον των Περσών.

Ο Μιλτιάδης, με τις εμπειρίες που είχε αποκτήσει στην Ασία βασιζόταν κυρίως στην υπεροχή των οπλισμένων με δόρυ οπλιτών απέναντι στους τοξότες του βασιλιά των Περσών. Έτσι η Αθήνα, ετοιμοπόλεμη υπό την ηγεσία του Μιλτιάδη, περίμενε την επίθεση των Περσών. Κίνδυνος υπήρχε βέβαια και από την κάθε άλλο παρά ασήμαντη ομάδα των τυραννόφιλων που στήριζαν τις ελπίδες τους στους Πέρσες. Με τους τυραννόφιλους συνέπρατταν, άλλωστε, παρά την παλιά εχθρότητά τους και οι Αλκμαιωνίδες από μίσος προς τον Μιλτιάδη.

Η περσική εκστρατεία για την τιμωρία των Αθηναίων ήταν έτσι σχεδιασμένη, ώστε τα αναγκαία στρατεύματα έπρεπε να μεταφερθούν στην Ελλάδα περνώντας με μεταγωγικά πλοία το Αιγαίο. Η μεταφορά έγινε στις αρχές του θέρους του 490 π.Χ. από την Κιλικία, μέσω της Ρόδου, με πρώτο σταθμό την Νάξο, που τιμωρήθηκε για την αντίσταση που είχε προβάλλει το 500 π.Χ.

Κατόπιν οι Πέρσες έφτασαν στη Δήλο, όπου ο Δάτης προσέφερε θυσίες στον Απόλλωνα, και έπειτα κινήθηκαν εναντίον της Ερέτριας. Η αντίσταση των κατοίκων κάμφθηκε, ύστερα μάλιστα από τη βοήθεια που προσέφεραν στους Πέρσες μερικοί προδότες.

Η πόλη καταστράφηκε, ο πληθυσμός μεταφέρθηκε στην Ασία και εγκαταστάθηκε σύμφωνα με τη θέληση του Μ. Βασιλέως στην Αρδέρικκα, στην περιοχή της Κισσίας. Ακολούθησε η κατάληψη ολόκληρης της Εύβοιας. Για τη συμπλήρωση της αποστολής υπολειπόταν η κατάληψη της Αθήνας.

Για το σκοπό αυτό ο περσικός στόλος αποβιβάστηκε στον όρμο του Μαραθώνα, κατά σύσταση του Ιππία, οδηγού και συμβούλου των Περσών, που ήταν πρώην τύραννος της Αθήνας. Ο Ιππίας επέλεξε το μέρος αυτό γιατί ήλπιζε πως οι διάκριοι της περιοχής, παλιοί οπαδοί του πατέρα του, θα τους βοηθούσαν. Παράλληλα θεώρησαν οι Πέρσες αξιωματικοί ότι η τοποθεσία αυτή ήταν κατάλληλη για το ιππικό.

Περσικοί Πόλεμοι: Η Ιωνική επανάσταση

Οι Έλληνες των αποικιών της Μ. Ασίας οι οποίοι είχαν ενσωματωθεί στην Περσική Αυτοκρατορία -ανήκαν στην σατραπεία της Ιωνίας που υπαγόταν στον σατράπη των Σάρδεων- ήταν αναγκασμένοι ως υποτελείς υπήκοοι να πληρώνουν φόρους και να ακολουθούν τους Πέρσες στις πολεμικές επιχειρήσεις τους. Ωστόσο η αυξανόμενη πίεση εκ μέρους της Περσίας τους έκανε να νοσταλγούν-με την πάροδο του χρόνου περισσότερο- την χαμένη ελευθερία.

Δεν είχαν χάσει μόνο την πολιτική ανεξαρτησία, αλλά και την κυριαρχία στο εσωτερικό, δηλαδή το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, την αυτονομία. Η Περσία ευνοούσε παντού την κατάληψη της εξουσίας από τυράννους, οι οποίοι καταδυνάστευαν τις ελληνικές πόλεις σαν να ήταν Πέρσες τοποτηρητές.

Στο οικονομικό πεδίο επίσης αισθάνονταν οι Έλληνες της Μ. Ασίας διαρκώς εντονότερη την πίεση της Περσικής Αυτοκρατορίας και είχαν μάλιστα χάσει μερικές απόμακρες, σημαντικές για το εμπόριό τους, θέσεις, όπως η Ναύκρατις. Με την εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών (513 π.Χ.) και την υποταγή κατόπιν της νότιας θρακικής παραλίας ως τον Στρυμόνα, που είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθουν στην Περσική κυριαρχία και η βόρεια παραλία του Ελλησπόντου και της Προποντίδας, όπως επίσης οι δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου, η οικονομική επιρροή των Ιώνων περιορίστηκε ακόμη περισσότερο. Οι προσπάθειες μερικών πόλεων, όπως το Βυζάντιο, η Χαλκηδών, η Πέρινθος κ.ά., να αποφύγουν την περσική κατοχή, δεν είχαν τότε καμιά επιτυχία.

Για τους πολιτικούς, εθνικούς και οικονομικούς αυτούς λόγους υπήρχε από χρόνια στον πληθυσμό των μικρασιατικών αποικιών αναβρασμός, χωρίς όμως να εκδηλώνεται φανερά, έως ότου το 500 π.Χ. οι Ίωνες της Μ. Ασίας μαζί με τη Σάμο, τη Χίο και τη Λέσβο, υποκινηθέντες από τον τύραννο της Μιλήτου Αρισταγόρα, εξεγέρθηκαν προς αποτίναξη του Περσικού ζυγού.

Ο φιλόδοξος Αρισταγόρας (αντικαθιστούσε τον Ιστιαίο που είχε μετακληθεί στα Σούσα) είχε παρακινήσει τον σατράπη των Σάρδεων Αρταφέρνη να οργανώσει κοινή ιωνική-περσική εκστρατεία εναντίον της Νάξου. Όταν όμως η εκστρατεία του απέτυχε και κλονίστηκε έτσι η θέση του στους Πέρσες, γνωρίζοντας το ψυχολογικό κλίμα που υπήρχε στην Ιωνία, κάλεσε τους Ίωνες να αγωνιστούν εναντίον των Περσών, με σκοπό να παίξει αυτός τον πρώτο ρόλο ως ηγέτης και σωτήρας των Ελλήνων.

Μολονότι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος που γνώριζε τις απεριόριστες δυνατότητες της Περσικής Αυτοκρατορίας προσπάθησε να αποτρέψει τους Έλληνες από την εξέγερση, η έκκληση του Αρισταγόρα έγινε με ενθουσιασμό δεκτή. Από τη Μίλητο η επανάσταση γρήγορα επεκτάθηκε και στις άλλες παραλιακές πόλεις.

Η επανάσταση θα μπορούσε να πετύχει μόνο αν η μητροπολιτική Ελλάδα τη θεωρούσε και δική της υπόθεση. Αλλά όταν ο Αρισταγόρας ήρθε για το σκοπό αυτό στην Ελλάδα (χειμώνα του 500-499 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες απέρριψαν την πρόταση του. Μόνο η Αθήνα έστειλε είκοσι πλοία και η Ερέτρια πέντε. Αυτή ήταν η μόνη βοήθεια που έδωσε η μητροπολιτική Ελλάδα. Η τύχη των Ιώνων είχε κριθεί.

Οι Έλληνες της Μ. Ασίας βέβαια δεν μπορούσαν να ζητήσουν από την Σπάρτη να στείλει δικούς της οπλίτες στην Ασία, ούτε τέθηκε άλλωστε τέτοιο ζήτημα. Αν όμως οι ναυτικές δυνάμεις της Πελοποννησιακής συμμαχίας, η Κόρινθος και η Αίγινα, είχαν στείλει τους στόλους τους και είχαν παρακινήσει έτσι με το παράδειγμά τους τους υπόλοιπους Έλληνες, ο πόλεμος θα είχε καταλήξει ίσως σε επιτυχία, όπως συνέβη είκοσι χρόνια αργότερα εναντίον του Ξέρξη, εφόσον μάλιστα οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας θα πολεμούσαν στο πλευρό των Ελλήνων της Μ. Ασίας ενώ αργότερα ήταν αναγκασμένοι να πολεμούν εναντίον τους.

Αλλά η Σπάρτη, εκτός από την ιστορικά δικαιολογημένη αποστροφή της προς εξωτερικές και μάλιστα υπερπόντιες επιχειρήσεις είχε και έναν άλλο λόγο για να μην επέμβει. Δεσμευόταν εξαιτίας των εχθρικών της σχέσεων με το Άργος (λίγο αργότερα μάλιστα διεξήγαγε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Άργους).

Η Αθήνα που βρισκόταν τότε ακόμη υπό την ηγεσία των Αλκμαιωνιδών ακολούθησε διαφορετική πολιτική, εκείνη που επέβαλλε η μεγάλη στιγμή, τόσο εξαιτίας της φυλετικής συγγένειας με τους Ίωνες όσο και από το φόβο μήπως επανέλθει ο Ιππίας. Οι φόβοι τους επαληθεύτηκαν γιατί λίγο αργότερα ήρθαν στην εξουσία οι τυραννόφιλοι που τήρησαν αυστηρή ουδετερότητα.

Για τους επαναστάτες ήταν ευτύχημα το γεγονός ότι η πολεμική μηχανή της τεράστιας σε έκταση Περσικής Αυτοκρατορίας προετοιμαζόταν με πολύ βραδύ ρυθμό. Έτσι κατόρθωσαν με την πρώτη επίθεση (το 499 π.Χ.) να καταλάβουν τις Σάρδεις των οποίων παρέδωσαν στις φλόγες ως και τα ιερά, που με πρόφαση αυτό αργότερα οι Πέρσες, έκαψαν και αυτοί τα ιερά των Ελλήνων.

Όταν στο Δαρείο έφτασε μήνυμα ότι οι Σάρδεις κυριεύτηκαν και πυρπολήθηκαν από τους Ίωνες και τους Αθηναίους, λένε, ότι όταν το έμαθε δεν έδωσε καμιά σημασία στους Ίωνες επειδή ήξερε καλά πως αυτοί δεν θα τα έβγαζαν πέρα με την αποστασία. Ρώτησε όμως ποιοι ήταν οι Αθηναίοι. Και όταν του είπαν, ζήτησε ένα τόξο, το πήρε, έβαλε ένα βέλος και ρίχνοντάς το στον ουρανό είπε : «Δία, δώσε μου να εκδικηθώ τους Αθηναίους». Μετά την ευχή αυτή πρόσταξε έναν υπηρέτη, όταν έβαζαν να δειπνήσει να του λέει τρεις φορές : «Κύριε, να θυμάσαι τους Αθηναίους».

Η λαμπρή αυτή επιτυχία είχε ως συνέπεια να προσχωρήσουν στην εξέγερση η Καρία, η Λυκία και η Κύπρος. Οι Αθηναίοι κατόπιν, απέσυραν τα πλοία τους, που βρίσκονταν στην Έφεσο γεγονός που προφανώς οφείλεται στις εσωτερικές πολιτικές μεταβολές που συνέβαιναν στην Αθήνα (την κατάληψη της εξουσίας δηλαδή από τους τυραννόφιλους).

Αργότερα όμως ο πόλεμος πήρε άλλη τροπή. Μολονότι ο ιωνικός στόλος νίκησε τον φοινικικό στο ύψος της Σαλαμίνας της Κύπρου, οι Πέρσες ανακατέλαβαν το νησί. Ύστερα απ’ αυτό, οι Πέρσες μοίρασαν τις ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις τους προκειμένου να υποτάξουν τις ελληνικές πόλεις, με αποτέλεσμα αυτές να χάσουν κάθε επαφή μεταξύ τους και να αναγκαστούν να πολεμούν καθεμιά χωριστά. Με ηρωικό σθένος οι επαναστάτες αντιστάθηκαν ακόμη μερικά χρόνια αντιμετωπίζοντας τις κατά πολύ ισχυρότερες δυνάμεις των Περσών ώσπου κατά τη ναυμαχία που έγινε στη Λάδη (495 π.Χ.) το ηθικό τους κατέρρευσε. Η στάση εναντίον των εκλεγμένων ηγετών, οι εσωτερικές έριδες και τελικά η φανερή προδοσία στη μάχη, είχαν ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική ήττα τους.

Το 494 π.Χ. η ως τότε βασίλισσα των ελληνικών πόλεων, η Μίλητος, καταλήφθηκε με έφοδο μετά από ναυτικό αποκλεισμό και καταστράφηκε εντελώς, μαζί με το ναό του Απόλλωνα στα Δίδυμα. Τον πληθυσμό μετέφεραν οι Πέρσες στα Σούσα, και εγκατέστησαν κατόπιν κοντά στις εκβολές του Τίγρη. Τον επόμενο χρόνο οι Πέρσες υπέταξαν και τις τελευταίες πόλεις που ως τότε αντιστέκονταν και επέβαλαν εκ νέου το παλαιό σατραπικό καθεστώς, χωρίς όμως να αυξήσουν τους φόρους.

Τελετές στην Αρχαία Ελλάδα

ΣΥΜΒΟΛΑ

Η Ελληνική Θρησκεία χαρακτηρίζεται για τα πλούσια σύμβολά της. Από το 3000 π.Χ. βρίσκουμε ίχνη του Μεσογειακού Πολιτισμού με κέντρο την Κρήτη, που εξαπλώθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα από τις Μυκήνες. Σύμβολα του κρητο-μυκηναϊκού πολιτισμού είναι οι πέτρες σε μορφή στηλών, τα βουνά, τα σπήλαια, τα ιερά δέντρα, οι βράχοι, ο αριθμός 3 και ιερά ζώα όπως ο ταύρος, τα φίδια, τα περιστέρια, οι αίγες. Η Θεά Μητέρα έχει ως σύμβολο αγάλματα με έντονα τα στοιχεία της γονιμότητας (στήθη και μεγάλες λαγόνες, φίδια γύρω από τα χέρια, τα στήθη και την κόμη της). Η ασπίδα επίσης είναι σύμβολο της πολεμικής όψης της Μεγάλης Θεάς. Ο σταυρός με το ρωμαϊκό του σχήμα, αλλά και ως αγκυλωτός σταυρός, βρίσκεται χαραγμένος στο μέτωπο των ταύρων ή στο γλουτό μιας Θεάς ή σκαλισμένος σε σφραγίδες ή σε μάρμαρα των βασιλικών ανακτόρων. Το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο του μινωικού πολιτισμού είναι ο διπλός πέλεκυς ή λάβρυς, όργανο θυσίας και ιερό όπλο του κρητικού Δία. Στη μυκηναϊκή θρησκεία πολλά σύμβολα είναι κοινά με της μινωικής, όπως τα κέρατα του ταύρου ή ο ίδιος ο ταύρος. Κοινό σύμβολο όλων των φάσεων της αρχαιοελληνικής Θρησκείας ήταν το Ιερό Πυρ, που έκαιγε πάντα άσβεστο προς τιμή των εφέστιων και πολιούχων Θεών, καθώς και των ψυχών των προγόνων. Ο Ουρανός, η Γη, ο Ήλιος, η Σελήνη, τα Άστρα, τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα και τα στοιχεία της φύσης συμβολίζουν τις ενέργειες των Θεών με τους οποίους συνδέονται. Τα κτερίσματα των τάφων μαρτυρούν τη σύνδεση του σκύλου και του φιδιού με τις επικήδειες λατρείες. Τα άλογα συνδέονται με την Ηλιακή λατρεία και τον Απόλλωνα. Ο ταύρος ήταν ιερός, συμβόλιζε το Δία, ενώ η ιερή αγελάδα συνδέεται με τη "βοώπιδα Ήρα". Ο χοίρος είναι σύμβολο γονιμότητας και θυσιάζεται στις τελετές της Δήμητρας, του Διόνυσου, του Ερμή. Τα φίδια ως σύμβολα εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι την Αθήνα του 5ου αιώνα. Είναι τα ιερά ερπετά της Θεάς Αθηνάς και μάλιστα ένα ιερό φίδι κατοικεί στην Ακρόπολη, στο ναό της Θεάς. Ακόμα το φίδι είναι σύμβολο του Θεού της Ιατρικής Ασκληπιού, του Ερμή και του Απόλλωνα. Οι Πυθικοί Αγώνες θεσπίστηκαν προς τιμή του νεκρού Πύθωνα των Δελφών. Το Κηρύκειο του Ερμή αποτελείται από ένα κεντρικό κλαδί - άξονα, γύρω από το οποίο είναι περιτυλιγμένα δυο φίδια και είναι σύμβολο της ένωσης μεταξύ του ανώτερου και του κατώτερου κόσμου. Ο ίδιος ο Δίας, σε κάποιες εκδοχές μύθων, ήταν ένα τρομερό Φίδι. Τα άλογα και οι ταύροι είναι σύμβολα της θαλάσσιας δύναμης του Θεού Ποσειδώνα. Τα "Παλλάδια" ήταν πέτρες που συμβόλιζαν τη Θεά Αθηνά, της οποίας άλλα σύμβολα ήταν η αγριελιά και η κουκουβάγια. Το παγώνι, σύμβολο του έναστρου ουρανού, συνδέθηκε με τη Θεά Ήρα. Σημαντικά σύμβολα είναι τα άγρια ζώα, οι μεγάλες δυνάμεις της Φύσης, που περιστοιχίζουν τη Μεγάλη Μητέρα με την όψη της "Πότνιας Θηρών".

ΤΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Πολύ πλούσιες τελετές και εντυπωσιακές γιορτές συναντάμε όμως σε όλο τον τότε γνωστό ελληνικό κόσμο. Θα παρουσιάσουμε εδώ κάποιες από τις βασικότερες τελετές που ήταν δεμένες με την κοινωνική ζωή των δύο πιο σημαντικών Ελληνικών πόλεως την Σπάρτη και την Αθήνα. Σε μερικές θα συναντήσουμε κάποια στοιχεία που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας κλεισμένα όμως στην θρησκεία που επικράτησε αργότερα, τον Χριστιανισμό. Πάντως πέρα από αυτές τις συγκεκριμένες που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε, υπάρχουνε πάρα πολλές άλλες που αφορούν την λατρεία θεών με αφιερωμένους αγώνες μουσικούς και αθλητικούς, οι οποίοι αγώνες όμως είχαν και σαν στόχο να εντάξουν τους νέους στην κοινωνία και να τους εκπαιδεύσουνε μέσα από την ευγενείς άμιλλα. Ξεκινάμε από τις τελετές που είχαν σχέση με τον πιο σημαντικό θεσμό της αρχαιότητας που ήταν τα "Μυστήρια". Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να παραβλέψουμε τα μυστήρια της Σαμοθράκης που θεωρούνται από τα παλαιότερα και στα οποία μυήθηκε και Φίλιππος της Μακεδονίας

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ

Τελετή Μύησης: Γινόταν πάντα νύχτα κάτω από το φως των δαυλών. Οι υποψήφιοι Μύστες προχωρούσαν στο σκοτάδι κρατώντας λυχνάρια στα χέρια τους, ένα σύμβολο εσωτερικού φωτός που τους βοηθούσε να διώξουν τα σκοτάδια της άγνοιας και της ύλης. Αρχικά προετοιμάζονταν σε ένα δωμάτιο που ονομαζόταν "Ιερή Οικία",εκεί τους φορούσαν έναν χιτώνα μάλλον μαύρου χρώματος Καθώς έπρεπε να προχωρήσουν για να φτάσουν στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου, περνούσαν πρώτα μπροστά από τον ιερό βράχο, ο οποίος ήταν χωμένος στο βάθος ενός στρογγυλού λάκκου και εκεί κάνανε σπονδές για να έχουν την συμπαράσταση των χθόνιων θεών. Επειτα έπρεπε να κάτσουν πάνω σε μια στρογγυλή εξέδρα που ήταν τοποθετημένη μπροστά στην κεντρική είσοδο και παρακολουθούσαν από εκεί ιερούς τελετουργικούς χορούς και ύμνους που προετοιμάζανε την συνείδησή τους για αυτό που θα συνέβαινε. Στη συνέχεια οδηγούσαν τον υποψήφιο Μύστη στην βόρεια αίθουσα του ανακτόρου όπου και θα λάβαινε χώρα η πραγματική δοκιμασία. Εκεί παρακολουθούσε τελετουργικές παραστάσεις και του αποκαλύπτονταν ιερά σύμβολα τα οποία έπρεπε ο ίδιος έπειτα να ερμηνεύσει. Ο χρόνος όπου γινόταν οι τελετές μύησεις ήταν 9 μέρες. Σε κείνες τις 9 μέρες το νησί πενθούσε και δεν άναβε κανένα φως πουθενά. Αυτές οι 9 μέρες συνοδεύονταν και από νηστεία. Ωσπου έφτανε την τελευταία μέρα το νέο φως που ερχόταν με καράβι από το ιερό νησί της Δήλου. Οι άνθρωποι περιμένανε στο λιμάνι να έρθει το πλοίο από όπου έπαιρναν φως και με αυτό τον τρόπο ξυπνούσε και η εσωτερική τους ανανέωση.

ΕΛΕΥΣΙΝΑ

Η τελετή των Μεγάλων Μυστηρίων της Ελευσίνας είχε διάρκεια 9 μέρες. Την πρώτη μέρα έβγαζαν οι ιερείς από τον ναό τα ιερά απόρρητα και τα απόθεταν στο ιερό της αγοράς το οποίο και ονομαζόταν για αυτό τον λόγο " Ελευσίνιον το εν Αστυ" Με την πανσέληνο κηρύσσονταν από τον ιεροκήρυκα η "παρόρμισιν" που σήμαινε την έναρξη των Μυστηρίων. Την επομένη οι υποψήφιοι Μύστες ντυμένοι στα λευκά και μαζί με τους χοίρους που θα προσφέρανε για θυσία στη θεά Δήμητρα μπαίνανε στη θάλασσα για να καθαρθούν. Η κύρια τελετή ξεκινούσε με μια εντυπωσιακή πομπή προς την Ελευσίνα Μπροστά πηγαίνανε οι ιερείς και οι Μύστες οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους ράβδο από πλεγμένα κλαδιά (τον βάκχιλο) ακολουθούσαν οι πολιτικοί άρχοντες και ο λαός. Η πομπή περνούσε από μια γέφυρα όπου υπήρχαν κάποιοι μασκοφόροι καθισμένη σε μια γέφυρα οι οποίοι τους έβριζαν από μακριά. (Αυτή η διαδικασία ίσως να συμβόλιζε την δύναμη που πρέπει η ψυχή ώστε οι δύσκολες καταστάσεις που θα συναντήσει να μην μπορέσουν εύκολα να την βγάλουν από τον δρόμο της). Όταν η πομπή έφτανε στο ιερό, τοποθετούσαν τον Ιακχο (ένα άγαλμα που βάζανε μπροστά στην πομπή) και ύστερα χόρευαν και τραγουδούσαν οι Μύστες. Ακολουθούσαν προσφορές θυσιών και γλυκισμάτων, και έφτανε η νύχτα των Μυστηρίων. Οι υποψήφιοι Μύστες μπαίνανε στο Τελεστήριο για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα που ήταν η αναπαράσταση του Μύθου της Περσεφόνης.

ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ

Γιορταζόταν κάθε 4 χρόνια τον μήνα Εκατομβαίων (γύρω στις 15 Αυγούστου). Η διάρκεια ήταν 4-10μέρες και ήταν φυσικά αφιερωμένα στην Αθηνά. Ξεκινούσε με χορούς και τραγούδια νέων και νεανίδων πάνω στον ιερό βράχο Την επομένη γινόταν κι εδώ μια μεγάλη πομπή η οποία ξεκινούσε από τον Κεραμικό και κατέληγε στην Ακρόπολη. Στην τελετή συμμετείχε σχεδόν όλος ο Αθηναϊκός λαός. Νέοι και νέες κρατούσαν κλαδιά ελιάς και προσφορές διάφορες για την Αθηνά μέσα σε υδρίες, καλάθια κ.α. όπως βλέπουμε στις αναπαραστάσεις. Την πομπή ακολουθούσαν και ιππείς και άρματα καθώς επίσης και τα ζώα που θα θυσιάζονταν στην Εκατόμβη. Στην κεφαλή της πομπής αυτής ήταν "το πέπλο" της Αθηνάς, το οποίο το είχανε κεντήσει με αναπαραστάσεις της θεάς από την γιγαντομαχία. Το πέπλο βρισκόταν τοποθετημένο πάνω σε μια τριήρη σε ρόδες δεμένο σαν ιστίο. Όταν έφθαναν στην Ακρόπολη το πρόσφεραν στο μεγάλο άγαλμα της θεάς που βρισκόταν εκεί, και έπειτα ξεκινούσαν τις σφαγές των ζώων και τις ετοιμασίες για τις θυσίες. Την τελετή έκλεινε το μεγάλο φαγοπότι που ακολουθούσε τις θυσίες και το ψήσιμο τόσων σφαγείων. Ολος ο λαός καθόταν σε στυλ πικνίκ σε διάφορα σημεία διασκορπισμένος κάτω από δέντρα, ενώ τα πιο σημαντικά πρόσωπα και ιδιαίτερα οι επίσημοι προσκεκλημένοι άλλων πόλεων φιλοξενούνταν σε ειδικά κατασκευασμένες τραπεζαρίες. Την επομένη γινόταν οι αθλητικοί αγώνες και άλλοι όπως π.χ λαμπαδηφορία (δηλαδή σκυταλοδρομία από τον βωμό του Προμηθέα που ήταν στην Ακαδημία έως την Ακρόπολη) ή ευανδρία (δηλαδή ένα είδος καλλιστεία ανδρών)κ.α.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ

Αυτή την τελετή την συναντάμε στην Σπάρτη. Πριν ξεκινήσει η μάχη με τον εχθρό, στεκόταν οι στρατιώτες σε παράταξη, έχοντας στα πόδια τους μπροστά τα κράνη και τις ασπίδες τους. Ο Βασιλιάς τελούσε εκείνη την στιγμή μια θυσία στην Άρτεμη, τον Απόλλωνα και τις Μούσες. Σε όλη την διάρκεια της θυσίας, παιζόταν από αυλητές ένας παιάνας προς τιμήν των Διόσκουρων και των προγόνων τους. Αφού οι Μάντεις ολοκλήρωναν την μελέτη των σφαγείων, οι πολεμιστές ξαναφορούσαν τις περικεφαλαίες και τις ασπίδες τους και βάδιζαν προς τον εχθρό ενώ έψελναν δυνατά τον παιάνα.

ΤΕΛΕΤΗ ΤΟΥ θΑΝΑΤΟΥ

Από τα χρόνια του μύθου συναντάμε στην αρχαία Ελλάδα την καύση των νεκρών ως πιο διαδεδομένη, από τον 7ο αι. και μετά εμφανίζεται και η σκέτη ταφή. Πάντως σε γενικές γραμμές αυτό που συνηθιζόταν σε όλες τις ελληνικές πόλεις ήταν περισσότερο η καύση του νεκρού και ακολουθούσε η ταφή της τέφρας με την απόθεση κτερισμάτων. Γίνονταν επικλήσεις στον Ερμή ως ψυχοπομπό, στο στόμα του νεκρού, και αφού πρώτα πλένανε όλο το σώμα του, τοποθετούσαν ένα κέρμα για τον Άδη. Συνηθιζόταν να ακούγονται επικήδειοι σαν τελευταία επαφή με τον νεκρό. Στόλιζαν πρώτα τον τάφο με κορδέλες και στεφάνια από σέλινο, έπειτα ρίχνανε από πάνω λουλούδια και μύρο καθώς επίσης και ένα μίγμα από μέλι γάλα και κρασί (το μελίκρατον). Επίσης καίγανε αποξηραμένα άνθη ή στάχυα, καθώς επίσης σπάζανε πήλινα αγγεία (ένα έθιμο που έφτασε μέχρι τις μέρες μας). Θυσίες κάνανε στα τριήμερα και στα εννιάμερα καθώς επίσης και στα 30ντάμερα (τα δικά μας 40). Το "Περίδειπνο" ακολουθούσε την ταφή και ήταν η συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Στην Σπάρτη το πένθος διαρκούσε έως 10 μέρες, ενώ στην Αθήνα ολοκληρώνονταν με την "τριακάδα θυσία" δηλαδή 30 μέρες.

ΤΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Γινόταν συνήθως το μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριος). Θα ξεκινήσουμε με την τελετή μόνο του γάμου έτσι όπως ήταν στην αρχαία Αθήνα. Ο Γάμος ξεκινούσε με μια τελετή εξαγνισμού της νύφης. Μέσα σε μια υδρία έφερναν νερό από το ποτάμι της καλλιρόης, και έλουζαν με αυτό την νύφη. Το γενικό πρόσταγμα το είχε μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας, την οποία ονόμαζαν "νυμφοστόλο". Παράλληλα με τον στολισμό της νύφης , στο σπίτι συγκεντρώνονταν φίλοι και συγγενείς που έφερναν δώρα. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του γάμου, που το βλέπουμε και στις διάφορες αναπαραστάσεις, είναι ο πέπλος που σκέπαζε το πρόσωπο της νύφης. Στην συνέχεια αφού είχε στολιστεί η νύφη με δαχτυλίδια περιδέραια κλπ, αφού είχε βάλει το πέπλο και ένα στεφάνι στα μαλλιά της ξεκινούσε η κυρίως τελετή. Όλοι μαζεύονταν μπροστά στο βωμό του Δία και της Ήρας και του Υμέναιου (γαμήλιοι θεοί) και έκαναν προσφορές και θυσίες. Ακολουθούσε ένα μεγάλο φαγοπότι στην μεγάλη αίθουσα του σπιτιού, όπου οι άντρες καθόταν από την μια πλευρά και οι γυναίκες από την άλλη. Όταν άρχιζε να νυχτώνει ξεκινούσανε σαν πομπή με τα δώρα και την προίκα και πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Την στιγμή που η νύφη έμπαινε μέσα όλοι της πετούσαν ξερά σύκα και καρύδια. Έπειτα της πρόσφερε (πιθανά η πεθερά) ένα κυδώνι ή ένα χουρμά, σύμβολα γονιμότητας. Το ζευγάρι έμπαινε στον κοιτώνα τους όπου θα επακολουθούσε η αποκάλυψη του πέπλου και οι απ' έξω τραγουδούσαν το "επιθαλάμιον" ένα τραγούδι ειδικό για την περίσταση και έφευγαν. Έτσι τελείωνε και η τελετή. Στην Σπάρτη τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Ο γάμος αντιστοιχούσε κι στο στυλ ζωής της Σπάρτης. Ήταν σημαντικός και ήταν ντροπή για κάποιον σπαρτιάτη να μείνει ανύπαντρος και χωρίς παιδιά. Έτσι λοιπόν όταν έφτανε στην ηλικία των 30 άρπαζε την νύφη και την πήγαινε στο σπίτι του. Εκεί περίμενε ήδη μια γυναίκα η "νυμφεύτρια" η οποία την έπαιρνε και της κούρευε τα μαλλιά σύρριζα. Της φορούσε ένα χοντρό τσουβάλι για νυφικό και κάτι χοντροπάπουτσα και της έβαζε να ξαπλώσει σε ένα κρεβάτι με άχυρα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Εκεί η νύφη περίμενε υπομονετικά τον γαμπρό. Εκείνος όταν έφευγε από το αντρικό συσσίτιο στο οποίο δειπνούσε κάθε βράδυ, έμπαινε σαν κλέφτης στο δωμάτιο της έβγαζε το τσουβάλι και ξάπλωνε για λίγο μαζί της, και μετά έφευγε να κοιμηθεί στον στρατώνα μαζί με τους συντρόφους του. Γενικά στην Σπάρτη η υπόθεση του γάμου ήταν κάτι το οποίο εξελισσόταν στα σκοτεινά.

Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ

Η τελετή της βάπτισης στην Αρχαία Αθήνα γινόταν συνήθως την πέμπτη έβδομη και δέκατη μέρα από την γέννηση του παιδιού. Η τελετή ονομαζόταν "αμφιδρόμια" Πρώτα κρεμούσαν έξω από την πόρτα ένα κλαδί ελιάς για το αγόρι ή μια μάλλινη εσάρπα για το κορίτσι. Σύμβολα ανδρείας και προκοπής αντίστοιχα. Μετά γινόταν καθαρμοί για όλους τους συγγενείς. Μια τροφός έπαιρνε το παιδί και έτρεχε μαζί του γύρω από τον κεντρικό βωμό της εστίας. Έτσι παρουσιάζονταν στην θεά και γινόταν και η επίσημη εισαγωγή του στην κοινωνική ομάδα. Την δέκατη μέρα συγκεντρώνεται πάλι η οικογένεια με τους συγγενείς για θυσία και συμπόσιο. Είναι και η στιγμή όπου ο πατέρας δίνει στο παιδί του όνομά του και οι υπόλοιποι δίνουν δώρα και φυλακτά στο παιδί.

Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και πολιτικοί: Ο Ξενοφώντας


O Ξενοφώντας καταγόταν από πλούσια αθηναϊκή οικογένεια, πήρε αριστοκρατική αγωγή κι έγινε μαθητής του Σωκράτη. Στις πολιτικές του πεποιθήσεις ήταν εχθρός του δημοκρατικού πολιτεύματος και θαυμαστής του σπαρτιατικού τρόπου ζωής. Πιστεύεται ότι ύστερα από το ολιγαρχικό πραξικόπημα του 404 π.Χ. και την εγκαθίδρυση των τριάντα τυράννων, ο Ξενοφώντας ήταν με το μέρος τους και πολέμησε στις γραμμές του ιππικού τους. Μετά την επαναφορά της δημοκρατίας πήρε μέρος στον πόλεμο που κήρυξε ο Κύρος ο νεότερος, διεκδικητής του περσικού θρόνου (ενάντια στον αδελφό του Αρταξέρξη το 2ο βασιλιά των Περσών), και πολέμησε μαζί με τους έλληνες μισθοφόρους. Όταν σκοτώθηκε ο Κύρος, οι έλληνες μισθοφόροι βρέθηκαν αναγκασμένοι να κάνουν μια πολύ επικίνδυνη πορεία. Στον καιρό της πορείας αυτής ο Ξενοφώντας διοικούσε όλο το τμήμα των μισθοφόρων. Όταν γύρισε στις θρακικές ακτές, κατατάχτηκε στο σπαρτιατικό στρατό. Γι΄ αυτό το λόγο καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια εξορία από τη συνέλευση (εκκλησία) του αθηναϊκού δήμου.

Ο Ξενοφώντας είναι θαυμαστής του σπαρτιατικού τρόπου ζωής. Στα "Ελληνικά" εισάγει τις σπαρτιατικές απόψεις και εξιδανικεύει υπερβολικά τον Αγησίλαο, που κάτω από τη διοίκησή του υπηρέτησε στο σπαρτιατικό στρατό. Ύστερα από το κλείσιμο της ανταλκίδειας ειρήνης ο Ξενοφώντας εγκαταστάθηκε στο κτήμα του στην Πελοπόννησο, κοντά στην Ολυμπία, και αφιέρωσε όλο τον ελεύθερο χρόνο του στη συγγραφή των φιλολογικών του έργων. Μετά τον πόλεμο της Σπάρτης ενάντια στη Βοιωτική ομοσπονδία αναγκάστηκε να μετοικίσει στην Κόρινθο. Σ΄ αυτό τον καιρό οι σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη άλλαξαν και η απόφαση για την εξορία του Ξενοφώντα ακυρώθηκε. Παρ΄ όλα αυτά όμως δεν εγκαταστάθηκε τελικά στην Αθήνα. Ο Ξενοφώντας ήταν ένας από τους πιό γόνιμους έλληνες συγγραφείς. Ανάμεσα σ΄ όλα τα έργα του, το πιό σημαντικό για τη μελέτη των γεγονότων της ελληνικής ιστορίας του 4ου αιώνα π.Χ. είναι τα "Ελληνικά". Τα "Ελληνικά", που συντάχτηκαν σα συνέχεια του έργου του Θουκυδίδη και οι πρώτες γραμμές τους είναι "Υστερα από μερικές μέρες έφτασε ο Θυμοχάρης με μερικά καράβια από την Αθήνα..." - συνεχίζουν ακριβώς το χωρίο, όπου είχε σταματήσει ο Θουκυδίδης. (σσ Αυτή η γνώμη υποστηρίζεται από ορισμένους ερευνητές, που υποθέτουν ότι πρίν από τα λόγια του αποσπάσματος ήταν μια εισαγωγή που είτε χάθηκε αργότερα είτε την παρέλειψαν οι συντάκτες των "Ελληνικών". Βλ. Ξενοφώντα "Ελληνικά", μετάφραση και σχόλια Σ. Ι. Λουριέ, στα Ρωσικά το 1935, σελ. 213-214).

Τα "Ελληνικά" χωρίζονται σε εφτά βιβλία. Αρχίζουν με τα γεγονότα του 411 και τελειώνουν με τη μάχη της Μαντίνειας (362). Το ύφος δεν είναι σ΄ όλο το έργο το ίδιο. Το πρώτο μέρος - τέλος του πελοποννησιακού πολέμου - είναι γραμμένο σ΄ ένα ύφος τραχύ με αυστηρή χρονολογική τάξη, κατά μίμηση του Θουκυδίδη. Ομως στη διήγηση για τη δίκη των αθηναίων στρατηγών των νικητών στις Αργινούσες, που εκτελέστηκαν ύστερα από απόφαση της εκκλησίας του δήμου, ο συγγραφέας κάνει μια ζωντανή αφήγηση και δίνει πολλές λεπτομέρειες. Πιό κάτω η έκθεση πλαταίνει. Μπαίνουν ομιλίες, παρεκβάσεις και μερικές φορές το έργο του Ξενοφώντα μοιάζει με απομνημονεύματα. Υποθέτουν ότι τα "Ελληνικά" γράφτηκαν σε διαφορετικές περίοδες. Ο Ξενοφώντας άρχισε το έργο του αμέσως ύστερα από το 403 και το τελείωσε στα γηρατιά του, την έβδομη δεκαετηρίδα του 4ου αιώνα π.Χ.

Ο Ξενοφώντας είναι από πολλές απόψεις κατώτερος από τον προγενέστερό του ιστορικό, το Θουκυδίδη. Σε διάκριση από το Θουκυδίδη, ο Ξενοφώντας αποδίδει μεγάλη σημασία στην επέμβαση του θείου. Πιστεύει στα όνειρα, στους χρησμούς και ο ίδιος δεν επιχειρεί τίποτε σοβαρό, χωρίς να συμβουλευτεί τη θέληση του θείου. Δε μπόρεσε να υψωθεί ούτε ως την κατανόηση του ρόλου της προσωπικότητας, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του Θουκυδίδη. Στον Ξενοφώντα η ιστορία υποβιβάζεται συχνά σε πάλη ανάμεσα στα ξεχωριστά πρόσωπα, σε ιστορία των στρατηλατών. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε τον υποκειμενικό χαρακτήρα των έργων του Ξενοφώντα. Το έργο του είναι διαποτισμένο από το θαυμασμό για το σπαρτιατικό τρόπο ζωής (φιλολάκων). Υπερβάλλει και υπερεκτιμά το ρόλο του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου, αρχηγού και προστάτη του. Παραλείπει μια σειρά περιστατικά, χωρίς αμφιβολία συνειδητά. Σε μερικές περιπτώσεις ο Ξενοφώντας είναι υπερβολικά σύντομος. Ο.χ., δε μιλάει καθόλου για το σχηματισμό της δεύτερης ναυτικής αθηναϊκής συμμαχίας (378), και αναφέρει μόνο πεταχτά τη σημαντική ναυμαχία της Κνίδου (394), που τελείωσε με την ήττα των Σπαρτιατών. Το ρόλο του Πελοπίδα και του Επαμεινώνδα, εμπνευστών της Βοιωτικής ομοσπονδίας, που πάλεψαν ενάντια στη Σπάρτη, τον αποσιώπησε.

Παρ΄ όλες αυτές τις ελλείψεις τα "Ελληνικά" του Ξενοφώντα έχουν μια σειρά προτερήματα. Βρίσκουμε σ΄ αυτά αυθεντικό υλικό. Ο Ξενοφώντας έγραψε πολλά από προσωπικές αναμνήσεις κι επειδή είχε φιλικές σχέσεις με διάφορους, μεγάλους πολιτικούς άνδρες της εποχής, ήταν καλά πληροφορημένος. Ο Ξενοφώντας έγραψε σε γλώσσα απλή και καθαρή, γι΄ αυτό θεωρούνταν πάντα ένας καλός στυλίστας και στην αρχαιότητα είχε ονομαστεί για την απλή και στρωτή έκθεσή του "αττική μέλισσα". Τα "Ελληνικά" του Ξενοφώντα είναι ως ένα βαθμό απομνημονεύματα. Κι ένα άλλο έργο του Ξενοφώντα, η "Κύρου Ανάβασις" έχει επίσης χαρακτήρα απομνημονευμάτων. Στο έργο αυτό περιγράφεται η εκστρατεία ενός τμήματος ελλήνων μισθοφόρων στα βάθη του περσικού βασιλείου: η πάλη τους στο πλευρό του Κύρου του νεότερου, η μάχη στα Κούναξα κι ύστερα η σκληρή πορεία τους από τη Μεσοποταμία ως τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ξενοφώντας υπερβάλλει το ρόλο του σ΄ αυτή την εκστρατεία. Τα ίδια τα γεγονότα, που περιγράφτηκαν από τον Ξενοφώντα στην "Ανάβασή" του, έχουν δευτερεύουσα σημασία. Για τον ιστορικό έχει μεγαλύτερη αξία η περιγραφή των περιοχών που πέρασε το τμήμα, καθώς και η περιγραφή της ζωής και της ψυχολογίας του στρατού των ελλήνων μισθοφόρων, που αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Η πραγματεία του Ξενοφώντα "Κύρου Παιδεία", που μιλάει για την αγωγή του Κύρου του νεότερου, αποτελεί ένα ιδιόμορφο ουτοπικό μυθιστόρημα, που καθρεφτίζει τις μοναρχικές τάσεις του Ξενοφώντα και που απ΄ την άποψη αυτή είναι ο πρόδρομος των μελλοντικών δημοσιολόγων της ελληνιστικής εποχής. Στην πραγματεία του "Λακεδαιμονίων Πολιτεία" ο Ξενοφώντας εξιδανικεύει το πολιτικό καθεστώς της Σπάρτης. Παρά το μεροληπτικό χαρακτήρα του αυτό το έργο είναι αξιόλογο για την ιστορία της Σπάρτης, που δεν έχει αναπαρασταθεί ικανοποιητικά από τις πηγές που διαθέτουμε. Για την ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας και για το χαρακτηρισμό του αθηναϊκού τρόπου ζωής είναι αξιόλογο το έργο του "Σωκράτους Απομνημονεύματα". Ο Σωκράτης ήταν δάσκαλος του Ξενοφώντα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε ότι δε μας αποδίδει καθόλου με ακρίβεια τη φιλοσοφική διδασκαλία του Σωκράτη, που φαίνεται ότι δεν την κατάλαβε αρκετά καλά. Για την οικονομική ιστορία της Ελλάδας είναι αξιοσημείωτο το έργο του Ξενοφώντα "Οικονομικός λόγος" ή "Περί οικονομίας". Η μελέτη αυτή είναι μια συζήτηση πάνω στα πιό κατάλληλα μέσα για τη διεύθυνση της οικονομίας. Είναι επίσης αξιόλογη η μελέτη "Πόροι ή περί προσόδων της αθηναϊκής πολιτείας και αυξήσεως αυτών", όπου μιλάει για το πώς πρέπει να αναδιοργανωθούν τα οικονομικά της Αθήνας, χωρίς να επιβαρυνθούν οι σύμμαχοι. Ομως σχετικά με το έργο αυτό αμφισβητείται πολλές φορές η πατρότητα του Ξενοφώντα, αλλά χωρίς σοβαρές αποδείξεις.

Σύγχρονος του Ξενοφώντα ήταν ο φιλόσοφος Πλάτωνας (427-347) που τα έργα του έχουν μεγάλη σημασία όχι μονάχα για την ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά και για την κοινωνικοπολιτική ιστορία. Ο Πλάτωνας έχει εκθέσει τις κοινωνικοπολιτικές απόψεις του σε δυό έργα: "Πολιτεία" και "Νόμοι". Ο Πλάτωνας είναι από πεποίθηση αντίπαλος της δημοκρατίας και γι΄ αυτό το έργο του μας δίνει μεροληπτική εικόνα, αν και ζωντανή, της πολιτικής ζωής της εποχής του. Ο Πλάτωνας, που έζησε σε μια περίοδο οξυμένης ταξικής πάλης στην Αθήνα, είχε τη γνώμη ότι η δημοκρατία οδηγούσε το αθηναϊκό κράτος στο γκρεμό κι επεξεργάστηκε ένα σχέδιο ιδανικού κράτους, ένα σχέδιο που ανταποκρινόταν στα ταξικά συμφέροντα της αριστοκρατίας. Υστερα από τον Πλάτωνα ο μαθητής του Αριστοτέλης, αναπτύσσει το θέμα για το κράτος. Σ΄ αντίθεση με το δάσκαλό του, ο Αριστοτέλης προσπαθεί να διατυπώσει τα συμπεράσματά του για το κράτος, πάνω στη βάση της ανάλυσης της ιστορίας και της πολιτικής διάρθρωσης των διαφόρων κρατών. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του έγραψαν 150 μελέτες αφιερωμένες στις διάφορες πολιτείες-κράτη. Αυτά τα έργα θεωρούνταν χαμένα, αλλά στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα βρέθηκε ανάμεσα σε παπύρους το κύριο έργο αυτού του είδους, η πραγματεία του Αριστοτέλη "Αθηναίων πολιτεία".
Απο το ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ