Περσικοί Πόλεμοι: Η Ιωνική επανάσταση

Οι Έλληνες των αποικιών της Μ. Ασίας οι οποίοι είχαν ενσωματωθεί στην Περσική Αυτοκρατορία -ανήκαν στην σατραπεία της Ιωνίας που υπαγόταν στον σατράπη των Σάρδεων- ήταν αναγκασμένοι ως υποτελείς υπήκοοι να πληρώνουν φόρους και να ακολουθούν τους Πέρσες στις πολεμικές επιχειρήσεις τους. Ωστόσο η αυξανόμενη πίεση εκ μέρους της Περσίας τους έκανε να νοσταλγούν-με την πάροδο του χρόνου περισσότερο- την χαμένη ελευθερία.

Δεν είχαν χάσει μόνο την πολιτική ανεξαρτησία, αλλά και την κυριαρχία στο εσωτερικό, δηλαδή το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, την αυτονομία. Η Περσία ευνοούσε παντού την κατάληψη της εξουσίας από τυράννους, οι οποίοι καταδυνάστευαν τις ελληνικές πόλεις σαν να ήταν Πέρσες τοποτηρητές.

Στο οικονομικό πεδίο επίσης αισθάνονταν οι Έλληνες της Μ. Ασίας διαρκώς εντονότερη την πίεση της Περσικής Αυτοκρατορίας και είχαν μάλιστα χάσει μερικές απόμακρες, σημαντικές για το εμπόριό τους, θέσεις, όπως η Ναύκρατις. Με την εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών (513 π.Χ.) και την υποταγή κατόπιν της νότιας θρακικής παραλίας ως τον Στρυμόνα, που είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθουν στην Περσική κυριαρχία και η βόρεια παραλία του Ελλησπόντου και της Προποντίδας, όπως επίσης οι δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου, η οικονομική επιρροή των Ιώνων περιορίστηκε ακόμη περισσότερο. Οι προσπάθειες μερικών πόλεων, όπως το Βυζάντιο, η Χαλκηδών, η Πέρινθος κ.ά., να αποφύγουν την περσική κατοχή, δεν είχαν τότε καμιά επιτυχία.

Για τους πολιτικούς, εθνικούς και οικονομικούς αυτούς λόγους υπήρχε από χρόνια στον πληθυσμό των μικρασιατικών αποικιών αναβρασμός, χωρίς όμως να εκδηλώνεται φανερά, έως ότου το 500 π.Χ. οι Ίωνες της Μ. Ασίας μαζί με τη Σάμο, τη Χίο και τη Λέσβο, υποκινηθέντες από τον τύραννο της Μιλήτου Αρισταγόρα, εξεγέρθηκαν προς αποτίναξη του Περσικού ζυγού.

Ο φιλόδοξος Αρισταγόρας (αντικαθιστούσε τον Ιστιαίο που είχε μετακληθεί στα Σούσα) είχε παρακινήσει τον σατράπη των Σάρδεων Αρταφέρνη να οργανώσει κοινή ιωνική-περσική εκστρατεία εναντίον της Νάξου. Όταν όμως η εκστρατεία του απέτυχε και κλονίστηκε έτσι η θέση του στους Πέρσες, γνωρίζοντας το ψυχολογικό κλίμα που υπήρχε στην Ιωνία, κάλεσε τους Ίωνες να αγωνιστούν εναντίον των Περσών, με σκοπό να παίξει αυτός τον πρώτο ρόλο ως ηγέτης και σωτήρας των Ελλήνων.

Μολονότι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος που γνώριζε τις απεριόριστες δυνατότητες της Περσικής Αυτοκρατορίας προσπάθησε να αποτρέψει τους Έλληνες από την εξέγερση, η έκκληση του Αρισταγόρα έγινε με ενθουσιασμό δεκτή. Από τη Μίλητο η επανάσταση γρήγορα επεκτάθηκε και στις άλλες παραλιακές πόλεις.

Η επανάσταση θα μπορούσε να πετύχει μόνο αν η μητροπολιτική Ελλάδα τη θεωρούσε και δική της υπόθεση. Αλλά όταν ο Αρισταγόρας ήρθε για το σκοπό αυτό στην Ελλάδα (χειμώνα του 500-499 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες απέρριψαν την πρόταση του. Μόνο η Αθήνα έστειλε είκοσι πλοία και η Ερέτρια πέντε. Αυτή ήταν η μόνη βοήθεια που έδωσε η μητροπολιτική Ελλάδα. Η τύχη των Ιώνων είχε κριθεί.

Οι Έλληνες της Μ. Ασίας βέβαια δεν μπορούσαν να ζητήσουν από την Σπάρτη να στείλει δικούς της οπλίτες στην Ασία, ούτε τέθηκε άλλωστε τέτοιο ζήτημα. Αν όμως οι ναυτικές δυνάμεις της Πελοποννησιακής συμμαχίας, η Κόρινθος και η Αίγινα, είχαν στείλει τους στόλους τους και είχαν παρακινήσει έτσι με το παράδειγμά τους τους υπόλοιπους Έλληνες, ο πόλεμος θα είχε καταλήξει ίσως σε επιτυχία, όπως συνέβη είκοσι χρόνια αργότερα εναντίον του Ξέρξη, εφόσον μάλιστα οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας θα πολεμούσαν στο πλευρό των Ελλήνων της Μ. Ασίας ενώ αργότερα ήταν αναγκασμένοι να πολεμούν εναντίον τους.

Αλλά η Σπάρτη, εκτός από την ιστορικά δικαιολογημένη αποστροφή της προς εξωτερικές και μάλιστα υπερπόντιες επιχειρήσεις είχε και έναν άλλο λόγο για να μην επέμβει. Δεσμευόταν εξαιτίας των εχθρικών της σχέσεων με το Άργος (λίγο αργότερα μάλιστα διεξήγαγε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Άργους).

Η Αθήνα που βρισκόταν τότε ακόμη υπό την ηγεσία των Αλκμαιωνιδών ακολούθησε διαφορετική πολιτική, εκείνη που επέβαλλε η μεγάλη στιγμή, τόσο εξαιτίας της φυλετικής συγγένειας με τους Ίωνες όσο και από το φόβο μήπως επανέλθει ο Ιππίας. Οι φόβοι τους επαληθεύτηκαν γιατί λίγο αργότερα ήρθαν στην εξουσία οι τυραννόφιλοι που τήρησαν αυστηρή ουδετερότητα.

Για τους επαναστάτες ήταν ευτύχημα το γεγονός ότι η πολεμική μηχανή της τεράστιας σε έκταση Περσικής Αυτοκρατορίας προετοιμαζόταν με πολύ βραδύ ρυθμό. Έτσι κατόρθωσαν με την πρώτη επίθεση (το 499 π.Χ.) να καταλάβουν τις Σάρδεις των οποίων παρέδωσαν στις φλόγες ως και τα ιερά, που με πρόφαση αυτό αργότερα οι Πέρσες, έκαψαν και αυτοί τα ιερά των Ελλήνων.

Όταν στο Δαρείο έφτασε μήνυμα ότι οι Σάρδεις κυριεύτηκαν και πυρπολήθηκαν από τους Ίωνες και τους Αθηναίους, λένε, ότι όταν το έμαθε δεν έδωσε καμιά σημασία στους Ίωνες επειδή ήξερε καλά πως αυτοί δεν θα τα έβγαζαν πέρα με την αποστασία. Ρώτησε όμως ποιοι ήταν οι Αθηναίοι. Και όταν του είπαν, ζήτησε ένα τόξο, το πήρε, έβαλε ένα βέλος και ρίχνοντάς το στον ουρανό είπε : «Δία, δώσε μου να εκδικηθώ τους Αθηναίους». Μετά την ευχή αυτή πρόσταξε έναν υπηρέτη, όταν έβαζαν να δειπνήσει να του λέει τρεις φορές : «Κύριε, να θυμάσαι τους Αθηναίους».

Η λαμπρή αυτή επιτυχία είχε ως συνέπεια να προσχωρήσουν στην εξέγερση η Καρία, η Λυκία και η Κύπρος. Οι Αθηναίοι κατόπιν, απέσυραν τα πλοία τους, που βρίσκονταν στην Έφεσο γεγονός που προφανώς οφείλεται στις εσωτερικές πολιτικές μεταβολές που συνέβαιναν στην Αθήνα (την κατάληψη της εξουσίας δηλαδή από τους τυραννόφιλους).

Αργότερα όμως ο πόλεμος πήρε άλλη τροπή. Μολονότι ο ιωνικός στόλος νίκησε τον φοινικικό στο ύψος της Σαλαμίνας της Κύπρου, οι Πέρσες ανακατέλαβαν το νησί. Ύστερα απ’ αυτό, οι Πέρσες μοίρασαν τις ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις τους προκειμένου να υποτάξουν τις ελληνικές πόλεις, με αποτέλεσμα αυτές να χάσουν κάθε επαφή μεταξύ τους και να αναγκαστούν να πολεμούν καθεμιά χωριστά. Με ηρωικό σθένος οι επαναστάτες αντιστάθηκαν ακόμη μερικά χρόνια αντιμετωπίζοντας τις κατά πολύ ισχυρότερες δυνάμεις των Περσών ώσπου κατά τη ναυμαχία που έγινε στη Λάδη (495 π.Χ.) το ηθικό τους κατέρρευσε. Η στάση εναντίον των εκλεγμένων ηγετών, οι εσωτερικές έριδες και τελικά η φανερή προδοσία στη μάχη, είχαν ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική ήττα τους.

Το 494 π.Χ. η ως τότε βασίλισσα των ελληνικών πόλεων, η Μίλητος, καταλήφθηκε με έφοδο μετά από ναυτικό αποκλεισμό και καταστράφηκε εντελώς, μαζί με το ναό του Απόλλωνα στα Δίδυμα. Τον πληθυσμό μετέφεραν οι Πέρσες στα Σούσα, και εγκατέστησαν κατόπιν κοντά στις εκβολές του Τίγρη. Τον επόμενο χρόνο οι Πέρσες υπέταξαν και τις τελευταίες πόλεις που ως τότε αντιστέκονταν και επέβαλαν εκ νέου το παλαιό σατραπικό καθεστώς, χωρίς όμως να αυξήσουν τους φόρους.

Τελετές στην Αρχαία Ελλάδα

ΣΥΜΒΟΛΑ

Η Ελληνική Θρησκεία χαρακτηρίζεται για τα πλούσια σύμβολά της. Από το 3000 π.Χ. βρίσκουμε ίχνη του Μεσογειακού Πολιτισμού με κέντρο την Κρήτη, που εξαπλώθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα από τις Μυκήνες. Σύμβολα του κρητο-μυκηναϊκού πολιτισμού είναι οι πέτρες σε μορφή στηλών, τα βουνά, τα σπήλαια, τα ιερά δέντρα, οι βράχοι, ο αριθμός 3 και ιερά ζώα όπως ο ταύρος, τα φίδια, τα περιστέρια, οι αίγες. Η Θεά Μητέρα έχει ως σύμβολο αγάλματα με έντονα τα στοιχεία της γονιμότητας (στήθη και μεγάλες λαγόνες, φίδια γύρω από τα χέρια, τα στήθη και την κόμη της). Η ασπίδα επίσης είναι σύμβολο της πολεμικής όψης της Μεγάλης Θεάς. Ο σταυρός με το ρωμαϊκό του σχήμα, αλλά και ως αγκυλωτός σταυρός, βρίσκεται χαραγμένος στο μέτωπο των ταύρων ή στο γλουτό μιας Θεάς ή σκαλισμένος σε σφραγίδες ή σε μάρμαρα των βασιλικών ανακτόρων. Το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο του μινωικού πολιτισμού είναι ο διπλός πέλεκυς ή λάβρυς, όργανο θυσίας και ιερό όπλο του κρητικού Δία. Στη μυκηναϊκή θρησκεία πολλά σύμβολα είναι κοινά με της μινωικής, όπως τα κέρατα του ταύρου ή ο ίδιος ο ταύρος. Κοινό σύμβολο όλων των φάσεων της αρχαιοελληνικής Θρησκείας ήταν το Ιερό Πυρ, που έκαιγε πάντα άσβεστο προς τιμή των εφέστιων και πολιούχων Θεών, καθώς και των ψυχών των προγόνων. Ο Ουρανός, η Γη, ο Ήλιος, η Σελήνη, τα Άστρα, τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα και τα στοιχεία της φύσης συμβολίζουν τις ενέργειες των Θεών με τους οποίους συνδέονται. Τα κτερίσματα των τάφων μαρτυρούν τη σύνδεση του σκύλου και του φιδιού με τις επικήδειες λατρείες. Τα άλογα συνδέονται με την Ηλιακή λατρεία και τον Απόλλωνα. Ο ταύρος ήταν ιερός, συμβόλιζε το Δία, ενώ η ιερή αγελάδα συνδέεται με τη "βοώπιδα Ήρα". Ο χοίρος είναι σύμβολο γονιμότητας και θυσιάζεται στις τελετές της Δήμητρας, του Διόνυσου, του Ερμή. Τα φίδια ως σύμβολα εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι την Αθήνα του 5ου αιώνα. Είναι τα ιερά ερπετά της Θεάς Αθηνάς και μάλιστα ένα ιερό φίδι κατοικεί στην Ακρόπολη, στο ναό της Θεάς. Ακόμα το φίδι είναι σύμβολο του Θεού της Ιατρικής Ασκληπιού, του Ερμή και του Απόλλωνα. Οι Πυθικοί Αγώνες θεσπίστηκαν προς τιμή του νεκρού Πύθωνα των Δελφών. Το Κηρύκειο του Ερμή αποτελείται από ένα κεντρικό κλαδί - άξονα, γύρω από το οποίο είναι περιτυλιγμένα δυο φίδια και είναι σύμβολο της ένωσης μεταξύ του ανώτερου και του κατώτερου κόσμου. Ο ίδιος ο Δίας, σε κάποιες εκδοχές μύθων, ήταν ένα τρομερό Φίδι. Τα άλογα και οι ταύροι είναι σύμβολα της θαλάσσιας δύναμης του Θεού Ποσειδώνα. Τα "Παλλάδια" ήταν πέτρες που συμβόλιζαν τη Θεά Αθηνά, της οποίας άλλα σύμβολα ήταν η αγριελιά και η κουκουβάγια. Το παγώνι, σύμβολο του έναστρου ουρανού, συνδέθηκε με τη Θεά Ήρα. Σημαντικά σύμβολα είναι τα άγρια ζώα, οι μεγάλες δυνάμεις της Φύσης, που περιστοιχίζουν τη Μεγάλη Μητέρα με την όψη της "Πότνιας Θηρών".

ΤΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Πολύ πλούσιες τελετές και εντυπωσιακές γιορτές συναντάμε όμως σε όλο τον τότε γνωστό ελληνικό κόσμο. Θα παρουσιάσουμε εδώ κάποιες από τις βασικότερες τελετές που ήταν δεμένες με την κοινωνική ζωή των δύο πιο σημαντικών Ελληνικών πόλεως την Σπάρτη και την Αθήνα. Σε μερικές θα συναντήσουμε κάποια στοιχεία που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας κλεισμένα όμως στην θρησκεία που επικράτησε αργότερα, τον Χριστιανισμό. Πάντως πέρα από αυτές τις συγκεκριμένες που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε, υπάρχουνε πάρα πολλές άλλες που αφορούν την λατρεία θεών με αφιερωμένους αγώνες μουσικούς και αθλητικούς, οι οποίοι αγώνες όμως είχαν και σαν στόχο να εντάξουν τους νέους στην κοινωνία και να τους εκπαιδεύσουνε μέσα από την ευγενείς άμιλλα. Ξεκινάμε από τις τελετές που είχαν σχέση με τον πιο σημαντικό θεσμό της αρχαιότητας που ήταν τα "Μυστήρια". Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να παραβλέψουμε τα μυστήρια της Σαμοθράκης που θεωρούνται από τα παλαιότερα και στα οποία μυήθηκε και Φίλιππος της Μακεδονίας

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ

Τελετή Μύησης: Γινόταν πάντα νύχτα κάτω από το φως των δαυλών. Οι υποψήφιοι Μύστες προχωρούσαν στο σκοτάδι κρατώντας λυχνάρια στα χέρια τους, ένα σύμβολο εσωτερικού φωτός που τους βοηθούσε να διώξουν τα σκοτάδια της άγνοιας και της ύλης. Αρχικά προετοιμάζονταν σε ένα δωμάτιο που ονομαζόταν "Ιερή Οικία",εκεί τους φορούσαν έναν χιτώνα μάλλον μαύρου χρώματος Καθώς έπρεπε να προχωρήσουν για να φτάσουν στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου, περνούσαν πρώτα μπροστά από τον ιερό βράχο, ο οποίος ήταν χωμένος στο βάθος ενός στρογγυλού λάκκου και εκεί κάνανε σπονδές για να έχουν την συμπαράσταση των χθόνιων θεών. Επειτα έπρεπε να κάτσουν πάνω σε μια στρογγυλή εξέδρα που ήταν τοποθετημένη μπροστά στην κεντρική είσοδο και παρακολουθούσαν από εκεί ιερούς τελετουργικούς χορούς και ύμνους που προετοιμάζανε την συνείδησή τους για αυτό που θα συνέβαινε. Στη συνέχεια οδηγούσαν τον υποψήφιο Μύστη στην βόρεια αίθουσα του ανακτόρου όπου και θα λάβαινε χώρα η πραγματική δοκιμασία. Εκεί παρακολουθούσε τελετουργικές παραστάσεις και του αποκαλύπτονταν ιερά σύμβολα τα οποία έπρεπε ο ίδιος έπειτα να ερμηνεύσει. Ο χρόνος όπου γινόταν οι τελετές μύησεις ήταν 9 μέρες. Σε κείνες τις 9 μέρες το νησί πενθούσε και δεν άναβε κανένα φως πουθενά. Αυτές οι 9 μέρες συνοδεύονταν και από νηστεία. Ωσπου έφτανε την τελευταία μέρα το νέο φως που ερχόταν με καράβι από το ιερό νησί της Δήλου. Οι άνθρωποι περιμένανε στο λιμάνι να έρθει το πλοίο από όπου έπαιρναν φως και με αυτό τον τρόπο ξυπνούσε και η εσωτερική τους ανανέωση.

ΕΛΕΥΣΙΝΑ

Η τελετή των Μεγάλων Μυστηρίων της Ελευσίνας είχε διάρκεια 9 μέρες. Την πρώτη μέρα έβγαζαν οι ιερείς από τον ναό τα ιερά απόρρητα και τα απόθεταν στο ιερό της αγοράς το οποίο και ονομαζόταν για αυτό τον λόγο " Ελευσίνιον το εν Αστυ" Με την πανσέληνο κηρύσσονταν από τον ιεροκήρυκα η "παρόρμισιν" που σήμαινε την έναρξη των Μυστηρίων. Την επομένη οι υποψήφιοι Μύστες ντυμένοι στα λευκά και μαζί με τους χοίρους που θα προσφέρανε για θυσία στη θεά Δήμητρα μπαίνανε στη θάλασσα για να καθαρθούν. Η κύρια τελετή ξεκινούσε με μια εντυπωσιακή πομπή προς την Ελευσίνα Μπροστά πηγαίνανε οι ιερείς και οι Μύστες οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους ράβδο από πλεγμένα κλαδιά (τον βάκχιλο) ακολουθούσαν οι πολιτικοί άρχοντες και ο λαός. Η πομπή περνούσε από μια γέφυρα όπου υπήρχαν κάποιοι μασκοφόροι καθισμένη σε μια γέφυρα οι οποίοι τους έβριζαν από μακριά. (Αυτή η διαδικασία ίσως να συμβόλιζε την δύναμη που πρέπει η ψυχή ώστε οι δύσκολες καταστάσεις που θα συναντήσει να μην μπορέσουν εύκολα να την βγάλουν από τον δρόμο της). Όταν η πομπή έφτανε στο ιερό, τοποθετούσαν τον Ιακχο (ένα άγαλμα που βάζανε μπροστά στην πομπή) και ύστερα χόρευαν και τραγουδούσαν οι Μύστες. Ακολουθούσαν προσφορές θυσιών και γλυκισμάτων, και έφτανε η νύχτα των Μυστηρίων. Οι υποψήφιοι Μύστες μπαίνανε στο Τελεστήριο για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα που ήταν η αναπαράσταση του Μύθου της Περσεφόνης.

ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ

Γιορταζόταν κάθε 4 χρόνια τον μήνα Εκατομβαίων (γύρω στις 15 Αυγούστου). Η διάρκεια ήταν 4-10μέρες και ήταν φυσικά αφιερωμένα στην Αθηνά. Ξεκινούσε με χορούς και τραγούδια νέων και νεανίδων πάνω στον ιερό βράχο Την επομένη γινόταν κι εδώ μια μεγάλη πομπή η οποία ξεκινούσε από τον Κεραμικό και κατέληγε στην Ακρόπολη. Στην τελετή συμμετείχε σχεδόν όλος ο Αθηναϊκός λαός. Νέοι και νέες κρατούσαν κλαδιά ελιάς και προσφορές διάφορες για την Αθηνά μέσα σε υδρίες, καλάθια κ.α. όπως βλέπουμε στις αναπαραστάσεις. Την πομπή ακολουθούσαν και ιππείς και άρματα καθώς επίσης και τα ζώα που θα θυσιάζονταν στην Εκατόμβη. Στην κεφαλή της πομπής αυτής ήταν "το πέπλο" της Αθηνάς, το οποίο το είχανε κεντήσει με αναπαραστάσεις της θεάς από την γιγαντομαχία. Το πέπλο βρισκόταν τοποθετημένο πάνω σε μια τριήρη σε ρόδες δεμένο σαν ιστίο. Όταν έφθαναν στην Ακρόπολη το πρόσφεραν στο μεγάλο άγαλμα της θεάς που βρισκόταν εκεί, και έπειτα ξεκινούσαν τις σφαγές των ζώων και τις ετοιμασίες για τις θυσίες. Την τελετή έκλεινε το μεγάλο φαγοπότι που ακολουθούσε τις θυσίες και το ψήσιμο τόσων σφαγείων. Ολος ο λαός καθόταν σε στυλ πικνίκ σε διάφορα σημεία διασκορπισμένος κάτω από δέντρα, ενώ τα πιο σημαντικά πρόσωπα και ιδιαίτερα οι επίσημοι προσκεκλημένοι άλλων πόλεων φιλοξενούνταν σε ειδικά κατασκευασμένες τραπεζαρίες. Την επομένη γινόταν οι αθλητικοί αγώνες και άλλοι όπως π.χ λαμπαδηφορία (δηλαδή σκυταλοδρομία από τον βωμό του Προμηθέα που ήταν στην Ακαδημία έως την Ακρόπολη) ή ευανδρία (δηλαδή ένα είδος καλλιστεία ανδρών)κ.α.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ

Αυτή την τελετή την συναντάμε στην Σπάρτη. Πριν ξεκινήσει η μάχη με τον εχθρό, στεκόταν οι στρατιώτες σε παράταξη, έχοντας στα πόδια τους μπροστά τα κράνη και τις ασπίδες τους. Ο Βασιλιάς τελούσε εκείνη την στιγμή μια θυσία στην Άρτεμη, τον Απόλλωνα και τις Μούσες. Σε όλη την διάρκεια της θυσίας, παιζόταν από αυλητές ένας παιάνας προς τιμήν των Διόσκουρων και των προγόνων τους. Αφού οι Μάντεις ολοκλήρωναν την μελέτη των σφαγείων, οι πολεμιστές ξαναφορούσαν τις περικεφαλαίες και τις ασπίδες τους και βάδιζαν προς τον εχθρό ενώ έψελναν δυνατά τον παιάνα.

ΤΕΛΕΤΗ ΤΟΥ θΑΝΑΤΟΥ

Από τα χρόνια του μύθου συναντάμε στην αρχαία Ελλάδα την καύση των νεκρών ως πιο διαδεδομένη, από τον 7ο αι. και μετά εμφανίζεται και η σκέτη ταφή. Πάντως σε γενικές γραμμές αυτό που συνηθιζόταν σε όλες τις ελληνικές πόλεις ήταν περισσότερο η καύση του νεκρού και ακολουθούσε η ταφή της τέφρας με την απόθεση κτερισμάτων. Γίνονταν επικλήσεις στον Ερμή ως ψυχοπομπό, στο στόμα του νεκρού, και αφού πρώτα πλένανε όλο το σώμα του, τοποθετούσαν ένα κέρμα για τον Άδη. Συνηθιζόταν να ακούγονται επικήδειοι σαν τελευταία επαφή με τον νεκρό. Στόλιζαν πρώτα τον τάφο με κορδέλες και στεφάνια από σέλινο, έπειτα ρίχνανε από πάνω λουλούδια και μύρο καθώς επίσης και ένα μίγμα από μέλι γάλα και κρασί (το μελίκρατον). Επίσης καίγανε αποξηραμένα άνθη ή στάχυα, καθώς επίσης σπάζανε πήλινα αγγεία (ένα έθιμο που έφτασε μέχρι τις μέρες μας). Θυσίες κάνανε στα τριήμερα και στα εννιάμερα καθώς επίσης και στα 30ντάμερα (τα δικά μας 40). Το "Περίδειπνο" ακολουθούσε την ταφή και ήταν η συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Στην Σπάρτη το πένθος διαρκούσε έως 10 μέρες, ενώ στην Αθήνα ολοκληρώνονταν με την "τριακάδα θυσία" δηλαδή 30 μέρες.

ΤΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Γινόταν συνήθως το μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριος). Θα ξεκινήσουμε με την τελετή μόνο του γάμου έτσι όπως ήταν στην αρχαία Αθήνα. Ο Γάμος ξεκινούσε με μια τελετή εξαγνισμού της νύφης. Μέσα σε μια υδρία έφερναν νερό από το ποτάμι της καλλιρόης, και έλουζαν με αυτό την νύφη. Το γενικό πρόσταγμα το είχε μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας, την οποία ονόμαζαν "νυμφοστόλο". Παράλληλα με τον στολισμό της νύφης , στο σπίτι συγκεντρώνονταν φίλοι και συγγενείς που έφερναν δώρα. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του γάμου, που το βλέπουμε και στις διάφορες αναπαραστάσεις, είναι ο πέπλος που σκέπαζε το πρόσωπο της νύφης. Στην συνέχεια αφού είχε στολιστεί η νύφη με δαχτυλίδια περιδέραια κλπ, αφού είχε βάλει το πέπλο και ένα στεφάνι στα μαλλιά της ξεκινούσε η κυρίως τελετή. Όλοι μαζεύονταν μπροστά στο βωμό του Δία και της Ήρας και του Υμέναιου (γαμήλιοι θεοί) και έκαναν προσφορές και θυσίες. Ακολουθούσε ένα μεγάλο φαγοπότι στην μεγάλη αίθουσα του σπιτιού, όπου οι άντρες καθόταν από την μια πλευρά και οι γυναίκες από την άλλη. Όταν άρχιζε να νυχτώνει ξεκινούσανε σαν πομπή με τα δώρα και την προίκα και πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Την στιγμή που η νύφη έμπαινε μέσα όλοι της πετούσαν ξερά σύκα και καρύδια. Έπειτα της πρόσφερε (πιθανά η πεθερά) ένα κυδώνι ή ένα χουρμά, σύμβολα γονιμότητας. Το ζευγάρι έμπαινε στον κοιτώνα τους όπου θα επακολουθούσε η αποκάλυψη του πέπλου και οι απ' έξω τραγουδούσαν το "επιθαλάμιον" ένα τραγούδι ειδικό για την περίσταση και έφευγαν. Έτσι τελείωνε και η τελετή. Στην Σπάρτη τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Ο γάμος αντιστοιχούσε κι στο στυλ ζωής της Σπάρτης. Ήταν σημαντικός και ήταν ντροπή για κάποιον σπαρτιάτη να μείνει ανύπαντρος και χωρίς παιδιά. Έτσι λοιπόν όταν έφτανε στην ηλικία των 30 άρπαζε την νύφη και την πήγαινε στο σπίτι του. Εκεί περίμενε ήδη μια γυναίκα η "νυμφεύτρια" η οποία την έπαιρνε και της κούρευε τα μαλλιά σύρριζα. Της φορούσε ένα χοντρό τσουβάλι για νυφικό και κάτι χοντροπάπουτσα και της έβαζε να ξαπλώσει σε ένα κρεβάτι με άχυρα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Εκεί η νύφη περίμενε υπομονετικά τον γαμπρό. Εκείνος όταν έφευγε από το αντρικό συσσίτιο στο οποίο δειπνούσε κάθε βράδυ, έμπαινε σαν κλέφτης στο δωμάτιο της έβγαζε το τσουβάλι και ξάπλωνε για λίγο μαζί της, και μετά έφευγε να κοιμηθεί στον στρατώνα μαζί με τους συντρόφους του. Γενικά στην Σπάρτη η υπόθεση του γάμου ήταν κάτι το οποίο εξελισσόταν στα σκοτεινά.

Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ

Η τελετή της βάπτισης στην Αρχαία Αθήνα γινόταν συνήθως την πέμπτη έβδομη και δέκατη μέρα από την γέννηση του παιδιού. Η τελετή ονομαζόταν "αμφιδρόμια" Πρώτα κρεμούσαν έξω από την πόρτα ένα κλαδί ελιάς για το αγόρι ή μια μάλλινη εσάρπα για το κορίτσι. Σύμβολα ανδρείας και προκοπής αντίστοιχα. Μετά γινόταν καθαρμοί για όλους τους συγγενείς. Μια τροφός έπαιρνε το παιδί και έτρεχε μαζί του γύρω από τον κεντρικό βωμό της εστίας. Έτσι παρουσιάζονταν στην θεά και γινόταν και η επίσημη εισαγωγή του στην κοινωνική ομάδα. Την δέκατη μέρα συγκεντρώνεται πάλι η οικογένεια με τους συγγενείς για θυσία και συμπόσιο. Είναι και η στιγμή όπου ο πατέρας δίνει στο παιδί του όνομά του και οι υπόλοιποι δίνουν δώρα και φυλακτά στο παιδί.

Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και πολιτικοί: Ο Ξενοφώντας


O Ξενοφώντας καταγόταν από πλούσια αθηναϊκή οικογένεια, πήρε αριστοκρατική αγωγή κι έγινε μαθητής του Σωκράτη. Στις πολιτικές του πεποιθήσεις ήταν εχθρός του δημοκρατικού πολιτεύματος και θαυμαστής του σπαρτιατικού τρόπου ζωής. Πιστεύεται ότι ύστερα από το ολιγαρχικό πραξικόπημα του 404 π.Χ. και την εγκαθίδρυση των τριάντα τυράννων, ο Ξενοφώντας ήταν με το μέρος τους και πολέμησε στις γραμμές του ιππικού τους. Μετά την επαναφορά της δημοκρατίας πήρε μέρος στον πόλεμο που κήρυξε ο Κύρος ο νεότερος, διεκδικητής του περσικού θρόνου (ενάντια στον αδελφό του Αρταξέρξη το 2ο βασιλιά των Περσών), και πολέμησε μαζί με τους έλληνες μισθοφόρους. Όταν σκοτώθηκε ο Κύρος, οι έλληνες μισθοφόροι βρέθηκαν αναγκασμένοι να κάνουν μια πολύ επικίνδυνη πορεία. Στον καιρό της πορείας αυτής ο Ξενοφώντας διοικούσε όλο το τμήμα των μισθοφόρων. Όταν γύρισε στις θρακικές ακτές, κατατάχτηκε στο σπαρτιατικό στρατό. Γι΄ αυτό το λόγο καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια εξορία από τη συνέλευση (εκκλησία) του αθηναϊκού δήμου.

Ο Ξενοφώντας είναι θαυμαστής του σπαρτιατικού τρόπου ζωής. Στα "Ελληνικά" εισάγει τις σπαρτιατικές απόψεις και εξιδανικεύει υπερβολικά τον Αγησίλαο, που κάτω από τη διοίκησή του υπηρέτησε στο σπαρτιατικό στρατό. Ύστερα από το κλείσιμο της ανταλκίδειας ειρήνης ο Ξενοφώντας εγκαταστάθηκε στο κτήμα του στην Πελοπόννησο, κοντά στην Ολυμπία, και αφιέρωσε όλο τον ελεύθερο χρόνο του στη συγγραφή των φιλολογικών του έργων. Μετά τον πόλεμο της Σπάρτης ενάντια στη Βοιωτική ομοσπονδία αναγκάστηκε να μετοικίσει στην Κόρινθο. Σ΄ αυτό τον καιρό οι σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη άλλαξαν και η απόφαση για την εξορία του Ξενοφώντα ακυρώθηκε. Παρ΄ όλα αυτά όμως δεν εγκαταστάθηκε τελικά στην Αθήνα. Ο Ξενοφώντας ήταν ένας από τους πιό γόνιμους έλληνες συγγραφείς. Ανάμεσα σ΄ όλα τα έργα του, το πιό σημαντικό για τη μελέτη των γεγονότων της ελληνικής ιστορίας του 4ου αιώνα π.Χ. είναι τα "Ελληνικά". Τα "Ελληνικά", που συντάχτηκαν σα συνέχεια του έργου του Θουκυδίδη και οι πρώτες γραμμές τους είναι "Υστερα από μερικές μέρες έφτασε ο Θυμοχάρης με μερικά καράβια από την Αθήνα..." - συνεχίζουν ακριβώς το χωρίο, όπου είχε σταματήσει ο Θουκυδίδης. (σσ Αυτή η γνώμη υποστηρίζεται από ορισμένους ερευνητές, που υποθέτουν ότι πρίν από τα λόγια του αποσπάσματος ήταν μια εισαγωγή που είτε χάθηκε αργότερα είτε την παρέλειψαν οι συντάκτες των "Ελληνικών". Βλ. Ξενοφώντα "Ελληνικά", μετάφραση και σχόλια Σ. Ι. Λουριέ, στα Ρωσικά το 1935, σελ. 213-214).

Τα "Ελληνικά" χωρίζονται σε εφτά βιβλία. Αρχίζουν με τα γεγονότα του 411 και τελειώνουν με τη μάχη της Μαντίνειας (362). Το ύφος δεν είναι σ΄ όλο το έργο το ίδιο. Το πρώτο μέρος - τέλος του πελοποννησιακού πολέμου - είναι γραμμένο σ΄ ένα ύφος τραχύ με αυστηρή χρονολογική τάξη, κατά μίμηση του Θουκυδίδη. Ομως στη διήγηση για τη δίκη των αθηναίων στρατηγών των νικητών στις Αργινούσες, που εκτελέστηκαν ύστερα από απόφαση της εκκλησίας του δήμου, ο συγγραφέας κάνει μια ζωντανή αφήγηση και δίνει πολλές λεπτομέρειες. Πιό κάτω η έκθεση πλαταίνει. Μπαίνουν ομιλίες, παρεκβάσεις και μερικές φορές το έργο του Ξενοφώντα μοιάζει με απομνημονεύματα. Υποθέτουν ότι τα "Ελληνικά" γράφτηκαν σε διαφορετικές περίοδες. Ο Ξενοφώντας άρχισε το έργο του αμέσως ύστερα από το 403 και το τελείωσε στα γηρατιά του, την έβδομη δεκαετηρίδα του 4ου αιώνα π.Χ.

Ο Ξενοφώντας είναι από πολλές απόψεις κατώτερος από τον προγενέστερό του ιστορικό, το Θουκυδίδη. Σε διάκριση από το Θουκυδίδη, ο Ξενοφώντας αποδίδει μεγάλη σημασία στην επέμβαση του θείου. Πιστεύει στα όνειρα, στους χρησμούς και ο ίδιος δεν επιχειρεί τίποτε σοβαρό, χωρίς να συμβουλευτεί τη θέληση του θείου. Δε μπόρεσε να υψωθεί ούτε ως την κατανόηση του ρόλου της προσωπικότητας, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του Θουκυδίδη. Στον Ξενοφώντα η ιστορία υποβιβάζεται συχνά σε πάλη ανάμεσα στα ξεχωριστά πρόσωπα, σε ιστορία των στρατηλατών. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε τον υποκειμενικό χαρακτήρα των έργων του Ξενοφώντα. Το έργο του είναι διαποτισμένο από το θαυμασμό για το σπαρτιατικό τρόπο ζωής (φιλολάκων). Υπερβάλλει και υπερεκτιμά το ρόλο του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου, αρχηγού και προστάτη του. Παραλείπει μια σειρά περιστατικά, χωρίς αμφιβολία συνειδητά. Σε μερικές περιπτώσεις ο Ξενοφώντας είναι υπερβολικά σύντομος. Ο.χ., δε μιλάει καθόλου για το σχηματισμό της δεύτερης ναυτικής αθηναϊκής συμμαχίας (378), και αναφέρει μόνο πεταχτά τη σημαντική ναυμαχία της Κνίδου (394), που τελείωσε με την ήττα των Σπαρτιατών. Το ρόλο του Πελοπίδα και του Επαμεινώνδα, εμπνευστών της Βοιωτικής ομοσπονδίας, που πάλεψαν ενάντια στη Σπάρτη, τον αποσιώπησε.

Παρ΄ όλες αυτές τις ελλείψεις τα "Ελληνικά" του Ξενοφώντα έχουν μια σειρά προτερήματα. Βρίσκουμε σ΄ αυτά αυθεντικό υλικό. Ο Ξενοφώντας έγραψε πολλά από προσωπικές αναμνήσεις κι επειδή είχε φιλικές σχέσεις με διάφορους, μεγάλους πολιτικούς άνδρες της εποχής, ήταν καλά πληροφορημένος. Ο Ξενοφώντας έγραψε σε γλώσσα απλή και καθαρή, γι΄ αυτό θεωρούνταν πάντα ένας καλός στυλίστας και στην αρχαιότητα είχε ονομαστεί για την απλή και στρωτή έκθεσή του "αττική μέλισσα". Τα "Ελληνικά" του Ξενοφώντα είναι ως ένα βαθμό απομνημονεύματα. Κι ένα άλλο έργο του Ξενοφώντα, η "Κύρου Ανάβασις" έχει επίσης χαρακτήρα απομνημονευμάτων. Στο έργο αυτό περιγράφεται η εκστρατεία ενός τμήματος ελλήνων μισθοφόρων στα βάθη του περσικού βασιλείου: η πάλη τους στο πλευρό του Κύρου του νεότερου, η μάχη στα Κούναξα κι ύστερα η σκληρή πορεία τους από τη Μεσοποταμία ως τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ξενοφώντας υπερβάλλει το ρόλο του σ΄ αυτή την εκστρατεία. Τα ίδια τα γεγονότα, που περιγράφτηκαν από τον Ξενοφώντα στην "Ανάβασή" του, έχουν δευτερεύουσα σημασία. Για τον ιστορικό έχει μεγαλύτερη αξία η περιγραφή των περιοχών που πέρασε το τμήμα, καθώς και η περιγραφή της ζωής και της ψυχολογίας του στρατού των ελλήνων μισθοφόρων, που αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Η πραγματεία του Ξενοφώντα "Κύρου Παιδεία", που μιλάει για την αγωγή του Κύρου του νεότερου, αποτελεί ένα ιδιόμορφο ουτοπικό μυθιστόρημα, που καθρεφτίζει τις μοναρχικές τάσεις του Ξενοφώντα και που απ΄ την άποψη αυτή είναι ο πρόδρομος των μελλοντικών δημοσιολόγων της ελληνιστικής εποχής. Στην πραγματεία του "Λακεδαιμονίων Πολιτεία" ο Ξενοφώντας εξιδανικεύει το πολιτικό καθεστώς της Σπάρτης. Παρά το μεροληπτικό χαρακτήρα του αυτό το έργο είναι αξιόλογο για την ιστορία της Σπάρτης, που δεν έχει αναπαρασταθεί ικανοποιητικά από τις πηγές που διαθέτουμε. Για την ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας και για το χαρακτηρισμό του αθηναϊκού τρόπου ζωής είναι αξιόλογο το έργο του "Σωκράτους Απομνημονεύματα". Ο Σωκράτης ήταν δάσκαλος του Ξενοφώντα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε ότι δε μας αποδίδει καθόλου με ακρίβεια τη φιλοσοφική διδασκαλία του Σωκράτη, που φαίνεται ότι δεν την κατάλαβε αρκετά καλά. Για την οικονομική ιστορία της Ελλάδας είναι αξιοσημείωτο το έργο του Ξενοφώντα "Οικονομικός λόγος" ή "Περί οικονομίας". Η μελέτη αυτή είναι μια συζήτηση πάνω στα πιό κατάλληλα μέσα για τη διεύθυνση της οικονομίας. Είναι επίσης αξιόλογη η μελέτη "Πόροι ή περί προσόδων της αθηναϊκής πολιτείας και αυξήσεως αυτών", όπου μιλάει για το πώς πρέπει να αναδιοργανωθούν τα οικονομικά της Αθήνας, χωρίς να επιβαρυνθούν οι σύμμαχοι. Ομως σχετικά με το έργο αυτό αμφισβητείται πολλές φορές η πατρότητα του Ξενοφώντα, αλλά χωρίς σοβαρές αποδείξεις.

Σύγχρονος του Ξενοφώντα ήταν ο φιλόσοφος Πλάτωνας (427-347) που τα έργα του έχουν μεγάλη σημασία όχι μονάχα για την ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά και για την κοινωνικοπολιτική ιστορία. Ο Πλάτωνας έχει εκθέσει τις κοινωνικοπολιτικές απόψεις του σε δυό έργα: "Πολιτεία" και "Νόμοι". Ο Πλάτωνας είναι από πεποίθηση αντίπαλος της δημοκρατίας και γι΄ αυτό το έργο του μας δίνει μεροληπτική εικόνα, αν και ζωντανή, της πολιτικής ζωής της εποχής του. Ο Πλάτωνας, που έζησε σε μια περίοδο οξυμένης ταξικής πάλης στην Αθήνα, είχε τη γνώμη ότι η δημοκρατία οδηγούσε το αθηναϊκό κράτος στο γκρεμό κι επεξεργάστηκε ένα σχέδιο ιδανικού κράτους, ένα σχέδιο που ανταποκρινόταν στα ταξικά συμφέροντα της αριστοκρατίας. Υστερα από τον Πλάτωνα ο μαθητής του Αριστοτέλης, αναπτύσσει το θέμα για το κράτος. Σ΄ αντίθεση με το δάσκαλό του, ο Αριστοτέλης προσπαθεί να διατυπώσει τα συμπεράσματά του για το κράτος, πάνω στη βάση της ανάλυσης της ιστορίας και της πολιτικής διάρθρωσης των διαφόρων κρατών. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του έγραψαν 150 μελέτες αφιερωμένες στις διάφορες πολιτείες-κράτη. Αυτά τα έργα θεωρούνταν χαμένα, αλλά στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα βρέθηκε ανάμεσα σε παπύρους το κύριο έργο αυτού του είδους, η πραγματεία του Αριστοτέλη "Αθηναίων πολιτεία".
Απο το ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Ο αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα (3)

Στην πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα του 1896 καθιερώθηκε και το αγώνισμα του μαραθωνίου. Ονομάστηκε έτσι από τον Μαραθώνα και η ιστορία του σχετίζεται με τον Αθηναίο δρομέα και αγγελιοφόρο Φειδιππίδη. Το 490 π.Χ. ο βαρβαρικός λαός των Περσών επιτέθηκε απρόκλητα στην Ελλάδα. Οι Πέρσες αγκυροβόλησαν τον στόλο τους στον κόλπο του Μαραθώνα στην Αττική. Τότε οι Αθηναίοι έστειλαν τον Φειδιππίδη στη Σπάρτη για να ζητήσει στρατιωτική βοήθεια. Ο Φειδιππίδης κάλυψε απόσταση 1140 σταδίων (211128 μέτρα) σε 48 ώρες (!) τρέχοντας να προλάβει να μεταφέρει το αίτημα για βοήθεια. Τελικά η Σπάρτη, εξαιτίας του πολέμου με τους Μεσσηνίους, δεν πρόλαβε να στείλει εγκαίρως βοήθεια στην Αθήνα. Έτσι 10000 Αθηναίοι και 1000 Πλαταιείς (οι Πλαταιές ήταν αρχαία πόλη της Βοιωτίας) αντιμετώπισαν δύναμη δεκάδων χιλιάδων Περσών (πάνω από 100000). Τελικά, οι Έλληνες νίκησαν με μόνον 192 νεκρούς, ενώ οι νεκροί Πέρσες ήταν αναρίθμητοι! Ο Φειδιππίδης, που ήταν οπλίτης στην μάχη, ανέλαβε να μεταφέρει το μήνυμα της νίκης στην Αθήνα. Έτσι, διήνυσε απόσταση 42. 195 μέτρων από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Όταν έφτασε στην Αθήνα φώναξε την φράση ``νενικήκαμεν΄΄ και σωριάστηκε νεκρός από την εξάντληση. Στην Ολυμπιάδα του 1896 της Αθήνας, ο νικητής του μαραθωνίου ήταν ο Σπύρος Λούης, ένας απλός αγρότης από το Μαρούσι που οι φίλοι του έπεισαν να τρέξει στον μαραθώνιο!!! Επίσης, αργυρό μετάλλιο στον μαραθώνιο της Ολυμπιάδος του 1896 πήρε ο Χαρίλαος Βασιλάκος. Για πληροφορίες σχετικά με τους ολυμπιακούς αγώνες υπάρχει στο διαδίκτυο η ηλεκτρονική διεύθυνση του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού: www.olympics.ime.gr

Σε κάθε Ολυμπιάδα η άφεση της ολυμπιακής φλόγας γίνεται στην Ολυμπία με ειδικό κάτοπτρο που εστιάζει τις ηλιακές ακτίνες στην δαυλό. Από την Ελλάδα η ολυμπιακή φλόγα μεταφέρεται στον τόπο διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων.

Γενικά, στην αρχαία Ελλάδα όλοι οι νέοι γυμνάζονταν στα γυμναστήρια και το ανδρικό κάλλος με το γυμνό αθλητικό σώμα φαίνεται στα ανεπανάληπτα γλυπτά, τις ζωφόρους και τις μετώπες (διακοσμημένα με ανάγλυφες παραστάσεις τμήματα των ναών ιωνικού και δωρικού ρυθμού, αντίστοιχα), τις επιτύμβιες στήλες (για τους νεκρούς) και τις απεικονίσεις (αγγεία, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, νωπογραφίες) των αρχαίων Ελλήνων. Το αθλητικό σώμα, με την μοναδική απόδοση του γυμνού ανδρικού κάλλους, απεικονιζόταν στην τέχνη συνήθως με άνδρες που μάχονταν γυμνοί σε πραγματικές ή μυθολογικές μάχες, με εικόνες από την ελληνική μυθολογία και εικόνες της καθημερινής ζωής. Απεικονιζόταν, επίσης, σε αγάλματα όπως ήταν αγάλματα θεών (για παράδειγμα ο Ποσειδώνας ή ο Ερμής του Πραξιτέλους), αθλητών (για παράδειγμα ο δισκοβόλος του Μύρωνα) ή εφήβων και νέων όπως ο Διαδούμενος του Πολυκλείτου, ο αθλητής Αγίας και ο Αποξυόμενος αθλητής του Λυσίππου, ο έφηβος των Αντικυθήρων κ. α. Επίσης, οι ναοί και τα γυμναστήρια των αρχαίων Ελλήνων ήταν στολισμένα με αγάλματα γυμνών αθλητών. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός αυτό για τους ναούς. Όμως, οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων τέρπονταν με το σωματικό κάλλος και δεν σκανδαλίζονταν. Ήθελαν οι νέοι της χώρας να έχουν καλαίσθητο σώμα...

Οι Έλληνες νέοι αγαπούσαν τη γυμναστική. Άλλωστε, ο αθλητισμός ήταν απαραίτητο μέρος της αγωγής των νέων. Σε πολλές πόλεις, όπως η αρχαία Αθήνα και η Σπάρτη, το πρόγραμμα της γυμναστικής καθοριζόταν με νόμο. Στην Αθήνα, ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας κατέστησε το μάθημα της γυμναστικής υποχρεωτικό. Η πολιτεία έδινε τεραστία σημασία στη γυμναστική αγωγή όλων των νέων, γιατί οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η υγειά του σώματος πρέπει να συμβαδίζει με την πνευματική ανέλιξη. Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν χαρακτηριστικά: ``νούς υγιής εν σώματι υγιεί΄΄. Ο Πλάτων έλεγε ότι η σωματική αδυναμία και καχεξία συμβαδίζουν με την δειλία, ενώ το γέρο σώμα προσφέρει υγειά, αυτοπεποίθηση και θάρρος στα προβλήματα της ζωής.

Ο Αριστοτέλης έθεσε τον ορισμό της επιστήμης της φυσικής αγωγής, λέγοντας ότι εξετάζει το είδος της εκγύμνασης που ταιριάζει σε όλους, αφού αποσκοπεί στην γυμναστική εκπαίδευση όλων και όχι μόνων αυτών με φυσικά σωματικά χαρίσματα. Κατά τον Αριστοτέλη ο σκοπός της γυμναστικής είναι παιδαγωγικός και αισθητικός. Επίσης, ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η γυμναστική δεν πρέπει να περιλαμβάνει ακρότητες που καταστρέφουν την σωματική αρμονία. Όπως αναφέρθηκε και στο κεφάλαιο ``Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι΄΄, ο Αριστοτέλης ήταν γενικά υπέρ του μέτρου στη ζωή.
Γυρνώντας στην αρχαία Ελλάδα, όλοι γυμνάζονταν από την παιδική τους ηλικία μέχρι την μέση ηλικία! Σε όλες της πόλεις υπήρχαν δημόσιες παλαίστρες και γυμνάσια. Η γυμναστική αγωγή των νέων άρχιζε από τα 8 τους χρόνια. Τα παιδιά των πλουσίων άρχιζαν πιο πρώιμα την γυμναστική, αφού η οικονομική κατάσταση των γονέων τους, τους επέτρεπε να έχουν προσωπικούς γυμναστές. Στην αρχαία Αθήνα, όπως αναφέρθηκε αλλού, υπήρχε η λειτουργία της ``γυμνασιαρχίας΄΄. Σε αυτήν οι εύποροι βοηθούσαν οικονομικά το κράτος να συγκεντρώσει χρήματα για την εξάσκηση των αθλητών και την διακόσμηση των αγωνιστικών χώρων. Αναφέρθηκε και πριν ότι οι ναοί και οι παλαίστρες ήταν στολισμένοι με αγάλματα γυμνών αθλητών. Σχετικά με τους ναούς, υπενθυμίζεται ότι στην αρχαία Ελλάδα σε αντίθεση με τη σύγχρονη σε όλους τους θρησκευτικούς χώρους υπήρχαν παλαίστρες, στάδια και γυμνάσια (γυμναστήρια).

Οι νέοι στην αρχαία Ελλάδα γυμνάζονταν στις παλαίστρες. Η παλαίστρα ήταν ένας ανοιχτός τετράγωνος χώρος που περιβάλλετο από τοίχους. Εκεί οι νέοι επιδίδονταν σε όλα τα αθλήματα, εκτός φυσικά από τον δρόμο που γινόταν στο στάδιο. Στην παλαίστρα υπήρχε και το σκάμμα που χρησίμευε για το αγώνισμα της πάλης. Στις παλαίστρες υπήρχαν χώροι όπως αποδυτήρια, δωμάτια με πάγκους για την ξεκούραση των αθλουμένων, λουτρά, καθώς και χώροι στους οποίους πουλούσαν άρωμα και λαδί με τα οποία άλειφαν το σώμα τους οι άνδρες. Στις παλαίστρες και τα γυμνάσια υπήρχαν παιδαγωγοί και υπάλληλοι που επιτηρούσαν τους νέους. Ο δάσκαλος της σωματικής αγωγής ήταν ο ``παιδοτρίβης΄΄ που σημαίνει γυμναστής. Οι αθλούμενοι ασκούνταν υπό τις οδηγίες του γυμναστή ο οποίος κρατώντας ένα μακρύ μπαστούνι τους έδειχνε τις ασκήσεις.

Οι νέοι γυμνάζονταν γυμνοί και αλειμμένοι με λαδί και άμμο. Δεν είναι τυχαία αυτά. Άλλωστε, η σύγχρονη ιατρική έχει διαπιστώσει ότι το λαδί εμπεριέχει την βιταμίνη Ε που έχει αναζωογονητικά στοιχεία για το δέρμα και σήμερα χρησιμοποιείται σε καλλυντικά και σαμπουάν, ενώ παλιότερα πολλές γυναίκες στην Ελλάδα, χωρίς να ξέρουν για την βιταμίνη Ε, έπλεναν τα μαλλιά τους με ελαιόλαδο, για να διατηρήσουν τη ζωντάνια τους. Σε ό, τι αφορά την άμμο, είναι γνωστές οι ευεργετικές επιδράσεις στο δέρμα και η ψυχική χαλάρωση που προσφέρουν τα αμμόλουτρα. Άλλωστε, πέρα από τα δημόσια ή ιδιωτικά λουτρά, δεκάδες άνθρωποι κάνουν αμμόλουτρα σε περιοχές όπως στη Μαύρη Θάλασσα. Επίσης, σχετικά με τα αρώματα που αλείφονταν οι αρχαίοι Έλληνες, είναι γνωστό ότι τα αιθέρια έλαια δημιουργούν ψυχική ευεξία και καταπολεμούν κάποιες ασθένειες και το άγχος (βλ. λεβάντα). Σήμερα υπάρχει και ο παραϊατρικός κλάδος της αρωματοθεραπείας την οποία εφαρμόζουν και οι χειρομαλάκτες (μασέρ). Άρα δεν γινόταν τίποτα τυχαία στην αρχαία Ελλάδα.

Στα ελληνιστικά χρόνια (323 - 30 π.Χ.), σε όλες τις πόλεις που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος (7)και οι διαδόχοι του στην Αίγυπτο και τη νοτιοδυτική Ασία υπήρχαν γυμνάσια (γυμναστήρια). Μάλιστα, τα γυμνάσια αυτά δεν ήταν μόνον χώροι άθλησης, αλλά και χώροι πνευματικών ζυμώσεων και κοινωνικών συναθροίσεων. Οι απόφοιτοι των γυμνασίων οργανώνονταν σε συλλόγους. Τα γυμνάσια αρχιτεκτονικά ήταν ανοιχτά στην πόλη και υπήρχαν εξέδρες που ήταν ανοιχτοί χώροι στους οποίους γίνονταν δημόσιες συζητήσεις και διαλέξεις!!! Στην αρχαία Ελλάδα οι αθλούμενοι γυμνάζονταν υπό τους απαλούς ήχους του αυλού που έπαιζε κάποιος αυλητής, εν αντιθέσει με την δυνατή και απαίσια μουσική των συγχρόνων ιδιωτικών γυμναστήριων. Στο τέλος της γυμναστική τους, οι ασκούμενοι καθάριζαν το σώμα τους από το λαδί και την άμμο με τη ``στλεγγίδα΄΄, μια ξύστρα με λαβή. Γνωστό είναι και το άγαλμα του χαλκοπλάστη Λυσίππου του Σικιώνιου (4ος αιώνας π.Χ.) που απεικονίζει έναν αθλητή αποξυόμενο (το αντίγραφο του αγάλματος φυλάσσεται στο μουσείο των Δελφών). Μετά τη απόξεση οι νέοι έκαναν μπάνιο, πάντα γυμνοί, σε μια πέτρινη γούρνα.

Μιας και γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι οι άνδρες γυμνάζονταν γυμνοί, αυτό δεν ήταν τυχαίο γιατί τους απομάκρυνε την ντροπή και τους έκανε να νιώθουν περήφανοι για το σώμα τους. Τα αγόρια στην αρχαία Ελλάδα γυμνάζονταν μόνα τους, ενώ τα κορίτσια με εξαίρεση την αρχαία Σπάρτη δεν γυμνάζονταν, γιατί δεν χρειαζόταν φυσικά να έχουν καλογυμνασμένους μύες και δεν είχαν πρόβλημα περιττών κιλών. Στην αρχαία Ελλάδα η υγιεινή διατροφή και η περιποίηση της γυναίκας με φυσικά καλλυντικά, είχε ως συνέπεια να έχει σωματικό κάλλος, χωρίς να σηκώνει βάρη στις παλαίστρες.

Επιστρέφοντας στη γυμναστική των αρχαίων Ελλήνων, αξίζει να γίνει αναφορά στα ``γυμνάσια΄΄ που ήταν σύνολο αθλητικών ασκήσεων που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για την ενδυνάμωση του μυοσκελετικού τους συστήματος. Όπως προαναφέρθηκε η ονομασία τους οφείλεται στο ότι οι αρχαίοι Έλληνες γυμνάζονταν γυμνοί. Τα γυμνάσια περιλάμβαναν τις ασκήσεις της ``αλτηροβολίας΄΄, της ``χειρονομίας΄΄, της ``σκιαμαχίας΄΄, του ``πιτυλίζειν΄΄, του ``ανατροχασμού΄΄ και του ``περιτροχασμού΄΄. Η αλτηροβολία ήταν άσκηση που γύμναζε τους μυς του κορμού και σε αυτήν γίνονταν συνεχόμενες άρσεις αλτήρων του άλματος εις μήκος. Η χειρονομία ήταν άσκηση που γύμναζε τους μυς του κορμού και των άνω άκρων. Σε αυτήν οι αθλητές μιμούνταν τις κινήσεις του αθλήματος της ``πυγμής΄΄, δηλαδή της πυγμαχίας, με φανταστικό αντίπαλο.

Η σκιαμαχία ήταν άσκηση που γύμναζε τους μυς του κορμού, καθώς και των χεριών. Στη σκιαμαχία οι αθλητές μιμούνταν κινήσεις οπλομαχίας, χωρίς αντίπαλο. Κάτι σαν τα ``κάτα΄΄ του καράτε!!! Το πιτυλίζειν ήταν άσκηση για την ενδυνάμωση του κορμού και των χεριών. Σε αυτήν οι αθλητές μιμούνταν τις κινήσεις της κωπηλασίας. Ο ανατροχασμός και ο περιτροχασμός ήταν ασκήσεις για την ενδυνάμωση των μυών των ποδιών. Στον ανατροχασμό οι αθλητές έτρεχαν προς τα πίσω, ενώ στον περιτροχασμό έτρεχαν κυκλικά στο στάδιο. Οι παραπάνω ασκήσεις είναι πολύ καλές, όχι απλά για προθέρμανση, αλλά και για την διάταση και την ενδυνάμωση των μυών. Σημειώνεται ότι η προθέρμανση και οι διατάσεις των μυών είναι απαραίτητες πριν την άθληση, για την καλύτερη ενδυνάμωση, καθώς και για την αποφυγή των μυϊκών τραυματισμών.

Στην αρχαία Ελλάδα οι αθλητές στις παλαίστρες ενδυνάμωναν τους μυς τους με την άρση αλτήρων τους οποίους χρησιμοποιούσαν και στο άλμα εις μήκος. Υπήρχαν και πολλά άλλα αγωνίσματα με τα οποία ασχολούνταν οι αρχαίοι Έλληνες, πέρα από αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Υπήρχαν αθλήματα όπως η τοξοβολία, η ρίψη σφαίρας και σφύρας, η κωπηλασία, ο ακοντισμός, η σκυταλοδρομία και άλλα. Αξιοσημείωτον είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν και κάποιο είδος παιχνιδιού με μπάλα!!! Το παιχνίδι αυτό έμοιαζε με την πετοσφαίριση (βόλεϊ), χωρίς φυσικά δίχτυ. Ήταν παιχνίδι με τόπι. Το απίστευτο είναι πως στην αρχαία Ελλάδα έπαιζαν και κάποιο παιχνίδι που αντιστοιχεί στο σημερινό εγγλέζικο κρίκετ!!! Συγκεκριμένα, κάθε παίχτης κρατούσε μία βακτηρία (μπαστούνι) γυρισμένη ανάποδα. Με τη λαβή της βακτηρίας έπαιζαν το παιχνίδι χτυπώντας στο έδαφος μια σφαίρα. Υπάρχει και ανάγλυφη παράσταση με το παιχνίδι. Το τόπι που προαναφέρθηκε απεικονίζεται σε αγγειογραφία. Tα αθλήματα του κλασσικού αθλητισμού δημιουργήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες.

Ο αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα (2)

Οι ολυμπιακοί αγώνες ετελούντο κάθε 49 ή 50 μήνες (περίπου 4 χρόνια) στην Ολυμπία και αρχικώς είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα. Αρχικά διαρκούσαν μια ημέρα, ενώ μετά την 77η Ολυμπιάδα 2 μέρες και τον 5ο αιώνα π.Χ. 5 μέρες. Όταν καθιερώθηκαν οι 5 ημέρες στους ολυμπιακούς αγώνες, την 1η ημέρα γινόταν η προσέλευση των αθλητών, οι καθιερωμένες θυσίες στους θεούς, η κρίση των αθλητών, η ορκωμοσία τους στο βουλευτήριο και η ανακοίνωση της πόλεως καταγωγής τους. Την 2η ημέρα γίνονταν αγώνες παίδων. Την 3η ημέρα γίνονταν αγώνες ανδρών. Την 4η ημέρα γίνονταν στον ιππόδρομο ιππικοί αγώνες, αρματοδρομίες και το πένταθλον. Στις αρματοδρομίες οι αθλητές αγωνίζονταν με το ``τέθριππον΄΄, άρμα που το έσερναν 4 άλογα. Το πένταθλον περιλάμβανε: αγώνες άλματος εις μήκος, δισκοβολίας, πάλης, ακοντισμού και δρόμου ταχύτητας. Σήμερα γίνεται με την ίδια μορφή, μόνον που η πάλη έχει αντικατασταθεί από τον δρόμο ημιαντοχής. Την 5η ημέρα γινόταν η στέψη των ολυμπιονικών και η δωρεάν σίτισή τους στο πρυτανείο.

Τα αγωνίσματα στους ολυμπιακούς αγώνες διακρίνονταν στα ``δρομικά΄΄, τα ``ριπτικά΄΄ και τα ``παλαιστικά΄΄. Τα δρομικά ήταν το ``στάδιον΄΄ (δρόμος σε απόσταση 185. 2 μέτρα), ο ``δίαυλος΄΄ (δρόμος 2 σταδίων) και ο ``δόλιχος΄΄ που ήταν δρόμος αντοχής αρχικά σε 7 στάδια, αργότερα σε 8 στάδια, μετά σε 12 και τελικά σε 24 στάδια, δηλαδή 4444. 8 μέτρα. Επίσης, υπήρχε και ο δρόμος των αθλητών που φορούσαν περικεφαλαία και κρατούσαν ασπίδα. Τα ριπτικά αγωνίσματα ήταν ο ακοντισμός και η δισκοβολία. Τα παλαιστικά αγωνίσματα ήταν η πάλη, η πυγμαχία και το ``παγκράτιον΄΄. Τα παγκράτιον ήταν σύνθετο αγώνισμα από πυγμαχία και πάλη. Στα παλαιστικά αθλήματα νικητής ήταν αυτός που κατάφερνε να κάνει τον αντίπαλό του να παραδεχθεί την ήττα του. Στο παγκράτιον αναφέρονται πολλές περιπτώσεις αθλητών που αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου, μη δεχόμενοι να δεχθούν την ήττα τους. Τότε οι συναθλητές τους μπορούσαν ακόμα και να τους στραγγαλίσουν και να τους σκοτώσουν με τις λαβές και τα χτυπήματά τους... Η βιαιότητα αυτή σχετιζόταν καθαρά με την έννοια της τιμής του αθλητή να μην παραδεχθεί την ήττα του. Στην πυγμαχία δεν επιτρέπονταν χτυπήματα στο σώμα. Νικητής ήταν αυτός που με χτύπημα στο πρόσωπο έριχνε ``νοκ άουτ΄΄ τον αντίπαλό του. Τέλος υπήρχε και το αγώνισμα ``συνωρίς΄΄ ή ``ξυνωρίς΄΄ που ήταν η αρματοδρομία.

Από το 884 π.Χ. στους ολυμπιακούς αγώνες οι νικητές έπαιρναν για έπαθλο ένα απλό στεφάνι από κότινο(αγριελιά), έπειτα από συμβουλή της Πυθίας στον Ίφιτο. Πριν το 884 π.Χ. το βραβείο τους ήταν ο ``μήλειος καρπός΄΄, δηλαδή ζώα (πρόβατα) ή φρούτα. Όταν οι νικητές των αγώνων επέστρεφαν στην πόλη τους, τότε οι συμπολίτες τους εις ένδειξη τιμής γκρέμιζαν μέρος από τα τείχη της πόλης για να περάσουν οι αθλητές που δόξασαν τον τόπο τους. Τα αθλήματα και οι αγώνες των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν και στους άλλους λαούς. Οι Ρωμαίοι τα αντέγραψαν. Βασικά, οι Ρωμαίοι γνώρισαν τον ελληνικό αθλητισμό από τις παλαίστρες και τους αγώνες που γίνονταν στις ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας. Δεδομένου ότι γυμναστήρια και αγώνες υπήρχαν σε όλες τις ελληνικές αποικίες (Μεσόγειος, Μ. Ασία, Μαύρη Θάλασσα), το ελληνικό αθλητικό ιδεώδες μεταφέρθηκε πρώιμα και στους άλλους λαούς. Έτσι, οι Έλληνες δημιούργησαν τον κλασσικό αθλητισμό ο οποίος σήμερα έχει αλλοτριωθεί πλήρως.

Το 80 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας λαφυραγώγησε τα ιερά της Ολυμπίας. Επί ρωμαϊκής κατοχής της Ελλάδος οι ολυμπιακοί αγώνες εμπορευματοποιήθησαν και οι αθλητές έγιναν επαγγελματίες, ώστε η Ρώμη να κομπιάζει για τους νικητές της. Επίσης, η υπερεξειδίκευση στην άσκηση οδήγησε σε σώματα αθλητών με όγκο, χωρίς αρμονία. Από το 212 μ.Χ. με διάταγμα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου Αντωνίνου Καρακάλλα μπορούσαν να συμμετέχουν στους ολυμπιακούς αγώνες αθλητές που ήταν Ρωμαίοι πολίτες, δηλαδή από όλη την ρωμαϊκή επικράτεια. Τελικά, οι ολυμπιακοί αγώνες και τα Πύθια καταργήθηκαν το 393 μ.Χ. με διάταγμα του βυζαντινού αυτοκράτορα Μεγάλου Θεοδοσίου (αυτοκράτορας στο διάστημα 379 - 395), γιατί τα θεώρησε ειδωλολατρικές εκδηλώσεις. Ήταν η εποχή που ο χριστιανισμός είχε καταλήξει σε θρησκευτικό φανατισμό, με την κατεδάφιση αρχαιοελληνικών μνημείων, των διωγμό και την εκτέλεση των εθνικών (θεωρούσαν τους εθνικούς ως ειδωλολάτρες) και την κατάργηση των πανελληνίων αγώνων. Παρά ταύτα, σύμφωνα με ενεπίγραφη πλάκα που βρέθηκε, οι Έλληνες μάλλον συνέχισαν την τέλεση των ολυμπιακών αγώνων μέχρι το 741 μ.Χ.!!!

Οι ολυμπιακοί αγώνες αναβίωσαν μετά την ελληνική επανάσταση του 1821 και την εκδίωξη των Τούρκων κατακτητών. Η πρώτη πρόταση για την αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων διατυπώθηκε στην Κεφαλλονιά το 1797, επί γαλλικής κατοχής των Επτανήσων. Αργότερα, το 1833 ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος (1806 - 1868), που εισήγαγε τον ρομαντισμό στην Ελλάδα, διατύπωσε στο ποίημά του ``Νεκρικός Διάλογος΄΄ το όραμά του για την αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων. Ο Σούτσος, ως σύμβουλος στην γραμματεία του υπουργείου εσωτερικών, υπέβαλε υπόμνημα στον υπουργό Ιωάννη Κωλέττη με τις προτάσεις του. Ο Κωλέττης με τη σειρά του παρουσίασε τις προτάσεις του Σούτσου ως δικές του στον βασιλιά Όθωνα. Τελικά, πρωτεργάτης και χρηματοδότης της αναβίωσης ήταν ο Μέγας εθνικός ευεργέτης, Ευαγγέλης Ζάππας (1800 - 1865) που καθιέρωσε τα ``Ζάππεια Ολύμπια΄΄ στην Αθήνα που ξεκίνησαν το 1867, με την συμβολή του εξαδέλφου του, Κωνσταντίνου Ζάππα (1814 - 1892). Σημειώνεται ότι ο Ευαγγέλης Ζάππας είχε διαβάσει τα κείμενα του Παναγιώτη Σούτσου τα οποία τον ενθουσίασαν και θέλησε να μείνει στην ιστορία με την αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων.

Τα Ζάππεια Ολύμπια έγιναν με αρχαιοελληνικά πρότυπα: την ορκωμοσία και την ανακοίνωση της πόλεως καταγωγής των Ελλήνων αθλητών, την αναβίωση των αρχαιοελληνικών αθλημάτων με τους γυμνικούς αγώνες (φυσικά στα Ζάππεια οι αθλητές δεν ήταν τελείως γυμνοί) και τους καλλιτεχνικούς αγώνες όπως ποίησης και μουσικής. Μάλιστα, εγράφη και ο πρώτος ολυμπιακός ύμνος από τον ποιητή Θεόδωρο Ορφανίδη (1817 - 1886). Τα Ζάππεια Ολύμπια έγιναν 4 φορές (το 1859, το 1870, το 1875 και το 1879). Άρα, είναι μύθος ότι οι νεότεροι ολυμπιακοί αγώνες ξεκίνησαν το 1896, αφού η Ελλάδα τους είχε αναβιώσει από το 1859!!!Οι αγώνες του 1859 έγιναν με πρόχειρο τρόπο, χωρίς επαγγελματίες αθλητές, στην πλατεία Λουδοβίκου (η σημερινή πλατεία Κοτζιά). Πάντως, παρά την προχειρότητα υπήρχε η καλή διάθεση για αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων οι οποίοι μετά το 1896 εμπορευματοποιήθηκαν και σήμερα ουδεμία σχέση έχουν με την αρχαία Ελλάδα. Στην αναβιωμένη Ολυμπιάδα του 1859 συμμετείχαν 31 αθλητές και τους παρακολούθησε η βασιλική οικογένεια (ο βασιλεύς Όθων) και πλήθος κόσμου. Τα επόμενα 3 Ζάπεια Ολύμπια έγιναν στο Καλλιμάρμαρο στάδιο των Αθηνών. Σημαντικότερα ήταν αυτά του 1870 που έγιναν παρουσία του βασιλέως Γεωργίου (1845 - 1913) και 20000 θεατών, στο Καλλιμάρμαρο στάδιο της Αθήνας.

Ο φιλέλληνας Γάλλος παιδαγωγός και συγγραφέας Πιέρ ντε Κουμπερτέν (1863 - 1937) συνέβαλε στην καθιέρωση των ΔΙΕΘΝΩΝ ολυμπιακών αγώνων το 1896, στο Καλλιμάρμαρο στάδιο της Αθήνας. Στο όραμα αυτό πρωτεργάτης ήταν ΚΑΙ ο λόγιος Έλληνας Δημήτριος Βικέλας (1835- 1908), από την Σύρο. Το Καλλιμάρμαρο στάδιο στο οποίο έγινε η πρώτη διεθνής Ολυμπιάδα είναι ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα που θυμίζει το αρχαιοελληνικό μέτρο, σε αντίθεση με τα αρχιτεκτονικά τερατουργήματα των συγχρόνων ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Ολίγοι, όμως, γνωρίζουν πως το στάδιο αυτό είναι το ανακαινισμένο περίφημο Παναθηναϊκό στάδιο των αρχαίων Ελλήνων!!! Η ανακαίνιση αυτή έγινε με την χρηματοδότηση του Μέγα ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ (1818 - 1899) που ήταν από το Μέτσοβο Ιωαννίνων.

Από το 1896, κάθε 4 χρόνια οι ολυμπιακοί αγώνες τελούνται σε διάφορες μεγάλες και πλούσιες πόλεις της υφηλίου. Αξίζει να σημειωθεί σχετικά με τους ολυμπιακούς αγώνες του 1896 στην Αθήνα ότι έγινε κάτι καταπληκτικό και μοναδικό στα χρονικά. Η αστυνομία των Αθηνών έκανε συμφωνία με τους ληστές της πόλης να μην κάνουν καμία ληστεία ή κλοπή κατά την διάρκεια των ολυμπιακών αγώνων, για να μην εκθέσουν ην χώρα στους ξένους! Οι ληστές τήρησαν την συμφωνία!!! Αυτό δείχνει το μεγαλείο του Έλληνα (ή το πόσο ξύλο θέλει, εξαρτάται). Ο ολυμπιακός ύμνος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ολυμπιάδα της Αθήνας του 1896. Οι στίχοι του ανήκουν στον μεγάλο Έλληνα ποιητή Κωστή Παλαμά (1859- 1943) και μελοποιήθηκαν από τον Σπυρίδωνα Σαμαρά (1861 - 1917). Ο ύμνος αυτός ακούγεται σε κάθε Ολυμπιάδα.


Απο το ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Ο αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα (1)

Στην αρχαία Ελλάδα η γυμναστική θεωρείτο απαραίτητο μέρος της αγωγής όλων των αγοριών, ενώ στη Σπάρτη και των κοριτσιών. Τα αγόρια και οι άνδρες αλείφονταν με λάδι και γυμνάζονταν και αθλούνταν γυμνοί. Εννοείται ότι οι γυναίκες απαγορευόταν να παρακολουθούν τους αγώνες για αυτόν το λόγο. Γενικά, όλοι οι άνδρες, είτε στις παλαίστρες και τα γυμνάσια, είτε στους τοπικούς και πανελληνίους αγώνες, αθλούνταν γυμνοί. Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που επινόησε τις ``αθλοπαιδιές΄΄ και τις ανήγαγαν σε αγωνίσματα στα οποία οι παίκτες συναγωνίζοντο. Ακόμα και η λέξη ``αθλέω΄΄ - ``αθλώ΄΄ στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε είμαι αθλητής / αγωνίζομαι. Η νίκη προσέφερε τεραστία τιμή στον αθλητή και την πόλη του, όμως δεν ήταν αυτοσκοπός και μέσον απόκτησης κολοσσιαίων ποσών όπως γίνεται σήμερα. Στη μινωική εποχή (2800 -1100 π.Χ.) οι Κρήτες τέρπονταν με αθλήματα όπως τα ταυροκαθάψια, τις ακροβασίες, την πυγμαχία, την πάλη και την σφαίρα.

Στα ταυροκαθάψια οι Κρήτες, την ώρα που τους ορμούσε ο ταύρος, τον άρπαζαν από τα κέρατα και βοηθούμενοι από την έκταση του κεφαλιού του ταύρου προς τα πίσω, πηδούσαν κάνοντας στροφή στον αέρα και κατέληγαν όρθιοι πίσω του! Μάλιστα, υπήρχε και ανδρείκελο που ερέθιζε τον ταύρο και το οποίο ονομαζόταν ``ταυροκαθάπτης΄΄. Στο άθλημα αυτό λάμβαναν μέρος και γυναίκες!!! Η τούμπα στον αέρα, λοιπόν, έγινε αιώνες πριν τους Κινέζους και Ιάπωνες καρατέκα. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι ο πολιτισμός που λάτρεψε και θεοποίησε την φύση δεν ήταν οι Κινέζοι, αλλά οι Κρήτες και ο σεβασμός τους προς την φύση φαίνεται ξεκάθαρα από τα έργα τέχνης και την αρχιτεκτονική τους. Οι Κρήτες ποτέ δεν σκότωναν τους ταύρους και τα ταυροκαθάψια δεν μπορούν να παρομοιαστούν με το απίστευτης αγριότητας θέαμα των ταυρομαχιών που χαρακτηρίζουν τον πολιτισμό της Ισπανίας που άλλωστε ως χώρα ποτέ δεν ήταν πραγματικά δημοκρατική (ακόμα και σήμερα έχει βασιλιά).

Στην υστεροελλαδική ή μυκηναϊκή εποχή (16ος ως 11ος αιώνας π.Χ.) δημιουργήθηκαν οι αθλητικοί αγώνες στην αρχαία Ελλάδα. Οι αγώνες αυτοί τελούντο προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή ήταν επιτάφιοι. Γνωστό είναι το παράδειγμα των αγώνων και συγκεκριμένα των αρματοδρομιών που διοργάνωσαν οι Αχαιοί στην Τροία (στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ.) προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου όπως αναφέρεται στο πολεμικό έπος της Ιλιάδος του Ομήρου. Επίσης, γίνονταν αγώνες προς τιμήν των θεών σε θρησκευτικές εορτές. Στην γεωμετρική (ονομάστηκε έτσι από τα έργα τέχνης των Δωριέων και περιλαμβάνει το διάστημα μεταξύ 11ου και 7ου αιώνα π.Χ.) και την αρχαϊκή εποχή (7ος και 6ος αιώνας π.Χ.) άρχισαν να διοργανώνονται συχνά αθλητικοί αγώνες, τοπικοί ή πανελλήνιοι, σε διάφορες περιοχές.

Γενικά στους αγώνες στην αρχαία Ελλάδα γίνονταν δεκτοί μόνον ελεύθεροι Έλληνες, ντόπιοι ή από τις αποικίες της χώρας. Δεν συμμετείχαν άλλοι βαρβαρικοί λαοί. Απαγορευόταν, επίσης, η συμμετοχή ατόμων που είχαν κατηγορηθεί για διάπραξη εγκλημάτων ή ασέλγεια προς τα ιερά. Στην κλασσική εποχή (5ος αιώνας π.Χ.) οι αθλητικοί αγώνες έλαβαν την γνωστή τους μορφή. Δυστυχώς, στα ρωμαϊκά χρόνια ο αθλητισμός εμπορευματοποιήθηκε με την εμφάνιση επαγγελματιών αθλητών. Οι Ρωμαίοι, όπως γίνεται και σήμερα, πλήρωναν τεράστια ποσά για να αποκτήσουν τους καλύτερους αθλητές με τους οποίους εξασφάλιζαν νίκες στους αθλητικούς αγώνες. Δηλαδή αυτοσκοπός, με τους Ρωμαίους, άρχισε να γίνεται η νίκη και τα χρήματα, από μέρους του αθλητή, αλλά και των χρηματοδοτών του. Αυτή η άποψη συνέχισε μέχρι σήμερα. Στον 20ο αιώνα οι ΗΠΑ ήταν αυτές που ανέδειξαν έντονα την ρωμαϊκή τακτική περί πρωταθλητισμού και χρημάτων στους νικητές. Η άποψη αυτή επεκτάθηκε σε όλον τον πλανήτη και δυστυχώς και στην Ελλάδα στην οποία γεννήθηκε το αθλητικό ιδεώδες...

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, μετά την μυκηναϊκή εποχή δημιουργήθηκαν οι πανελλήνιοι αγώνες που ήταν τα ``Ολύμπια΄΄ στην Ολυμπία, τα ``Πύθια΄΄ στους Δελφούς, τα ``Ίσθμια΄΄ στον Ισθμό της Κορίνθου και τα ``Νέμεα΄΄ στη Νεμέα (από τον 3ο αιώνα π.Χ. ετελούντο στο Άργος). Στους αγώνες οι αθλητές κρίνονταν από επιτροπή κριτών, τους περίφημους ελλανοδίκες. Τα Πύθια ονομάστηκαν έτσι προς τιμήν του θεού Απόλλωνα που σκότωσε τον Πύθωνα που τρομοκρατούσε τους κατοίκους των Δελφών. Τα Πύθια ετελούντο κάθε 4 έτη. Ήταν εορτή προς τιμήν του θεού Απόλλωνα στους Δελφούς και περιλάμβαναν κατά σειρά: ιεροτελεστίες, μουσικούς αγώνες, γυμνικούς αγώνες ανδρών και παίδων και ιππικούς αγώνες. Έπαθλο των νικητών ήταν ένα δάφνινο στεφάνι (η δάφνη ήταν το ιερό δένδρο του Απόλλωνα).

Τα Νέμεα ξεκίνησαν το 1251 π.Χ. και έκτοτε ετελούντο κάθε 2 έτη (τον Ιούλιο, στο τέλος του 1ου και 3ου έτους κάθε Ολυμπιάδος) προς τιμήν του θεού Δια. Τα Νέμεα ήταν ταφικοί αγώνες προς τιμήν των ``Επτά επί Θήβας΄΄. Αυτοί ήταν οι 6 Πελοποννήσιοι βασιλείς που εκστράτευσαν μαζί με τον Πολυνείκη εναντίον του αδελφού του Ετεοκλή στην Θήβα. Για αυτόν το λόγο οι ελλανοδίκες (επιτροπή κριτών) φορούσαν πένθιμο ένδυμα. Οι αθλητές κρίνονταν από 10 ελλανοδίκες και έπαθλο τους ήταν ένα στεφάνι από αγριοσέληνο.

Τα Ίσθμια καθιερώθηκαν το 581 π.Χ (άρχισαν, όμως, νωρίτερα) και ετελούντο κάθε 2 έτη (στα τέλη Απριλίου, στο τέλος του 2ου και 4ου έτους κάθε Ολυμπιάδος) προς τιμήν του θεού Ποσειδώνα. Γι’ αυτό η περιοχή του Ισθμού είναι γνωστή και ως Ποσειδωνία. Στα Ίσθμια επινοήθηκε κάτι εκπληκτικό. Για τους δρομείς υπήρχε μια επισκόπηση αφετηρίας που αποτελείτο από 16 εισόδους και με σκοινιά τοποθετημένα σε τριγωνικό λιθόστρωτο γινόταν δίκαιη εκκίνηση των δρομέων!!! Σήμερα στους αγώνες δρόμου δεν υπάρχει ανάλογο σύστημα και οι αγώνες μπορεί να σταματήσουν αμέσως μετά την εκκίνησή τους, ακόμα και 3 φορές! Τα Ίσθμια γίνονταν στο αθλητικό κέντρο κοντά στο ιερό του Ποσειδώνα. Περιλάμβαναν ρητορικούς, ζωγραφικούς, μουσικούς, γυμνικούς και ιππικούς αγώνες. Επίσης περιλάμβαναν αρματοδρομίες, πένταθλον, πάλη, παγκράτιον, καθώς και αγώνες μεταξύ πλοίων!!! Σε όλους τους αγώνες οι νικητές δέχονταν μεγάλες τιμές από την πόλη τους και τα ονόματά τους παρέμεναν στην αιωνιότητα. Ο ποιητής Πίνδαρος αναφέρεται στον ισθμιονίκη Λέανδρο που τον στεφάνωσαν με στεφάνι μυρτιάς.

Οι γνωστότεροι αγώνες ήταν οι ολυμπιακοί, τα Ολύμπια, που ετελούντο προς τιμήν του βασιλιά των θεών, Δια. Κατά την ελληνική μυθολογία ο ιδρυτής των Ολυμπίων ήταν ο Ηρακλής. Τα Ολύμπια ξεκίνησαν στην Ολυμπία της Ηλείας τον 13ο αιώνα π.Χ και όχι το 776 π.Χ. όπως λανθασμένα λένε ακόμα και οι σύγχρονοι Έλληνες!!! Απλώς από το 776 π.Χ άρχισε η καταγραφή των ολυμπιακών αγώνων. Το 884 π.Χ. ήταν καθοριστικό έτος για την διοργάνωση τους. Τον καιρό εκείνο η Ελλάδα σπαράζετο από εμφύλιο πόλεμο και μεγάλη επιδημία. Τότε ο Ίφιτος, βασιλιάς της Ήλιδας (πρωτεύουσα των Ηλείων, στην σημερινή Ηλεία περιοχή που βρίσκεται η Ολυμπία) πήγε στο μαντείο των Δελφών να συμβουλευθεί τις Πυθίες.

Η Πυθία είπε στον Ίφιτο να ξαναρχίσουν τους ολυμπιακούς αγώνες που λόγω των συμφορών είχαν σταματήσει και να κάνουν εκεχειρία. Έτσι, το 884 π.Χ. υπογράφτηκε για πρώτη φορά από τους Πελοποννήσιους ηγεμόνες: Ίφιτο, Κλεισθένη (βασιλιά της Πίσας – αρχαία πόλη της Ηλείας) και Λυκούργο (βασιλιά της Σπάρτης) η περίφημη εκεχειρία (``ιερά του Διός΄΄), δηλαδή η ειρήνη σε όλη την Ελλάδα κατά την διάρκεια των ολυμπιακών αγώνων. Τον Σεπτέμβριο του 2001 υπογράφτηκε παρουσία ολυμπιακής επιτροπής στην Ελλάδα η εκεχειρία στους ολυμπιακούς αγώνες από τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών, Γιώργο Παπανδρέου. Φυσικά, σήμερα ουδείς δεν περιμένει να σταματούν οι πόλεμοι κατά την διάρκεια των ολυμπιακών αγώνων. Το ότι, όμως, μόνον η Ελλάδα και καμία άλλη χώρα της γης σκέφτηκε να προχωρήσει σε αυτήν την τυπική συμφωνία εκεχειρίας, αυτό δείχνει το αθάνατο ελληνικό ιδεώδες. Σημειώνεται ότι στην Ολυμπία έγιναν 293 Ολυμπιάδες και δεν καταργήθηκε ούτε μια Ολυμπιάδα εξαιτίας κάποιου πολέμου!!!

Η ζωή στην αρχαία Αθήνα (5)

Μουσική-Χορός
Από τα πιο παλιά χρόνια n μουσική και ο χορός δεν έλειπαν από τα συμπόσια. Αργότερα (5ο-4ο αιώνα) για τη διασκέδαση των καλεσμένων συμφωνούσαν επαγγελματίες ηθοποιούς που ερμήνευαν σκηνές από τον Όμηρο αοιδούς, χορεύτριες, αυλητές. Τραγουδούσαν κι οι καλεσμένοι όλοι μαζί ή με τη σειρά. Ο Πλούταρχος μας λεει ότι το κλαδί της μυρτιάς περνούσε από χέρι σε χέρι. Αυτός που το έπαιρνε έπρεπε να τραγουδήσει παίζοντας λύρα, αν, βέβαια, ήταν σε θέση. Προς το τέλος του συμποσίου ο αριθμός των συνδαιτυμόνων που ήξεραν να τραγουδούν ήταν συνήθως μεγαλύτερος από ό,τι στην αρχή. Επίσης δεν υπήρχε συμπόσιο χωρίς κότταβο, ένα παιχνίδι που το έφεραν από τη Σικελία. Κάθε συνδαιτυμόνας άφηνε στο κύπελλο λίγο κρασί, το οποίο έχυνε σε καθορισμένο μέρος. Ενώ άδειαζε το κύπελλο έλεγε από μέσα του ή δυνατά το όνομα της γυναίκας που αγαπούσε. Ο ήχος του χυνόμενου υγρού λεπτότερος ή χοντρότερος καθώς και η ακριβής ή λιγότερο ακριβής επιτυχία του καθορισμένου στόχου, ήταν δείκτες αν το αγαπώμενο πρόσωπο συμμεριζόταν τα αισθήματά του. Κάποτε το κρασί το έχυναν στο δίσκο μιας ζυγαριάς, που έπρεπε να κατεβεί ως ένα ορισμένο σημείο ή να γκρεμίσει ένα σωρό αντικείμενα που ήταν στημένα από κάτω σε σχήμα πυραμίδας. Οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν "πρόεδρο" του συμποσίου που επέβλεπε την τήρηση της τάξης. Αυτός αποφάσιζε πόσο κρασί θα πιουν και την ποιότητά του. Οι Έλληνες έπιναν με μέτρο. Να πιει κανείς κρασί χωρίς να το ανακατεύει με νερό, θεωρούνταν κατά τη γνώμη τους βάρβαρη συνήθεια. Μια κωμωδία λεει: Το πρώτο κροντήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ευχαρίστηση, το τρίτο ύπνο κι αφού το πιεις πρέπει να πας στο σπίτι σου. Το τέταρτο κροντήρι φέρνει αυθάδεια, το πέμπτο ουρλιαχτά, το έκτο φασαρία στους δρόμους, το έβδομο ένα μελανιασμένο μάτι, το όγδοο κλήση στο δικαστήριο. Ο Αριστοφάνης το λεει συγκεκριμένα: "Δεν είναι καλά να μπεκρουλιάζεις. μόλις πιεις πιο πολύ, μπαίνεις σε ξένες αυλές, ξυλοκοπάς και κάποιον. Ύστερα σαν συνέλθεις πληρώνεις τα σπασμένα".

Ο Εύηνος ο Πάριος προσθέτει: "Για τον Βάκχο το καλύτερο μέτρο είναι η εγκράτεια ούτε πιο πολύ ούτε πιο λίγο. Αλλιώς μας οδηγεί στη μανία ή στη θλίψη". Παρ' όλα αυτά, οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν τολμούν να παρουσιάσουν τους Έλληνες εγκρατείς στο ποτό. Δεν λεει τυχαία το ελληνικό ρητό: "Όποιος πίνει νερό δεν θα κάνει τίποτε σοφό". και για να αναγκάσουν τους πολύ διστακτικούς καλεσμένους να κατανικήσουν το δισταγμό τους υπάρχει ένα άλλο ρητό: "Πίνε ή φύγε". Το κρασί το ανακάτευαν σε αναλογία δύο μέρη νερό και ένα κρασί ή τρία μέρη νερό κι ένα κρασί. Το κρασί που ήταν ανακατεμένο με τρία μέρη νερό θεωρούνταν πολύ αδύνατο και το έλεγαν "ποτό για τα βατράχια". Παρά τα προληπτικά μέτρα που αναφέραμε, ο Αθηναίος όταν γύριζε από ένα συμπόσιο δεν μπορούσε να περηφανευτεί ότι είναι σε θέση να σταθεί γερά στα πόδια του κι ότι δεν έχει ανάγκη από συνοδεία. Τους καλεσμένους που δεν είχαν υπηρέτες για να τους κρατούν, τους οδηγούσαν συνήθως στο σπίτι τους με ένα φανάρι, γιατί το δείπνο άρχιζε μετά τη δύση του ήλιου και τέλειωνε όταν σκοτείνιαζε για καλά. Το καλοκαίρι το κρασί το ανακάτευαν με πάγο που έφερναν από τα βουνά και τον διατηρούσαν σε άχυρα και κουρέλια. Γι' αυτό το θέμα υπάρχει κι ένα ανέκδοτο: ένας συγγραφέας τραγωδίας ρώτησε την εταίρα με την οποία έτρωγε μαζί πώς τα καταφέρνει να κρατάει τόσο κρύο το κρασί. "Το τυλίγω με τους προλόγους σου", του απάντησε η εταίρα. Οι Βιοτέχνες Θα 'ταν απλοϊκό να πιστέψει κανείς ότι όλοι οι Αθηναίοι περνούσαν μια άνετη ζωή... Μέχρι τώρα έγινε λόγος μονάχα για τους ευκατάστατους. Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση των πολυάριθμων Αθηναίων βιοτεχνών. Βαδίζουν για να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στη δουλειά, να εργασθούν σκληρά ως τη δύση του ήλιου για να κερδίσουν το ψωμί της μέρας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ούτε καιρό ούτε χρήματα για να μπουν στο κουρείο. Αυτοί δεν παίρνουν μέρος ούτε στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις στοές. Η τύχη τούς έγραψε να εργάζονται σκληρά κάθε μέρα, από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Τα παιδιά τους δεν τα διαπαιδαγωγούν παιδαγωγοί, τις γυναίκες τους δεν τις περιβάλλει η ευεργετική ησυχία του γυναικωνίτη. Βοηθούν το σύζυγο ή το γονιό στη σκληρή καθημερινή πάλη. Ο συναγωνισμός της φτηνής δουλειάς των δούλων έριχνε όλο πιο χαμηλά την τιμή των προϊόντων των ελεύθερων βιοτεχνών. Ακόμη πιο σκληρή ήταν η ζωή των απόρων, που ο αριθμός τους ήταν αρκετά μεγάλος στην Αθήνα.

Οι Φτωχοί
Η βασική τροφή των φτωχών ήταν το κριθάρι: ζωμός από κριθάρι, πίτες με κριθάλευρο και κρίθινα ψωμιά. Τους άρεσαν οι πηχτοί ζωμοί με μπιζέλια ή φακές, κι αγόραζαν φτηνά αλλαντικά. Ο Αριστοφάνης κατηγορεί τους αλλαντοποιούς ότι χρησιμοποιούν κρέας από σκυλί ή από γαϊδούρι, αλλά ας ελπίσουμε ότι ο ποιητής ήταν υπερβολικός. Το κρέας και το άσπρο ψωμί σπάνια εμφανίζονταν στο τραπέζι των φτωχών. Αντίθετα οι φτωχοί έτρωγαν πολλά αλατισμένα ψάρια φερμένα από τον Εύξεινο Πόντο. Έπιναν φτηνό κρασί νερωμένο, αλλά συνήθως έμεναν ευχαριστημένοι μονάχα με το νερό. Η Σπάρτη διέφερε εντελώς από την Αθήνα κι από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες τρέφονταν με πιο πρωτόγονες και πιο χοντρές τροφές, μ' έναν παχύ χυλό από μπιζέλια το ζωμό που ήταν το φαγητό που προτιμούσαν. "Μπορείς να φας μέλανα ζωμό" λεει ειρωνικά σ' ένα Σπαρτιάτη ένα πρόσωπο μιας χαμένης κωμωδίας του Αριστοφάνη. Διηγούνται πως ένας Συβαρίτης, που έτυχε σ' ένα σπαρτιατικό γεύμα, είπε: "Αληθινά οι Σπαρτιάτες είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι. Κάθε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει, παρά να ζήσει όπως αυτοί". "Τα συσσίτια των Σπαρτιατών αποτελούνταν από το μέλανα ζωμό", Βραστό χοιρινό κρέας, κρασί, πίτα γλυκιά και ψωμί από Βρώμη. τα δάχτυλα τα σκούπιζαν με τα ψίχουλα του ψωμιού. Αν θα πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ήταν απαραίτητη μια ειδική αγωγή για να εκτιμήσει κανείς αυτό το ζωμό, που τόσο αγάπησαν οι Σπαρτιάτες. Ο Διόνυσος, ο τύραννος των Συρακουσών, αγόρασε ένα μάγειρα από τη Σπάρτη και του έδωσε εντολή να του παρασκευάσει το γνωστό φαγητό. Όμως δεν κατάφερε να καταπιεί ούτε την πρώτη κουταλιά και την έφτυσε. Τότε ο μάγειρας του είπε: "Για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιατική γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα". Επειδή η πλειοψηφία των Ελλήνων εκείνης της εποχής δεν έκανε κάτι τέτοιο, ο σπαρτιατικός ζωμός δεν είχε καμιά επιτυχία, εκτός από τη Σπάρτη βέβαια. Η καθημερινή ζωή των Αθηναίων πολιτών, η εύθυμη και γεμάτη χαρές για ορισμένους, η Βαριά και θλιβερή για τους άλλους, κυλούσε με την καθορισμένη τάξη, κάτω απ' τον ήρεμο ουρανό της Αττικής, μέχρι τότε που οι τρομερές θύελλες των πολέμων αναστάτωναν την πόλη.

Oι Πόλεμοι
Οι δρόμοι ερήμωναν. Στην Αγορά Βασίλευε ησυχία. Οι γυναίκες και τα παιδιά κρύβονταν από το φόβο στους γυναικωνίτες περιμένοντας θλιβερές ή χαρούμενες ειδήσεις. Κάτω απ' τις στέγες των στοών οι γέροι με τις κατάλευκες γενειάδες κλωθογύριζαν αναμνήσεις για τους αγώνες που έκαναν στα νιάτα τους, κριτικάροντας την τακτική των στρατηγών, και σκέφτονταν τι θα 'φερνε στα παιδιά τους ο καινούργιος πόλεμος: δόξα ή πρόωρο χαμό στα μακρινά πεδία των μαχών. Μα αν από μακριά οι πόλεμοι έρχονταν κοντά, αν ο εχθρός, συντρίβοντας τον αθηναϊκό στρατό, επέδραμε στην Αττική, η πόλη γνώριζε τότε τη δυστυχία, τα ερείπια, την πείνα και συχνά το μαζικό χαμό και την υποδούλωση των αγαπημένων.

Η ζωή στην αρχαία Αθήνα (4)

Φιλοξενία
Οι Έλληνες ήταν πολύ φιλόξενοι. Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει όποιον ήθελε. Αυτή n συνήθεια γέννησε μάλιστα μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, στην οποία έδωσαν το περιφρονητικό παρατσούκλι "παράσιτα". Ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στο πρόβλημα: ως ποιο Βαθμό μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς αυτό το δικαίωμα χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της καλής συμπεριφοράς. Στο "Συμπόσιο" ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Αριστόδημος συνάντησε τον Σωκράτη με επίσημο ένδυμα και μαθαίνοντας ότι πηγαίνει στο τραπέζι του Αγάθωνα, αποφάσισε να τον συνοδεύσει αν και δεν ήταν καλεσμένος. Στο δρόμο ο Σωκράτης, απασχολημένος καθώς ήταν με ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, Βράδυνε το βήμα του. Ο Αριστόδημος δεν παρατήρησε ότι ο φιλόσοφος έμεινε πίσω και μπήκε μόνος στο σπίτι του Αγάθωνα. Παρ' όλα αυτά δεν βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση: οι θύρες ήταν διάπλατα ανοιχτές, και ένας δούλος τον οδήγησε αμέσως στην τραπεζαρία, όπου ο Αγάθωνας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, λέγοντάς του ότι ήθελε να τον καλέσει προσωπικά, μα δεν μπόρεσε να τον βρει. Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα. Θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα πέδιλα με τα οποία βάδιζε στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια. Μα ούτε κι ύστερα απ' αυτή τη διαδικασία ήταν ωραίο να ρίχνεται κανείς στο φαγητό.

Προηγούμενα οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη. Οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Αυτό ζητούσε n εθιμοτυπία. Η συνήθεια να τρωει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ' όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα. Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν κάτι τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά. 'Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα. Τα τραπεζομάντιλα και οι πετσέτες ήταν πράγματα άγνωστα. Oι αρχαίοι Έλληνες σκούπιζαν τα χέρια τους με ψίχα ψωμιού ή με ειδική κόλα που τη ζύμωναν με τα δάχτυλά τους και την έκαναν σφαιρίδια. Το συμπόσιο Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά (το φαγητό που προτιμούσε ο Ηρακλής ήταν ζωμός από μπιζέλια), ήταν ταυτόχρονα "φαγητό των φτωχών" και γι' αυτό σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμό. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά: τη συνταγή για τις σάλτσες μάς τη μετέδωσε ο Αριστοφάνης: "... χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξίδι, χύσε ακόμα λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές". Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας.

Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι. Μερικά φαγητά των Ελλήνων μάς φαίνονται το λιγότερο παράξενα. Να ένα απόσπασμα του Αθήναιου στο οποίο περιγράφει το πρόγραμμα φαγητού ενός γεύματος: "Εμφανίστηκαν χέλια χοντρά και σχεδόν σκεπασμένα στο αλάτι, έπειτα ένα θαυμάσιο χέλι, από το οποίο δεν θα παραιτούνταν ούτε οι θεοί. 'Έφεραν ένα μεγάλο στομάχι ψαριού στρογγυλό σαν τον ουρανό. Όταν τελειώσαμε με το στομάχι του ψαριού, μας φέρανε κάτι πινάκια: το ένα είχε ένα κομμάτι σκυλόψαρο, το άλλο παχιά σουπιά, το τρίτο χταπόδι και πολύποδες ζεστούς". Σ' αυτό το μέρος του φαγητού δεν έπιναν κρασί. Οι Αθηναίοι προτιμούσαν να πιουν κρασί μετά το φαγητό. Άλλωστε το κρασί μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό αν ήταν ανακατεμένο με κρίθινο αλεύρι και τριφτό τυρί. Αυτό το μείγμα ονομαζόταν κυκεώνας και ήταν το ποτό που προτιμούσαν οι Έλληνες. Οι δούλοι έφερναν ξανά νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια, έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια. Τώρα έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα επιδόρπια και κρασιά. Άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή "υγίαινε" και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος. Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, το καύχημα της Αττικής. Οι πίτες αυτές ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Αυτό το μέρος του γεύματος λεγόταν συμπόσιον. Τώρα έπιναν κρασί, "γλυκό και αρωματικό, που είχε τη μυρουδιά των λουλουδιών. Είναι ευχάριστο να πίνεις κρασί, το γάλα της Αφροδίτης", να συζητάς, να τραγουδάς, να διηγείσαι λογής λογής περιστατικά, να ακούς μουσική, να παρακολουθείς τους χορούς. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ακούν θλιβερές συζητήσεις στο τραπέζι. Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των τραπεζιών ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί. Να μερικά από τα αινίγματα αυτά: 1. Αν δεν μου πεις τίποτε, λες τ' όνομά μου. μα αν προφέρεις το όνομά μου ω θαύμα! Τότε δεν θα με μαντέψεις. (Η σιωπή). 2. Είμαι το σταχτόχρωμο παιδί ενός λαμπερού πατέρα. πουλί χωρίς φτερά υψώνομαι ως τους ουρανούς. μόλις γεννήθηκα και σκόρπισα αμέσως στον αέρα. (0 καπνός). 3. Όταν με κοιτάς σε κοιτώ και γω, μα δεν σε Βλέπω γιατί δεν έχω μάτια. όταν μιλάς, κοιτάζοντάς με, ανοίγω και γω το στόμα και κινώ τα χείλη, αλλά σιωπηλά, γιατί φωνή δεν έχω. (Ο καθρέφτης).

Η ζωή στην αρχαία Αθήνα (3)

Χαιρετισμοί
Όταν συναντιόντουσαν δυο γνωστοί χαιρετιόνταν με μια κίνηση του χεριού. Δεν ταίριαζε να υποκλιθείς, να προσκυνήσεις κάποιον, γιατί οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας θα το θεωρούσαν αυτό υπόλειμμα του καιρού της τυραννίας. Οι Αθηναίοι έδιναν το χέρι μονάχα όταν ορκίζονταν ή στους επίσημους αποχωρισμούς. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν "Χαίρε!", που συνοδευόταν ορισμένες φορές από μια παρατήρηση για τον καιρό. Είναι γνωστοί επίσης και άλλοι τύποι χαιρετισμών: "Υγίαινε!", "Τα ωφέλιμα εργάζου!", "Εργάζου και ευτύχει!".

Συζητήσεις
Μετά τους καθιερωμένους χαιρετισμούς, ο Αθηναίος μιλούσε με τους φίλους και τους γνωστούς για την πολιτική, σχολίαζε τα τελευταία νέα ή μπλεκόταν σε φιλοσοφικές συζητήσεις, αν είχε τέτοια κλίση. Συνήθως οι συναντήσεις και οι συζητήσεις γίνονταν στα αρωματοπωλεία και στα κουρεία. Και τα υποδηματοποιεία ήταν επίσης κατάλληλος χώρος για συναντήσεις, μια φορά μάλιστα ο Σωκράτης μπήκε σ' έναν τεχνίτη που έφτιαχνε χάμουρα για να τελειώσει μια συζήτηση. Η επίσκεψη στα καταστήματα είχε γίνει μια συνήθεια τόσο διαδεδομένη, που ο Δημοσθένης σ' ένα λόγο του κατηγορεί έναν Αθηναίο για "ακοινώνητο", γιατί "δεν μπαίνει ποτέ σε κουρεία, αρωματοπωλεία και άλλα καταστήματα". Ο προτιμούμενος τόπος συναντήσεων ήταν, αναμφισβήτητα, τα κουρεία. Ο Αθηναίος κουρέας μπορούσε να περηφανευτεί για την πλατιά και πολύπλευρη πείρα του. Οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους. Κουρεία Οι Αθηναίοι για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Αλέξανδρο το Μεγάλο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια. Οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Έπειτα ο κουρέας τούς περιποιόταν τα χέρια κι όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, έτσι ακριβώς όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας. Τον καιρό που ο κουρέας έφτιαχνε την κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. χάρη σ' αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά κοινωνικοί.

Ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Δεν είναι παράξενο που είχαν τη φήμη ότι ήταν φλύαροι και αθυρόστομοι Ο πρώτος άνθρωπος που έφερε στην Αθήνα την είδηση της καταστροφής στη Σικελία ήταν ένας κουρέας από τον Πειραιά. Είχε μάθει τη θλιβερή είδηση από το δούλο ενός λιποτάκτη και χωρίς να αργήσει άφησε το κουρείο κι έτρεξε με μια ανάσα στην Αθήνα, από φόβο μην τον προλάβει κανένας άλλος. Στην πόλη, όπου δεν ήξεραν τίποτε, η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Ο κόσμος περικύκλωσε τον κουρέα και άρχισε να τον ξεψαχνίζει, μα αυτός δεν ήξερε ούτε το όνομα εκείνου που του είχε ανακοινώσει το τραγικό νέο. Οι πολίτες αγανακτισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: "0 ψεύτης στην ανάκριση!", "στα Βασανιστήρια!". Ο φουκαράς ο κουρέας είχε δεθεί κιόλας στον τροχό, όταν κατά καλή του τύχη έφτασαν κάμποσοι οπλίτες που είχαν γλιτώσει από το μακελειό και επιβεβαίωσαν την τρομερή αλήθεια. Αναστατωμένοι οι Αθηναίοι από τη φοβερή είδηση, σκόρπισαν στα σπίτια τους για να κλάψουν τους χαμένους τους συγγενείς και ξέχασαν τον κουρέα. Άφησαν δεμένο τον αγγελιοφόρο των κακών ειδήσεων. Τον θυμήθηκαν αργά τη νύχτα. Αλλά όταν ο δήμιος ήρθε να τον λύσει, η πρώτη ερώτηση που του έθεσε ο κουρέας ήταν αν υπήρχε, Καμιά είδηση για τον Νικία, κι αν είναι γνωστό πως πέθανε.

Οι κουρείς ήταν ενήμεροι για όλα τα νέα και μιλούσαν για τα πάντα. "Πώς θέλετε να σας κουρέψω;", ρώτησε ο κουρέας το Βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο. "χωρίς πολλές κουβέντες", απάντησε ο Βασιλιάς.

Κοινωνικοί
Στους Έλληνες δεν άρεσε να σιωπούν. ήταν εξαιρετικά κοινωνικοί. Σ' ένα ελληνικό τραγούδι, όπου απαριθμούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη ευτυχία, μετά την υγεία, την ομορφιά και τον πλούτο ακολουθεί η φιλία. χωρίς τη φιλία δεν υπάρχει χαρά, γιατί η φιλία στολίζει τη ζωή. Φυσικά ο χαρακτήρας της φιλίας ποίκιλλε ανάλογα με την ηλικία και τις κλίσεις. Εκτός από την αληθινή φιλία, που τόσο ποθούσε ο Σωκράτης, στους Έλληνες άρεσε ανείπωτα να φλυαρούν για όλα τα μικροπράγματα. Γιατί, άλλωστε, μαζεύονταν στα κουρεία και στα αρωματοπωλεία; Αλλά και η φλυαρία είχε όρια, που τα καθόριζαν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς. Όποιος ξεπερνούσε αυτά τα όρια έβγαζε τη φήμη ότι είναι αθυρόστομος κι ο κόσμος άρχιζε να τον κοροϊδεύει. Στό σπίτι Ο Αθηναίος αφού χορτάσει συζήτηση πηγαίνει στο σπίτι του για φαγητό. Τρωει ή κάτω από μια σκεπασμένη στοά ή στην εσωτερική αυλή, μαζί με την οικογένειά του. Μετά το φαγητό ξεκουράζεται ή ίσως διαβάζει. Στη Βιβλιοθήκη του βρίσκονται τα έπη του Ομήρου ο πάπυρος είναι παλιός και σκοροφαγωμένος καθώς και τα έργα των ξακουστών ποιητών. Κάθε χειρόγραφο φυλάγεται μέσα σ' ένα μετάλλινο σωλήνα με κάλυμμα. Σ' ένα ξεχωριστό ράφι βρίσκονται οι λόγοι των ρητόρων και των φιλοσόφων, καθώς και τα έργα των ιστορικών. Όλα έχουν αντιγραφεί με μεγάλη φροντίδα από τους αντιγραφείς. Έτσι, λοιπόν, αν θέλει να διαβάσει, ο Αθηναίος έχει από πού να διαλέξει. Μετά το φαγητό δεν κοιμάται. Γενικά ο ύπνος δεν κατέχει μεγάλη θέση στη ζωή του. Του αρέσει πάρα πολύ n ζωή σ' όλες τις εκδηλώσεις της και δεν χάνει με τον ύπνο περισσότερο χρόνο από ό,τι είναι απόλυτα απαραίτητο.

Γυμνάσια
Αφού ξεκουραστεί, ο Αθηναίος κατευθύνεται προς ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμνάσια των προαστίων της Αθήνας: το Λύκειο, την Ακαδημία, το Κυνόσαργες. Τα γυμνάσια ήταν μεγάλα, επιβλητικά, με σκιερούς διαδρόμους, με ευρείες στοές, λουτρά και άλλα διαμερίσματα προορισμένα γι, τον αθλητισμό, τις επιστημονικές απασχολήσεις και την ανάπαυση. Γενικά τα γυμνάσια αποτελούνταν: από το εφηβείο, μια αίθουσα προορισμένη για τις γυμναστικές ασκήσεις της νεολαίας. τα λουτρά, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι επισκέπτες του γυμνασίου. τα αποδυτήρια, μια αίθουσα όπου οι παλαιστές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, μι, άλλη αίθουσα όπου "πασπάλιζαν" το σώμα τους με λεπτή άμμο, για να μπορούν να πιάνονται εύκολα στη διάρκεια της πάλης. τους διαδρόμους, σκεπαστούς και ξεσκέπαστους για περίπατο και τρέξιμο. Οι λεγόμενες ξυστές (δηλαδή διάδρομοι στιλβωμένοι) ήταν κάτι διάδρομοι σκεπαστοί, πιο ψηλά στις πλευρές, που ήταν προορισμένοι για περιπάτους, ενώ το κεντρικό μέρος, που ήταν πιο χαμηλό, προοριζόταν για ασκήσεις όταν ο καιρός ήταν ακατάλληλος και το χειμώνα. Όλοι αυτοί οι χώροι περιβάλλονταν με στοές, με καθίσματα και εξέδρες, μερικές αίθουσες ημικυκλικές, σκεπαστές ή ξεσκέπαστες, όπου οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες έκαναν μαθήματα και συζητήσεις. Ο Αθηναίος δεν μετείχε υποχρεωτικά στις αθλητικές ασκήσεις, αλλά παρακολουθούσε, σχολίαζε και χειροκροτούσε.

Οι γεροντότεροι πολίτες δεν ξεχνούσαν, φυσικά, να διηγηθούν τι θαυμάσιοι αθλητές ήταν στα νιάτα τους και παραπονιούνταν για την αδυναμία των σημερινών. Οι θεατές μαζεύονταν ομάδες και συζητούσαν διάφορα προβλήματα. Κάποιος σχεδιάζει κάτι με το ραβδί στον άμμο, εξηγώντας στους γύρω του μια πρωτότυπη ιδέα. Στο κέντρο μιας άλλης ομάδας ένα άτομο σιμό και άσχημο αναλύει με τόνο ειρωνικό τι είναι προτιμότερο: να είσαι ψεύτης από άγνοια ή να είσαι συνειδητός ψεύτης. Ο σιμός είναι ο Σωκράτης. Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας εκθέτει, με νέα ύφος διαλεχτό, τις φιλοσοφικές του θεωρίες, μπροστά σ' ένα ακροατήριο από θαυμαστές και αντιπάλους κάθε ηλικίας. Στο Λύκειο, στο μέρος που λέγεται "Περίπατος", ένας άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι και φανερή κλίση προς την κομψότητα, συζητεί σε μια γλώσσα όχι τόσο ωραία, μα πολύ καθαρή και εκφραστική, τις θεμελιακές αρχές της πολιτικής, της ηθικής, της ποίησης και της λογικής. Ο ομιλητής είναι ο Αριστοτέλης. Στο γυμνάσιο ο Αθηναίος περνάει μια ή δυο ώρες. Πριν από το γεύμα θέλει να λουστεί, γι' αυτό κατευθύνεται προς το λουτρό.

Το λουτρό είναι ένα κτίριο πολύ σεμνό, ένα απλό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και πολλά αγγεία. Οι επισκέπτες αλείφονταν πρώτα σ' όλο το σώμα με ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα έξυναν το κορμί μ' έναν ειδικό ξύστη από ορείχαλκο (στλεγγίδα) και ξεπλένονταν με νερό. 'Έτσι τελείωνε το λουτρό κι ο Αθηναίος θα μπορούσε να ντυθεί και να φύγει, αν δεν είχε διάθεση να καθυστερήσει λιγάκι και να μιλήσει με τον άνθρωπο του λουτρού, που, όπως κι ο κουρέας, ήταν μια ζωντανή εφημερίδα και ο οποίος ήξερε συχνά για τους πελάτες του περισσότερα απ' ό,τι ήξεραν κι αυτοί οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Το γεύμα Στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα και δεν περίμεναν παρά την άφιξη των καλεσμένων. Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά, αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, χορεύτριες. Γλυκόψωμα και του Αρμόδιου τα τραγούδια. Στη διάρκεια του γεύματος ο οικοδεσπότης συνήθως είναι ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ n γυναίκα του κάθεται σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονται στα επιδόρπια και στέκονται όρθια ή κάθονται, ανάλογα με την ηλικία τους και τις συνήθειες της οικογένειας. Αλλά σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονται. παίρνουν μπρος μονάχα οι άντρες, γιατί n συζήτηση θα είναι ή φιλοσοφική, επομένως ακατανόητη για τις γυναίκες και τα παιδιά, ή καθαρά αντρική, επομένως ακατάλληλη για τα αυτιά των γυναικών. Στο "Συμπόσιο" του Πλάτωνα, n Διοτίμα, μια ξένη από τη Μαντίνεια, έγινε δεκτή μόνο στο κατώφλι της θύρας, απ' όπου σαν καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν, μπορούσε να διακόπτει τις φαντασίες του Αριστοφάνη με τις ευφραδέστατες παρεμβάσεις της κι αυτό μονάχα γιατί στη χώρα της είχε το αξίωμα της μάντισσας. Όσο για τις συνηθισμένες καλεσμένες στα συμπόσια που παριστάνονται συχνά στα αγγεία, n θέση κι ο ρόλος τους είναι έξω από κάθε αμφιβολία.

Οι γυναίκες αποζημιώνονται όμως στο γυναικωνίτη, όπου τα ζαχαρωμένα φρούτα και τα γλυκά των ζαχαροπλαστών της Κρήτης, της Σάμου και της Αθήνας τιμούνταν εξαιρετικά. Κάθε μαγείρισσα ετοίμαζε γλυκίσματα για τα Θεσμοφόρια και τις άλλες γιορτές, ενώ οι αξιοσέβαστες κυράδες τα κατανάλωναν σε μεγάλες ποσότητες με τη συντροφιά των γνωρίμων τους, που είχαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι τους. Για τους Έλληνες ήταν αδιανόητο να φάνε μόνοι. Ο Πλούταρχος λεει ότι το να φάει κανείς μόνος του "δεν σημαίνει να γευματίσει, αλλά να γεμίσει το στομάχι του σαν τα ζώα". Γι' αυτό, εκτός της πρόσκλησης καλεσμένων, υπήρχαν διάφοροι τρόποι να φάει κανείς με συντροφιά: οργάνωναν συμπόσια στα οποία οι συνδαιτυμόνες συνέβαλαν εξίσου ή ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Αυτά τα συμπόσια γίνονταν σε νοικιασμένες αίθουσες ή στο σπίτι μιας εταίρας. Κάποτε κάθε συνδαιτυμόνας έφερνε το φαγητό του στο καλάθι. Τα προγράμματα του φαγητού δεν ήταν υπερβολικά. Σε μια κωμωδία λέγεται ότι ένα τραπέζι στην Αθήνα είναι πολύ ωραίο στην εμφάνιση, μα δεν χορταίνει ένα πεινασμένο στομάχι. Στους Διαλόγους του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα οι συνδαιτυμόνες δεν συζητούν καθόλου για τα φαγητά. Το κλασικό ιδανικό της Αττικής απαιτούσε το φαγητό να προσφέρεται ωραία αλλά να μην είναι πολύ. Να είναι τόσο όσο χρειάζεται για να καταπραΰνει μια κανονική πείνα, γιατί το κύριο δεν ήταν το φαγητό αλλά n συντροφιά των συνδαιτυμόνων και οι συζητήσεις.

Η ζωή στην αρχαία Αθήνα (2)

Συμπεριφορά
Οι Αθηναίοι ήταν πολύ απαιτητικοί στα ζητήματα της καλής συμπεριφοράς. Δεν τους άρεσαν οι νευρικοί ή οι βιαστικοί και δεν υπέφεραν την υπεροψία. Την έπαρση, το αλαζονικό περπάτημα, οι Αθηναίοι τα κατέκριναν. μα δεν επαινούσαν και το βιαστικό περπάτημα. Δεν θεωρούνταν αξιοπρεπές για έναν άντρα να ρίχνει το βλέμμα του παντού, όπως δεν θεωρούνταν ωραίο να βαδίζει κανείς με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και με ύφος λυπημένο. Συνεπώς, είναι άπρεπο να βαδίζεις γρήγορα και να μιλάς δυνατά. Κατά τον Αριστοτέλη, ένας που σέβεται τον εαυτό του κινείται ήσυχα, μιλάει σιγανά κι ήρεμα. Ο Θεόφραστος χαρακτηρίζει έτσι τον ανάγωγο.

Η αγορά
Ο Αθηναίος θα περάσει από τις κιονοστοιχίες που στολίζονται με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών της πόλης και θα φτάσει μπροστά στην αγορά τροφίμων. Στις ελληνικές πόλεις η αγορά δεν ήταν ένας τόπος αποκλειστικά για τους εμπόρους. Στην αγορά της Αθήνας Βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα: η Βουλή, τα δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες. Οι αγρότες της Αττικής πάνε στην αγορά πριν ξημερώσει σαλαγώντας γίδια και κατσίκια, ή κουβαλώντας σ' ένα ξύλο στηριγμένο στον ώμο λαγούς και τσίχλες με τις φτερούγες γυρισμένες προς το ράμφος.

Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες. στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος. Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, κι απ' τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών. Ο θόρυβος σε ξεκουφαίνει. το πλήθος κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Αριστοφάνης μάς παρουσιάζει μέσα σ' αυτό το πλήθος έναν αλλαντοπώλη που πουλάει ζεστά λουκάνικα με την τάβλα κρεμασμένη από το λαιμό και μερικούς "επόπτες" της αγοράς, τους ονομαζόμενους αγορανόμους, που παρακολουθούν αν τηρούν οι έμποροι τις διατάξεις του νόμου. Αυτοί φροντίζουν τα ψωμιά να είναι όσο χρειάζεται μακριά και να μην καταβρέχουν οι έμποροι τα ψάρια με νερό.

Οι φτωχές γυναίκες ήρθαν με φύλλα για πίτες ή με στεφάνια από λουλούδια. Στο μέρος πάλι που πουλούν τα οπωρικά και τα λαχανικά μπορεί να δει κανείς τη μάνα του Ευριπίδη, που, όπως μας διαβεβαιώνει ο Αριστοφάνης, ήταν μια απλή λαχανοπώλισσά. Πουλούσε σουσάμι, κρεμμύδια, όσπρια και σύκα. Η αγορά είναι τακτοποιημένη με ένα ορισμένο σχέδιο. Για κάθε λογής προϊόντα είχαν καθορίσει ειδικούς χώρους. Ο αγοραστής ξέρει πού ακριβώς θα βρει ψωμί και ψάρια, τυρί σε πλεχτά καλαθάκια, λαχανικά και λάδι, ξέρει πού θα βρει να συμφωνήσει μια χορεύτρια ή μάγειρα για ένα συμπόσιο. Αν θέλει να συναντηθεί με τους φίλους του στην αγορά, θα τους πει με βεβαιότητα: "στο ιχθυοπωλείο" "στο τυροπωλείο" "στα σύκα". Οι πωλητές κι οι πραματευτάδες άπλωναν το εμπόρευμά τους στο ύπαιθρο ή σε μερικές παράγκες από κλαδιά ή καλάμια πλεχτά, που το απόγευμα τις χαλούσαν. Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ' αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι. Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων. Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά ούτε έστελνε τις υπηρέτριές της.

Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας. Συχνά μπορούσε να δει κανείς έναν στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα. Δεν συναντήθηκε η Λυσιστράτη με μερικούς αξιωματικούς του ιππικού, που είχαν γεμίσει τις περικεφαλαίες τους με βραστά λαχανικά; Όπως είπαμε, στη ζωηρή αγορά της Αθήνας μπορούσαν να συναντηθούν κάθε λογής άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί. Να ένας ανάπηρος, πελάτης του ρήτορα Λυσία που ζει με τη σύνταξη που του πληρώνει το κράτος. Γύρω του έχουν μαζευτεί μερικοί πλούσιοι νέοι. Τα καυστικά, τα δηκτικά του αστεία τούς διασκεδάζουν. Ένας χωριάτης κουβαλάει στην πλάτη ένα σακί, μέσα από το οποίο ακούονται να γρυλίζουν μερικά γουρουνάκια. τώρα παραμέρισε από το δρόμο για να περάσει ένας στρατηγός. Δαμαστές φιδιών συναγωνίζονται με τους ιδιοκτήτες άλλων εξημερωμένων ή άγριων ζώων. μια ομάδα εύθυμων θεατών πηγαίνουν από τους θαυματοποιούς και τους ταχυδακτυλουργούς σ' αυτόν που καταπίνει σπαθιά και αναμμένα ξύλα. Τα αγαλματάκια από οπτή γη (τερακότα) μας παρουσιάζουν ορισμένους συνηθισμένους τύπους των ελληνικών δρόμων: Ένας μάγειρας δούλος με ξυρισμένο κεφάλι κρατάει με το ένα χέρι ένα πινάκιο και με το άλλο βάζει κάτι στο στόμα. Άλλοι μάγειροι φορτώνουν από την αγορά κουνέλια και καλάθια με σταφύλια. Ένας χωριάτης κατέβηκε στην πόλη. Ο δρόμος είναι μακρύς, γεμάτος σκόνη, ο ήλιος καιει αλύπητα κι ο προβλεπτικός οδοιπόρος πήρε μαζί του ένα αγγείο με νερό. Τυλιγμένο με φροντίδα με τη χλαμύδα, ένα παιδάκι κάνει περίπατο κρατώντας το χέρι μιας γριάς και καμπούρας παραμάνας. Ένα κοριτσάκι βαδίζει μαζί με τη μητέρα του. σηκώνει το κεφάλι προς αυτήν και τη ρωτάει για όλα όσα βλέπει γύρω του. Για να μη χαθεί κρατιέται από την άκρη του ιματίου της μητέρας του. Πηγαίνοντας από τον ένα έμπορο στον άλλο, ο Αθηναίος διαλέγει τα τρόφιμα και τα στέλνει στην κατοικία του με το δούλο.

Ο αέρας είναι γεμάτος από τις φωνές των πραματευτάδων που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους: "άιντε στο ξίδι", "αγοράστε λάδι!", "ξεχάσατε να πάρετε κάρδαμο!", "νέε μου, ορκίζομαι στην Αφροδίτη πως η αγαπημένη σου στολισμένη με το στεφανάκι αυτό, θα γίνει ακόμα ομορφότερη!", "κρέας ψητό, μισός οβολός το κομμάτι!". Κάθε πράγμα και κάθε άνθρωπος έχουν τιμή. Σε μερικές συνοικίες μπορείς να βρεις ό,τι υπάρχει για πούλημα στην Αθήνα: "Σύκα, συκοφάντες, σταφύλια κι αχλάδια, γογγύλια, τριαντάφυλλα, εφευρέσεις, μούσμουλα και μήλα. Κοιλιά βραστή φρέσκο τυρί και μέλι, γλυκό, μπιζέλια και ψηφοδόχες, μύρτο, υάκινθο και μάρτυρες για δίκη". Όποιος επιθυμεί μπορεί να ντυθεί από το κεφάλι ως τα πόδια και μάλιστα εδώ, στην αγορά. Ο έμπορος των έτοιμων ενδυμάτων πουλάει για δώδεκα δραχμές (το πιο μικρό ασημένιο νόμισμα στην Αθήνα ήταν ο οβολός. Έξι οβολοί έκαναν μια δραχμή. Μια μνα είχε εκατό δραχμές. Εξήντα μνες κάναν ένα τάλαντο, που δεν ήταν πια νόμισμα αλλά μονάδα μέτρησης και υπολογισμού) το ιμάτιο και για οκτώ δραχμές ο υποδηματοπώλης προσφέρει κάθε χρώματος σανδάλια. Ο πιο ενδιαφέρων όμως κι ο πιο ελκυστικός τομέας της αγοράς ήταν τα ιχθυοπωλεία. Η αδυναμία των Αθηναίων ήταν το ψάρι, όχι το κρέας. Απ' όλους τους πραματευτάδες, οι πιο ανεξάρτητοι ήταν οι ιχθυοπώλες, για να μην πούμε οι πιο αυθάδεις. Ένας κωμωδιογράφος τους ονομάζει "ληστές", ένας άλλος "λωποδύτες της νύχτας"... Ζητούν για το εμπόρευμά τούς όσα θέλουν. Αν τους απαντήσεις ότι είναι πολύ ακριβά, ακούς να σου λένε κοφτά: "Αυτή είναι η τιμή, αν δεν σου αρέσει, δρόμο!". Δεν θα δίσταζαν να ζητήσουν ακόμα πιο μεγάλη Τιμή αν κατάφερναν να κρατήσουν τα ψάρια φρέσκα.

Αλλά οι προνοητικοί αγορανόμοι δεν τους επιτρέπουν να τα Βρέξουν με νερό. Όταν όμως φοβάται μη του χαλάσει το ψάρι, ο ψαράς Βιάζεται να το πουλήσει και δεν ζητάει εξαιρετικά μεγάλη Τιμή. Μια μέρα ένας Αθηναίος ζαλίστηκε και λιποθύμησε στην αγορά. 'Ένας ιχθυοπώλης ήθελε να τον Βοηθήσει για να συνέλθει κι έχυσε απάνω του ένα αγγείο με νερό. Πράγματι ο διαβατής συνήλθε, αλλά όταν ο έμπορος άδειασε το αγγείο με το νερό, ράντισε όλους τους γειτόνους κι όλους όσοι Βρέθηκαν εκεί τυχαία. Οι αγορανόμοι που ήρθαν τρέχοντας διαπίστωσαν ότι και το δοχείο με τα ψάρια γέμισε ως τη μέση νερό και τα ψάρια ζωντάνεψαν κι άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Αυτή τη φορά η παράβαση των νόμων είχε ελαφρυντικά και στους αγορανόμους δεν έμεινε τίποτε άλλο να κάνουν, παρά μόνο να τον διατάξουν να αδειάσει αμέσως το νερό από το δοχείο, πράγμα που έκανε. ο έμπορος είχε πετύχει άλλωστε το σκοπό του! Ο περαστικός που είχε λιποθυμήσει τα 'χε συμφωνήσει για δύο οβολούς!

Για να πουλιέται όσο το δυνατόν πιο φρέσκο το ψάρι, ο ερχομός στην αγορά ενός κάρου φορτωμένου ψάρια γινόταν γνωστός στους Αθηναίους με το χτύπημα μιας ειδικής καμπάνας. Διηγούνται πως την ώρα που ένας μουσικός έπαιζε ορισμένα τραγούδια για μια ομάδα φίλων που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του, το οποίο Βρισκόταν κοντά στην αγορά, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας του ψαράδικου. .Όλοι οι φίλοι σηκώθηκαν ευθύς και τρέξαν για την αγορά, εκτός από ένα μισόκουφο γέρο. Ο μουσικός πλησίασε τον γέροντα τότε και του είπε: "Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, είσαι ο μόνος άνθρωπος που τηρείς τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς και δεν με εγκατέλειψες στο άκουσμα της καμπάνας". "Τι είναι;" του απάντησε ο γέρος. "Είπες ότι ακούστηκε η καμπάνα του ψαράδικου; Ευχαριστώ! Καλή αντάμωση". Κι έφυγε βιαστικός, ακολουθώντας τα ίχνη των άλλων. Τις πρώτες ώρες του πρωινού ο Αθηναίος λογάριαζε ότι δεν έπρεπε να λείψει από την αγορά. Αν δεν περίμενε ξένους, περιοριζόταν να αγοράσει τα συνηθισμένα τρόφιμα που ο δούλος τα πήγαινε στο σπίτι. Αν όμως είχε καλεσμένους τα πράγματα μπερδεύονταν. Τα ψάρια, το κρέας, τα λαχανικά έπρεπε να διαλεχτούν με ξεχωριστή φροντίδα. Το φαγητό Τώρα δεν του έμεινε πια παρά μόνο να συμφωνήσει μια χορεύτρια, αυλητές και ένα μάγειρα, έναν απ' αυτούς τους τεχνίτες που έμαθαν στις Συρακούσες την τέχνη της παρασκευής φαγητού. Τους μάγειρους μπορούσε να τους Βρει κανείς κάθε μέρα σε ένα ορισμένο μέρος της αγοράς. 'Έπαιζαν ρόλο αρκετά σημαντικό στη ζωή της πόλης, αν κρίνουμε από το πλήθος τις ειρωνείες που αφθονούν στις αρχαίες κωμωδίες. Ο τύπος του μάγειρα είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς της ελληνικής κωμωδίας. Τον παρουσιάζουν σαν ψεύτη, κλέφτη, φαγά και φαφλατά. Ο Ξενοφώντας ήταν αγανακτισμένος από το πλήθος των λεπτεπίλεπτων φαγητών που μαγείρευαν στον καιρό του, ο Πλάτωνας έδιωξε, χωρίς δισταγμό, από την Πολιτεία του όλους τους μαγείρους. Οι Σπαρτιάτες λογάριαζαν ίσως πως το λεπτό γούστο για το φαγητό οδηγεί στην εξασθένηση του κράτους, γι' αυτό δεν έπαιρναν παρά μόνο μάγειρους που μαγείρευαν τα πιο απλά φαγητά από κρέας, ενώ εκείνους που δοκίμαζαν να καθιερώσουν καινούργια φαγητά τούς έδιωχναν από την πόλη. Αφού τελείωνε όλες τις δουλειές, δηλαδή ανάμεσα στις 1011 το πρωί, ο Αθηναίος κατευθυνόταν σε μια από τις στοές που ήταν γύρω από την αγορά, όπου συναντιόταν με τους φίλους του.

Η ζωή στην αρχαία Αθήνα (1)

Στην Αθήνα η μέρα αρχίζει όπως στη φύση, με την ανατολή του ήλιου. Στον Αθηναίο δεν άρεσε η τεμπελιά. Πλούσιος ή φτωχός, σηκωνόταν μόλις φώτιζε η μέρα. Αλλιώς ούτε ήταν δυνατό. Η ζωή της Αθήνας ήταν έτσι ρυθμισμένη, που εκείνος που θα επέτρεπε στον εαυτό του να τεμπελιάσει τις πρώτες ώρες της μέρας δεν θάβρισκε κανέναν στο σπίτι. Όταν ο Ιπποκράτης ήθελε να περάσει από τον Σωκράτη να τον πάρει για να κάνουν μαζί μια επίσκεψη στον Πρωταγόρα, που είχε έρθει στην Αθήνα, πήγε στον Σωκράτη πριν από την ανατολή του ήλιου, κι όπως λεει ο Πλάτωνας "έκανε μεγάλη φασαρία χτυπώντας τη θύρα με ένα ραβδί". Ο Σωκράτης κοιμόταν. Ο Ιπποκράτης τον σήκωσε απ' το κρεβάτι και επέμεινε να πάνε χωρίς καθυστέρηση. Αλλά ο φιλόσοφος του απάντησε: "Όχι, είναι πολύ νωρίς. Να πάμε όταν φέξει". Μόλις φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Καλλία, όπου είχε καταλύσει ο Πρωταγόρας. Όταν όμως έφτασαν εκεί, βρήκαν το σπίτι γεμάτο καλεσμένους. Ο Πρωταγόρας έκανε περίπατο στη στοά μαζί με τον Καλλία και τους ακολουθούσε μια ομάδα ξένων, που είχαν έρθει από άλλες πόλεις, ακολουθώντας τα ίχνη του Πρωταγόρα. Στην άλλη άκρη της στοάς ένας άλλος σοφιστής, ο Πρόδικος, ήταν ακόμα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κουβέρτα στο δωμάτιο, που είχε μετατραπεί σε κοιτώνα εξαιτίας των πολλών καλεσμένων, και συζητούσε κι αυτός για κάτι, αλλά ο Σωκράτης δεν κατάφερε να μάθει για ποιο πράγμα γινόταν λόγος γιατί ο Πρόδικος μιλούσε πάρα πολύ σιγανά. Έτσι, λοιπόν, ο Αθηναίος έκανε τις επισκέψεις του την αυγή. Η πρωινή προετοιμασία των Αθηναίων δεν ήταν και τόσο πολύπλοκη. 'Έπλεναν μονάχα το πρόσωπο και τα χέρια, έπειτα ντύνονταν και έβγαιναν.

Ενδυμασία
Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα πολύ γραφική, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο. Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη. Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ' το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ' τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας. Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ' την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι. Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.

Κόμη
Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ' τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.

Υποδήματα
Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα 'δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι. Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων. Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων. ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα "υποδήματα του Αλκιβιάδη", και για τα "άρβυλα του Ιπποκράτη". Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ' αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά. Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του. Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα. Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα.

Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί. Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά. Ύστερα απ' αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα πρώτα θα κατευθυνθεί.